ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΑΡΘΡΑ
ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ KREPORT

Οι 5 ενστάσεις της αγοράς στο ΕΣΕΚ

Πρόκληση υψηλής δυσκολίας (και κόστους…) συνιστά η υλοποίηση των προτεινόμενων στόχων του αναθεωρημένου Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) που παρουσιάστηκαν την περασμένη εβδομάδα από τον αρμόδιο υπουργό Κώστα Σκρέκα. Η αγορά ήδη εξέφρασε επιφυλάξεις για βασικές παραδοχές και επιλογές του Σχεδίου, το οποίο δεν έχει ακόμα «κλειδώσει» αφού δεν έχει τεθεί υπό δημόσια διαβούλευση και είναι πιθανό να υποστεί αλλαγές προ της κατάθεσής του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Τα σημεία προβληματισμού κωδικοποιούνται ως εξής:

Πρώτο: Οι φιλόδοξοι στόχοι για την διείσδυση των ΑΠΕ έως το 2030 (80% για την ηλεκτροπαραγωγή και 46% για την τελική κατανάλωση ενέργειας από 36% και 22% αντίστοιχα το 2021) «μεταφράζονται» σε τριπλασιασμό της εγκατεστημένης ισχύος σταθμών ΑΠΕ σε οκτώ χρόνια και δημιουργία -εκκινώντας από μηδενική βάση – δυναμικότητας αποθήκευσης ενέργειας 8 GW. Κάτι που προδιαγράφεται ως επικίνδυνη αποστολή με δεδομένο τον κορεσμό των ηλεκτρικών δικτύων μεταφοράς και διανομής και τους αργούς ρυθμούς με τους οποίους προχωρούν οι διαδικασίες για την αποθήκευση. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το ορόσημο που είχε τεθεί για τον πρώτο διαγωνισμό για έργα αποθήκευσης (τέλος Μαρτίου) δεν φαίνεται να επιτυγχάνεται…

Δεύτερο:  Σημείο κριτικής είναι και η  «προτίμηση» που δείχνει στα φωτοβολταϊκά και τα Υπεράκτια Αιολικά Πάρκα (τεχνολογία για την οποία μόλις πρόσφατα θεσμοθετήθηκε το νομικό πλαίσιο και επίσης βρίσκεται στη γραμμή της αφετηρίας) έναντι των χερσαίων αιολικών. Όπως επισημάνθηκε από τον κ. Σκρέκα, η επέκταση των  χερσαίων αιολικών προβλέπεται να πραγματοποιηθεί με μειωμένο ρυθμό αύξησης, γιατί περιορίζονται οι διαθέσιμες περιοχές με αξιοποιήσιμο αιολικό δυναμικό.  Στελέχη της αγοράς ενέργειας πίσω από την επιλογή αυτή διακρίνουν την επιθυμία της κυβέρνησης να αποφύγει τις έντονες αντιδράσεις που προκαλεί στις τοπικές κοινωνίες η εγκατάσταση χερσαίων αιολικών, τα οποία έχουν μειωμένη αποδοχή σε σχέση με τα φωτοβολταϊκά, στα οποία σε πολλές περιπτώσεις εμπλέκονται τοπικοί παράγοντες. Σημειώνουν με νόημα ότι «συχνά η δυναμική της αγοράς ξεπερνά τους σχεδιασμούς επί χάρτου και θα οδηγήσει τελικά σε ένα πιο ισορροπημένο μείγμα τεχνολογιών, με ακόμα μεγαλύτερα οφέλη για τους καταναλωτές».

Τρίτο:  Ενστάσεις διατυπώνονται και για τις παραδοχές που αφορούν στο μέλλον του φυσικού αερίου, αν και δεν αμφισβητείται ο ρόλος του ως καυσίμου-γέφυρα στην επιχειρούμενη fast track πράσινη μετάβαση, με δεδομένη και την επιβεβαίωση της επιλογής να μπει τέλος στον λιγνίτη, το μέχρι πρότινος «εθνικό μας καύσιμο», έως το 2028. Το νέο ΕΣΕΚ «προδιαγράφει» τη λειτουργία μονάδες φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή ισχύος 7 GW στο τέλος της δεκαετίας, από 5 GW σήμερα. Την ίδια στιγμή, όμως,   προβλέπει μείωση της κατανάλωσης αερίου πάνω από 50% στην ηλεκτροπαραγωγή, στις 22 TWh (τεραβατώρες), από 48,2  TWh το 2021. Ο  πήχης για την κατανάλωση αερίου είναι  άλλωστε μειωμένος για όλους τους τομείς  με εξαίρεση τη βιομηχανία. Η δε ζήτηση για το καύσιμο αναμένεται πλέον να διαμορφωθεί το 2030  στις 37,3 Τεραβατώρες από70 TWh που ήταν το 2021 (Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι για το 2022 η εγχώρια ζήτηση φυσικού αερίου υποχώρησε κατά 19% στις 56,64 ΤWh, υπό το βάρος των υψηλών τιμών).

Τι μηνύματα στέλνουν αυτές οι προβολές για τις νέες μονάδες από φυσικό αέριο τη στιγμή που μια μονάδα ισχύος 826 MW είναι έτοιμη «να μπει στη πρίζα», άλλη μια ισχύος 877 MW κατασκευάζεται και μια τρίτη αντίστοιχων προδιαγραφών  θεμελιώθηκε προ ημερών εν χορδαίς και οργάνοις; Μια πρώτη απάντηση είναι ότι για να είναι βιώσιμες αυτές οι μονάδες -που θα λειτουργούν για να καλύψουν κυρίως τις αιχμές της ζήτησης- είναι ότι θα χρειαστούν γενναία λειτουργική ενίσχυση, μέσω ενός μηχανισμού «Αποζημίωσης Ευέλικτης Ισχύος» που θα περάσει από την «κρησάρα» των Βρυξελλών. «Χωρίς αυτόν καμία από τις νέες μονάδες δεν είναι βιώσιμη», υποστηρίζει στέλεχος μεγάλου ενεργειακού ομίλου.

Τέταρτο: Αντιστοίχως, η πρόβλεψη για βουτιά της εγχώριας ζήτησης φυσικού αερίου (που μάλιστα γίνεται με παραδοχή για μέση τιμή του καυσίμου 40 ευρώ/MWh τα επόμενα έτη…) εγείρει αμφιβολίες  για τα επενδυτικά προγράμματα στα δίκτυα Μεταφοράς και Διανομής φυσικού αερίου καθώς και για τους νέους Τερματικούς Σταθμούς  LNG (FSRU) που σχεδιάζονται. H απάντηση που δόθηκε από αρμόδια χείλη είναι ότι οι υποδομές που κατασκευάζονται για την επέκταση του δικτύου φυσικού αερίου θα μπορούν να λειτουργήσουν μετά το 2030 και με ανανεώσιμα αέρια . Ο αντίλογος από την αγορά είναι πως  υπάρχουν πολύ μεγάλες αβεβαιότητες για την  παραγωγή εναλλακτικών καυσίμων όπως το βιομεθάνιο και το υδρογόνο και πολύ δύσκολα μπορούν  να καλύψουν το κενό που θα αφήσει το φυσικό αέριο στους χρόνους που προβλέπεται, ιδίως αν  ληφθεί υπόψη ότι δεν υπάρχει καν ρυθμιστικό πλαίσιο για τις δυο αυτές τεχνολογίες. Όσο για τα δίκτυα φυσικού  αερίου, κανείς δεν μπορεί να  πει αυτή τη στιγμή τι ποσοστό υδρογόνου και άλλων ανανεώσιμων αερίων μπορούν να υποδεχθούν.

Πέμπτο: Τέλος, last but not least, εστία (έντονου…) προβληματισμού αποτελεί  η διαφαινόμενη επιβάρυνση που θα έχει για τους καταναλωτές η υλοποίηση του ΕΣΕΚ, δεδομένου ότι μια σειρά από τις προωθούμενες επενδύσεις στις τεχνολογίες αποθήκευσης, υπεράκτιων αιολικών και υδρογόνου, θα προχωρήσουν με λειτουργική ενίσχυση και θα απαιτηθούν πρόσθετες επενδύσεις σε δίκτυα  διανομής και μεταφοράς. Θα απαιτηθεί επίσης -όπως προαναφέρθηκε- να επιδοτηθούν και οι μονάδες φυσικού αερίου για να είναι βιώσιμες, λόγω της περιορισμένης προβλεπόμενης λειτουργίας τους. Σύμφωνα με τον κ. Σκρέκα, «Το κόστος θα ήταν πολύ μεγαλύτερο εάν δεν κάναμε τίποτα». Ο ίδιος υποστήριξε ότι με την επίτευξη των στόχων οι τιμές ρεύματος θα μειωθούν σημαντικά.  Έως τότε όμως, η μετάβαση προδιαγράφεται δύσκολη- και δαπανηρή.

Εάν θέλετε κάθε πρωί το ενημερωτικό δελτίο του KReport στο email σας και πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!