Οι δολοφονίες ηγετικών μελών του οργανωμένου εγκλήματος (τουλάχιστον 24 σύμφωνα με τα δημοσιεύματα) τα τελευταία πέντε χρόνια, αποτελούν ενδεικτικό παράδειγμα της εξέλιξης του οργανωμένου εγκλήματος στην Ελλάδα, τόσο του εθνικού («Greek Mafia») όσο και του διεθνικού. Είναι, παράλληλα, εκδήλωση της ανταλλαγής τεχνογνωσίας και της δικτύωσης του εγχώριου οργανωμένου εγκλήματος με ομάδες άλλων χωρών.
Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 με την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων και τη διάλυση του κοινωνικού ιστού σε αυτές τις χώρες, οι ομάδες του οργανωμένου εγκλήματος διείσδυσαν και στην Ελλάδα. Η ανάπτυξή τους ήταν ραγδαία και λόγω της κατάργησης διασυνοριακών ελέγχων καθώς και της ελεύθερης διακίνησης αγαθών, κεφαλαίων και υπηρεσιών. Όμως, δεν πήγαιναν μόνο εγκληματικές ομάδες από τις πρώην κομμουνιστικές στις δυτικές, αλλά και το αντίστροφο, η δε ανεξέλεγκτη μετακίνηση πληθυσμών μετά το 2011, με αποκορύφωμα το 2015, αύξησε την ακτίνα δράσης τους. Εξάλλου, τώρα πλέον το 65% των εγκληματικών ομάδων που επιχειρούν στην Ευρώπη περιλαμβάνουν άτομα πολλών εθνικοτήτων, ενώ το 70% από αυτές αναπτύσσουν δράση σε περισσότερα από 3 κράτη-μέλη. Πάνω από το 60% των δικτύων εμπλέκονται σε υποθέσεις διαφθοράς και πάνω από το 80% χρησιμοποιούν νόμιμες επιχειρήσεις ως βιτρίνα, ενώ 60% των ομάδων χρησιμοποιούν βία, συχνά μάλιστα τυφλή (Serious and Organised Crime Threat Assessment, 2021).
Συγκρίνοντας τις εκθέσεις της ΕΛ.ΑΣ. για το οργανωμένο έγκλημα (2012-2021), οι παράνομες αγορές παραμένουν οι ίδιες, με κυρίαρχη τη διακίνηση μεταναστών και τα ναρκωτικά. Στα ίδια επίπεδα παραμένει και η διαφθορά των κρατικών λειτουργών, σύμφωνα πάντα με τους υπολογισμούς της αστυνομίας, και στις περισσότερες αγορές εξακολουθούν να κυριαρχούν οι αλβανικές ομάδες μεταξύ των αλλοδαπών. Υπάρχει όμως αύξηση περίπου 60% στον αριθμό των ομάδων που δραστηριοποιούνται.
Οι παραδοσιακές ομάδες του οργανωμένου εγκλήματος στην Ελλάδα είναι ιεραρχικά δομημένες (με τρόπο που μοιάζει περισσότερο με το γαλλικό και το ολλανδικό οργανωμένο έγκλημα). Ωστόσο, αναπτύχθηκε σταδιακά στα μικρότερα δίκτυα ένα πιο ευέλικτο μοντέλο, το οποίο εστιάζει σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Τα χαλαρά δίκτυα είναι πολύ ενεργά και συμμετέχουν σε κάθε μεγάλη εγκληματική αγορά, ενώ συχνά εμπλέκονται σε δολοφονίες για την επικράτησή τους ή ως αντίποινα για την αποκάλυψη πληροφοριών εις βάρος τους. Οι αγορές στις οποίες δρουν είναι, κυρίως, διακίνηση όπλων και ναρκωτικών, τσιγάρων, αλκοόλ και καυσίμων, καθώς και προστασία σε νυχτερινά κέντρα (Global Organized Crime Index, 2021).
Εκτός από τις ελληνικές και ξένες εγκληματικές ομάδες που καταγράφει κάθε χρόνο η ΕΛ.ΑΣ, δραστηριοποιείται, κρατώντας χαμηλό προφίλ, πλήθος άλλων ομάδων, οι οποίες συνδέονται κατευθείαν με το εξωτερικό και λειτουργούν επιχειρήσεις-βιτρίνα για ξέπλυμα και για την προώθηση ή συγκάλυψη των παράνομων δραστηριοτήτων τους.
Στις 14/5/2021, ο υπουργός Δικαιοσύνης ανακοίνωσε στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών τις προθέσεις του να αυξήσει τον χρόνο παραμονής στη φυλακή μέχρι την υφ’ όρον απόλυση καταδίκων βίαιων εγκλημάτων, θεωρώντας ότι αυτό θα λειτουργήσει αποτρεπτικά για τους δράστες. Στις 19/5/2021, ο τότε υπουργός Προστασίας του Πολίτη παρέδωσε φάκελο με ονόματα και επιχειρήσεις του οργανωμένου εγκλήματος στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ανακοινώνοντάς το ο ίδιος στα ΜΜΕ.
Αυτά όμως δεν αρκούν. Η αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, του οργανωμένου εγκλήματος εν προκειμένω, με απλές νομοθετικές αλλαγές και συμβολικές παραδόσεις φακέλων υποτιμούν τη σοβαρότητα του προβλήματος, όπως έχει αποδειχθεί διαχρονικά στην αντεγκληματική πολιτική της χώρας. Οι ληστείες, για παράδειγμα, έγκλημα που απαιτεί οργάνωση, από 81 που ήταν το 1980, έφθασαν τις 600 το 1990, τις 1.800 το 2000, και από το 2010 κυμαίνονται μεταξύ 4.300-4.700 τον χρόνο, δηλ. τουλάχιστον 13 την ημέρα.
Η κατάσταση δεν επιτρέπει αισιοδοξία και μάλιστα είναι ιδιαίτερα αποθαρρυντικό αυτό που αναφέρει το Global Organized Crime Index για τη δικαιοσύνη «Η ανεξαρτησία των ελληνικών δικαστηρίων θεωρείται ελλιπής. Η δικαστική διαδικασία καθυστερεί συχνά για σημαντικές χρονικές περιόδους και είναι επιρρεπής στην πολιτική επιρροή και τη διαφθορά, ενώ οι παράτυπες πληρωμές και οι δωροδοκίες είναι συχνές και γίνονται σε αντάλλαγμα για ευνοϊκές αποφάσεις» (2021: 5).
Από την εμπειρία άλλων χωρών έχει γίνει σαφές ότι το οργανωμένο έγκλημα εδραιώνεται όταν υπάρχει απροθυμία, υποτίμηση και αναποτελεσματικότητα των κρατικών αξιωματούχων, σοβαρές ελλείψεις στον μηχανισμό δίωξης και διαφθορά στους κρατικούς φορείς και στον μηχανισμό απονομής δικαιοσύνης. Επειδή, όπως φαίνεται, οι περισσότερες από αυτές τις προϋποθέσεις εκπληρώνονται στη χώρα μας, χρειάζεται να ληφθούν εγκαίρως αποτελεσματικά μέτρα για τον έλεγχο του οργανωμένου εγκλήματος, ώστε να αποτραπεί η διείσδυσή του στους θεσμούς και να ελεγχθεί το κόστος του στην κοινωνία.
Η Έφη Λαμπροπούλου είναι καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών