ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΑΡΘΡΑ
ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΙΜΑ

Η «πρόσοψη»

Ο Ερντογάν μας είχε τάξει πως θα έρθουν «ξαφνικά, ένα βράδυ». Επανέλαβε την απειλή προχθές σε ευρωπαϊκό έδαφος, μπροστά σ’ ένα διεθνές ακροατήριο, στην Πράγα. Ο Ακάρ είχε προλάβει να καλέσει τους σπουδαστές των στρατιωτικών σχολών της χώρας του να είναι έτοιμοι «να γίνουν μάρτυρες ή βετεράνοι» όταν έρθει εκείνο το βράδυ. Κι εμείς -αλλά και ο υπόλοιπος κόσμος μαζί μας- αναρωτιόμαστε τι σημαίνει αυτή η πολεμοχαρής στροφή στην τουρκική ρητορική. Και τι ακριβώς ζητά η Τουρκία του Ερντογάν από εμάς.

Η απάντηση είναι ότι αυτό που η Τουρκία ζητά, δεν το ζητά από εμάς. Όχι κυρίως από εμάς, πάντως. Εμείς, στην σημερινή συγκυρία, είμαστε απλώς η αφορμή. Ή μάλλον το μέσον. Η πολεμική ρητορική του σουλτάνου δεν απευθύνεται στην Αθήνα, αλλά στην Ουάσιγκτον. Όπως είπε ο Ευάγγελος Βενιζέλος, «οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι η πρόσοψη των δύσκολων σχέσεων της Τουρκίας με την Δύση».

Αν ακούσουμε προσεκτικά τον Ερντογάν, θα διαπιστώσουμε ότι το ίδιο λέει κι εκείνος. Το αφήγημά του μοιάζει με ριμέικ του 1922. Όπως τότε, λέει, οι μεγάλες δυνάμεις έστειλαν τους Έλληνες στην Μικρά Ασία, έτσι και τώρα οι Αμερικανοί εξοπλίζουν τους Έλληνες και τους εξωθούν. Όχι, βέβαια, για να επιτεθούν στην Τουρκία. Αλλά για να της αφαιρέσουν κάτι από το γεωστρατηγικό πλεονέκτημα, το οποίο δεκαετίες τώρα εμπορεύεται σε μια διαρκή διαπραγμάτευση με την Δύση. Η Αλεξανδρούπολη μειώνει την ανταλλακτική αξία των στενών. Και οι άλλες αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις σε ελληνικό έδαφος επιτρέπουν στην Ουάσιγκτον να κάνει ότι «σνομπάρει» το ως χθες πολύτιμο Ιντσιρλίκ.

Μα το παιχνίδι, ασφαλώς, υπερβαίνει τους στρατιωτικούς συσχετισμούς, τις βάσεις και τα εξοπλιστικά. Η Τουρκία, για μια δεκαετία σχεδόν, μετά την αραβική άνοιξη, επιχείρησε να εξασφαλίσει, μέσω μια πρωτοφανούς στα εκατό χρόνια της ιστορίας της προβολής ισχύος, έναν αυτόνομο και ελάχιστα ευθυγραμμισμένο με τις παραδοσιακές δυτικές πειθαρχείες ρόλο μεγάλης περιφερειακής δύναμης, με οικουμενικές σχεδόν φιλοδοξίες. Game over. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η εξέλιξη των πραγμάτων στο ουκρανικό μέτωπο, η «ανάσταση του ΝΑΤΟ», χάρις στον Πούτιν, μπορεί σε μια πρώτη φάση να έδωσε στην Τουρκία νέες ευκαιρίες για αναβαθμισμένη διεθνή παρουσία- τις οποίες και δυναμικά εκμεταλλεύθηκε- αλλά τώρα το χαρτί γυρίζει. Η Τουρκία έχει ανάγκη τους Αμερικανούς, την Δύση, περισσότερο από όσο αντέχει η μεγάλη ιδέα του Ερντογάν για τον εαυτό του και τη χώρα του. Δεν μπορεί παρά να επιστρέψει, με όλες της τις ιδιαιτερότητες και τους εξαιρετισμούς, στην άφευκτη δυτική της μοίρα. Προσπαθεί να το κάνει με τους καλύτερους δυνατούς όρους. Με όρους επιστροφής του ασώτου, για χάρη του οποίου οι Αμερικανοί θα θυσιάσουν κάπου, κάπως, κάποιον μόσχο σιτευτό. Μα εκείνοι της το αρνούνται, προς το παρόν. Και η ένταση ανεβαίνει. Εκεί βρισκόμαστε τώρα.

Η αλήθεια είναι- το σημείωνουν τελευταία και σημαντικοί Τούρκοι αναλυτές- πως στην στάση των τρίτων κάτι έχει αλλάξει. Η παραδοσιακή αντίδραση, στην Ουάσιγκτον ή στο Βερολίνο- αυτό το ουδέτερο «βρείτε τα μεταξύ σας»- μετά από κάθε επεισόδιο έντασης, έχει αλλάξει. Είναι η πρώτη φορά που οι αντιδράσεις υπερβαίνουν τον κανόνα των ίσων αποστάσεων. Σαν να συνεδητοποιείται πια ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια διένεξη δύο συμμάχων με ανατολίτικα κουσούρια και κάπως ακατανόητες στα δυτικά μάτια αρχαίες διαφορές. Αλλά  με το μεγάλο παζάρι της Τουρκίας με την Δύση, μέσω Ελλάδας. Σαν να συνειδητοποιείται, δηλαδή, ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν είναι παρά η (εύθραυστη) πρόσοψη των (δύσκολων) σχέσεων της Τουρκίας με την Δύση.

Αυτό είναι σημαντικό για την ελληνική θέση. Κι είναι επιτυχία της ελληνικής διπλωματίας. Αλλά δεν είναι ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια όλες τις στροφές αυτού του μεγάλου παιγνίου. Κανείς δεν πρέπει να αγνοεί ότι και η «πρόσοψη» έχει μια αυτοτελή, δική της ιστορία και δυναμική. Και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει κάποια στιγμή ο Ερντογάν να θεωρήσει πως το μεγάλο παζάρι, με το οποίο έχει συναρτήσει την πολιτική και εκλογική του επιβίωση, τον υποχρεώνει να διακινδυνεύσει το αδιανόητο. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι για αυτό. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι και για αυτό που θα ακολουθήσει. Η διεθνής παρέμβαση θα έχει χαρακτήρα πρόσκλησης για μια επίλυση της κρίσης με διπλωματικά και πολιτικά μέσα. Κι είναι καλό να διαβάζουμε σωστά αυτό που οι τρίτοι ήδη λένε καθαρά. Πως στην διπλωματική ατζέντα, έτσι ή αλλιώς, θα είναι εγγεγραμμένες όλες οι ελληνοτουρκικές διαφορές. Όχι μόνον εκείνες που εμείς είμαστε διατεθιμένοι να αναγνωρίσουμε ως τέτοιες.

Θα χρειαστούμε, προφανώς, μεγάλα αποθέματα ψυχραιμίας, αυτοσυγκράτησης και  αμυντικής, αποτρεπτικής ετοιμότητας. Θα χρειαστεί να παίξουμε σωστά τα χαρτιά μας στο διπλωματικό τραπέζι. Θα χρειαστεί έξυπνη δημόσια διπλωματία. Και, θα χρειαστούμε λίγη κι από εκείνη την χιλιοτραγουδισμένη συναίνεση στην εσωτερική πολιτική σκηνή.

Θεωρητικά, θα ήταν σχετικά εύκολη η συναίνεση όταν έχεις να απαντήσεις σε ρητορικές υπερβολές και πολεμικές απειλές. Αλλά τίποτε δεν είναι εύκολο για ένα πολιτικό σύστημα, που λειτουργεί με όρους λυσσαλέου και ασυμβίβαστου ανταγωνισμού για την εξουσία και εκλαμβάνει την πολιτική ως παίγνιο μηδενικού αθροίσματος. Κι είναι ακόμη δυσκολότερο να υπερβεί το πολιτικό σύστημα, έτσι όπως σήμερα λειτουργεί, ταμπού και στερεότυπα. Να αναλάβει, προπάντων, το κόστος της μετακίνησης από το καταστρεπτικό «εθνικό δόγμα» πως η παράταση των ελληντουρκικών προβλημάτων είναι πολιτικά ασφαλέστερη ακόμη και από μια σχετικά επωφελή λύση τους- αν η ευκαιρία προκύψει κάποτε.

Εάν θέλετε κάθε πρωί το ενημερωτικό δελτίο του KReport στο email σας και πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!