ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Η νομική φύση της εισαγγελικής διάταξης άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας – Η επίκληση απορρήτου ενώπιον εξεταστικής επιτροπής της Βουλής .*

Να ευχαριστήσω τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, τον Πρόεδρό του Δημήτρη Βερβεσό και  την επιστημονική επιτροπή του «Νομικού Βήματος» του πιο μεγάλου και έγκριτου νομικού περιοδικού  για την πρόσκληση και την τιμή που μας κάνει να μας συναθροίζει  σήμερα εδώ, προκειμένου να συζητήσουμε για ένα θέμα που βρήκε σε πολύ μεγάλο βαθμό απροετοίμαστη  και την επιστήμη. Η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών, ιδίως για λόγους εθνικής ασφαλείας, είναι ένα ζήτημα που δεν έχει τύχει της επεξεργασίας που θα οφείλαμε να του έχουμε προσφέρει υπό συνθήκες ηρεμίας και έτσι υπό συνθήκες πολιτικής πίεσης αγωνιζόμαστε να αποκαταστήσουμε ένα πολύ μεγάλο ερευνητικό και ερμηνευτικό κενό.

Δεν θα ασχοληθώ καθόλου με τις παράνομες δραστηριότητες ιδιωτών ή με τις δραστηριότητες ξένων υπηρεσιών, οντοτήτων οποιασδήποτε μορφής που μπορεί να παραβιάζουν το απόρρητο των επικοινωνιών εντός της ελληνικής επικρατείας και κατά παράβαση της δικαιοδοσίας των ελληνικών κρατικών οργάνων. Θα ασχοληθώ με τα ζητήματα που αφορούν τη συνταγματική νομιμότητα της δράσης των κρατικών αρχών, γιατί θέλω να είμαι ρεαλιστής: όλα τα προηγούμενα είναι λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο να συλληφθούν από μία εθνική έννομη τάξη με  αξιόπιστο και αποτελεσματικό τρόπο.

Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να αρχίσουμε από τα όρια δράσης των κρατικών αρχών κατά το Σύνταγμα ( άρθρο 19 παρ. 1) και βεβαίως κατά το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς το πεδίο εφαρμογής του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης ταυτίζεται, ενώ το πεδίο εφαρμογής των αντίστοιχων διατάξεων του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων προσδιορίζεται με πιο τεχνικό και λεπτεπίλεπτο τρόπο, γιατί πρέπει να κινούμαστε στο πεδίο  των δοτών αρμοδιοτήτων της Ένωσης.  Δεν  μας χρειάζεται προς το παρόν η αναγωγή στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, γιατί ούτως ή άλλως αυτή  υπερκαλύπτεται από τη συμπληρωματική αναγωγή στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που μαζί με τη διάταξη του εθνικού Συντάγματος, του άρθρου 19, παράγραφος 1, συγκροτεί αυτό που θεωρητικά έχω προτείνει να ονομάζουμε επαυξημένο Σύνταγμα, ένα Σύνταγμα το οποίο λαμβάνει υπόψη την πολλαπλότητα των εννόμων τάξεων που συρρέουν προσφέροντας προστασία και άρα πρέπει να επαυξάνεται η προστασία αυτή, ώστε η σύμφωνη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή όπου χρειάζεται η σύμφωνη με το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ερμηνεία του εθνικού Συντάγματος να διευρύνει το κανονιστικό του περιεχόμενο και να εντείνει τις εγγυήσεις προστασίας της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Η νομική φύση της εισαγγελικής διάταξης του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. β Σ

Θα μείνω στο θεμελιώδες νομικό ζήτημα. Σας διαβάζω το άρθρο 19 παράγραφος 1 του Συντάγματος το οποίο λέει «Το απόρρητο των επικοινωνιών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος  ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων». Κατά τη γνώμη μου το θεμελιώδες νομικό ζήτημα είναι ένα, ποια είναι η νομική φύση της εισαγγελικής διάταξης που προβλέπεται από την κοινή νομοθεσία ως πράξη της δικαστικής αρχής με την οποία αίρεται το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφαλείας; Τι είναι αυτή η εισαγγελική διάταξη; Είναι ανακριτή πράξη στο πεδίο του Ουσιαστικού και του Δικονομικού Ποινικού Δικαίου, ή είναι διοικητικού χαρακτήρα ενέργεια;

Δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, καμία αμφιβολία ότι εδώ το Σύνταγμα μιλώντας για δικαστική αρχή και ο νόμος αναθέτοντας την έκδοση της συγκεκριμένης δικαστικής πράξης σε όργανο της ισταμένης, αλλά πάντως ποινικής δικαιοσύνης, αντιμετωπίζει την πράξη αυτή ως μία πράξη ανακριτική, μία πράξη που κινείται στο πεδίο του ουσιαστικού και του δικονομικού Ποινικού Δικαίου.

Ακόμα όμως και εάν υιοθετήσουμε προς στιγμήν την εκδοχή ότι ως προς τη λειτουργική της φύση, όχι οργανικά, αλλά λειτουργικά, η εισαγγελική διάταξη είναι διοικητική, αυτή είναι ποινική κατά τα κριτήρια Engel της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, άρα υπάγεται σε όλους τους καταναγκασμούς της δίκαιης δίκης, κατά το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διότι έχει κυρωτικό χαρακτήρα, περιοριστικό θεμελιωδών δικαιωμάτων και δεν μπορεί αυτό να θεωρηθεί ότι είναι διοικητικό μέτρο.  Τη δυνατότητα άρσης του απορρήτου την έχει η δικαστική αρχή κατά το άρθρο 19 για τις ανάγκες της δικής της δικαιοδοσίας και στο πλαίσιο των συνταγματικών και διεθνών καταναγκασμών της δικαστικής δικαιοδοσίας.

Άρα το τι μπορεί ή δεν μπορεί να κάνει το δικαστικό όργανο, μας το λέει το Σύνταγμα πρωτίστως, αλλά μας το λέει και η κοινή νομοθεσία, αρχής γενομένης από τη βασική  διάταξη του σημερινού άρθρου 56 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το παλαιό 54, το οποίο μας λέει, «Ακόμα και στις περιπτώσεις που χρειάζεται άδεια για δίωξη, μπορεί να ενεργηθεί ανάκριση για τη βεβαίωση του εγκλήματος και πριν χορηγηθεί η άδεια, δεν επιτρέπεται μόνο να ενεργηθούν ανακριτικές πράξεις που θίγουν το πρόσωπο για τη δίωξη του οποίου χρειάζεται η άδεια». Αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία όταν πρόκειται να ενεργηθούν ανακριτικές πράξεις για πρόσωπα για τα οποία απαιτείται άδεια, αλλά ανεξαρτήτως αυτού, ανεξαρτήτως του εάν μιλάμε για Βουλευτή, Ευρωβουλευτή, Υπουργό, Πρόεδρο Δημοκρατίας ή για πρόσωπο που έχει ασκήσει το δικαίωμα του αναφέρεσθαι και άρα σε σχέση με την αναφορά του κατά το άρθρο 10 του Συντάγματος απαιτείται άδεια για να κινηθεί ποινική δίωξη, ακόμα και εάν δεν έχουμε τέτοιες περιπτώσεις, πάντως κινούμαστε στο πεδίο της Ποινικής Δικονομίας και του Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου.

Αυτό δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ισχύει για τη διακρίβωση ιδιαιτέρως σοβαρών εγκλημάτων. Μάλιστα η κοινή νομοθεσία έχει διευρύνει υπέρμετρα, καταχρηστικά, τον κατάλογο των εγκλημάτων που χαρακτηρίζει ως ιδιαιτέρως σοβαρά, χωρίς να είναι ιδιαιτέρως σοβαρά. Έχουμε μία κλασική, κατά τη γνώμη μου, περίπτωση καταστρατήγησης του Συντάγματος με τη διεύρυνση του καταλόγου. Αλλά δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι όταν με εισαγγελική διάταξη αίρεται το απόρρητο των επικοινωνιών για διακρίβωση ιδιαιτέρων σοβαρών εγκλημάτων κινούμαστε στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου και της ποινικής δικαιοδοσίας;  Πού κινούμαστε όταν η άρση γίνεται για λόγους εθνικής ασφαλείας; Τι είναι οι λόγοι εθνικής ασφαλείας;

Η έννοια των λόγων «εθνικής ασφάλειας» κατά το Σύνταγμα

Οι «λόγοι εθνικής ασφαλείας» αναφέρονται στο Σύνταγμα σε δύο διατάξεις. Η μία διάταξη είναι το 19 παρ. 1 εδ. β, η άλλη διάταξη είναι το άρθρο 5 Α  για τους περιορισμούς στο δικαίωμα της πληροφόρησης. Λέει το άρθρο 5 Α  παρ. 1 Σ «Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση όπως ο νόμος ορίζει. Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτού είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο, μόνον εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφαλείας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων». Αυτή η διατύπωση, η οποία παραπέμπει ευθέως στην υποχρέωση αιτιολογίας και στην υποχρέωση σεβασμού της αρχής της αναλογικότητας, νομίζω ότι πρέπει στο πλαίσιο της συστηματικής ερμηνείας να θεωρηθεί ότι ισχύει και για το άρθρο 19, παράγραφος 1, που ούτως ή άλλως ισχύει, γιατί το άρθρο 19 παρ. 1, ερμηνεύεται υπό το αναγκαστικό πρίσμα των κανόνων ερμηνείας του άρθρου 25 Σ. Άρα με υποχρεωτικό σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας και όλων των άλλων περιορισμών των περιορισμών που τυποποιεί το άρθρο 25 παρ. 1, που είναι η διάταξη των διατάξεων στο κεφάλαιο των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Τι ορίζεται ως εθνική ασφάλεια; Καταρχάς στο Σύνταγμα η εσωτερική ασφάλεια ορίζεται ως δημόσια ασφάλεια ( άρθρο 11 παρ. 2) ή ως δημόσια τάξη (άρθρο 13 παρ. 2 και 18 παρ. 3.) Ενδέχεται να θεωρήσει κανείς την εθνική ασφάλεια ταυτισμένη με την ανάγκη προστασίας της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας, κατά το άρθρο 14 παρ. 3, περ. δ, για τους περιορισμούς στην ελευθερία του Τύπου, ή την άμυνα της χώρας, όταν αίρεται η απαγόρευση της αναγκαστικής εργασίας. Αλλά ούτως ή άλλως, σε κάθε περίπτωση, η εθνική ασφάλεια συνδέεται με έννομα αγαθά που τυποποιούνται στον Ποινικό Κώδικα, η προσβολή των οποίων συνιστά έγκλημα. Η εθνική ασφάλεια τυποποιείται στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου πρωτίστως ως έννομο αγαθό της διεθνούς υπόστασης της χώρας που περιλαμβάνει τα επιμέρους έννομα αγαθά της εδαφικής ακεραιότητας, της διεθνούς ειρήνης και της αμυντικής ικανότητας της χώρας, καθώς και της προστασίας των κρατικών απορρήτων, άρθρα 138 έως 152 ΠΚ.

Γίνεται δεκτό από τη νομολογία του ΕΔΔΑ και συνταχθώ, παρότι δεν διευρύνονται οι περιορισμοί αλλά οι εγγυήσεις με την αναγωγή στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ότι στην έννοια της εθνικής ασφάλειας περιλαμβάνεται και η προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Πράγματι, λοιπόν, ο Ποινικός Κώδικας τυποποιεί και την προστασία του πολιτεύματος. Τα αδικήματα περί προσβολών του δημοκρατικού πολιτεύματος, περιλαμβάνονται στα άρθρα 134 έως 137 ΠΚ.

Συνεπώς, η άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφαλείας διαφοροποιείται μεν από την άρση του απορρήτου για τη διεύρυνση ιδιαιτέρως σοβαρού εγκλήματος, εφάπτεται όμως με το ενδεχόμενο τέλεσης τέτοιου εγκλήματος ή έστω προπαρασκευαστικών πράξεων. Χωρίς αυτή τη συσχέτιση δεν μπορεί να τεκμηριωθεί η επιβολή μέτρων περιορισμού του απορρήτου που ανήκει στον πυρήνα της ιδιωτικότητας του προσώπου που είναι η εντονότερη εκδοχή του δικαιώματος στην προσωπικότητα.

Απαιτείται κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου «πιεστική ανάγκη» στο πλαίσιο μίας δημοκρατικής κοινωνίας και πρέπει να επιδιώκεται η συγκέντρωση ζωτικών πληροφοριών, αλλιώς δεν τηρούνται τα κριτήρια της αρχής της αναλογικότητας. Όσο περιθώριο εκτίμησης και αν υπάρχει, όσο και αν οι ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους, μεταξύ των οποίων η εθνική ασφάλεια, ανήκουν στη λεγόμενη εθνική ταυτότητα του άρθρου 4 παρ. 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τώρα δεν είμαστε εκεί, δεν είμαστε στο πεδίο της Συνθήκης αυτής, είμαστε στο πεδίο του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Τα κενά της ισχύουσας κοινής νομοθεσίας

και η ανάγκη της σύμφωνης με το Σύνταγμα ερμηνείας της

Έρχομαι, λοιπόν, με αυτά ως μείζονα σκέψη στο ερώτημα, εάν ο νόμος, η κοινή νομοθεσία, ο νόμος 2225/1994 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και όλη η συναφής νομοθεσία, έχει κενά και αν αυτά μπορούν θεμιτά να συμπληρωθούν μέσα από τη σύμφωνη  με το Σύνταγμα ερμηνεία του νόμου.

Ερώτημα πρώτο. Επιτρέπεται η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφαλείας να γίνεται ανώνυμα και χωρίς αιτιολογία; Κατά τη γνώμη μου όχι, διότι όταν  το υποτίθεται αποφασίζον δικαστικό όργανο δεν γνωρίζει το όνομα και δεν διατυπώνει  αιτιολογία, δεν μπορεί να κάνει καμία στάθμιση από αυτές που απαιτούνται και κατά το Σύνταγμα και κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων Ανθρώπου. Είναι προδήλως  αντισυνταγματική η ρύθμιση και είναι λάθος μας που την ψηφίσαμε έτσι το 1994.

Ερώτημα δεύτερο. Ποιος αξιολογεί τα στοιχεία; Ποιος πρέπει να ελέγχει τις πληροφορίες; Οι μαγνητοφωνήσεις σε ποιον πρέπει να πάνε για αξιολόγηση; Εντέλει στη δικαστική αρχή η οποία και έχει παραγγείλει την παρακολούθηση, διότι αυτή θα κρίνει εάν θα παύσει η ανακριτική πράξη, εάν θα συνεχισθεί ή εάν θα ασκηθεί ποινική δίωξη. Μπορεί να κάνει την πράξη αυτή και μέχρι ποιου σημείου το όργανο της ΕΥΠ, που δεν είναι προανακριτικός υπάλληλος; Ρητά κατά τη νομοθεσία περί ΕΥΠ το προσωπικό της δεν έχει την ιδιότητα του  προανακριτικού υπαλλήλου. Κατά τη γνώμη μου, μόνον εάν θεωρηθεί ότι είναι ένα είδος «δικαστικής αστυνομίας»  πρώιμης, υπό τον απόλυτο έλεγχο του Εισαγγελέως μπορεί να γίνει αυτό από τα όργανα της ΕΥΠ, αστυνομικούς, στρατιωτικούς, πολιτικούς υπαλλήλους.

Ερώτημα τρίτο. Είναι δυνατόν η άρση να διατάσσεται με πράξη που δεν αναφέρει το όνομα δεν περιέχει  αιτιολογία και  περιάπτεται τον  τύπο  της εισαγγελικής διάταξης χωρίς περαιτέρω δικαστικό έλεγχο, δηλαδή χωρίς να υπάρχει  δυνατότητα προσφυγής σε δικαστικό συμβούλιο; Κατά τη γνώμη μου, όχι. Αυτό όμως προϋποθέτει ενημέρωση του θιγέντος, έστω εκ των υστέρων. Η κατάργηση της ενημέρωσης του θιγέντος είναι ένα πρόβλημα όταν έχει πια βεβαιωθεί ότι δεν υπήρχαν ζωτικές πληροφορίες, ήταν λανθασμένη εκτίμηση ότι πρέπει να παρακολουθηθεί μυστικά και βέβαια δεν γίνονται σεβαστές οι συνταγματικές αρμοδιότητες της ΑΔΑΕ.

Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, λέω τώρα γνωστά πράγματα, η παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών μπορεί να δικαιολογηθεί:

Εάν  προβλέπεται από τον νόμο, άρα πρέπει να προβλέπεται από το εθνικό Σύνταγμα και την εθνική νομοθεσία η οποία να μην είναι αντισυνταγματική και το εθνικό Σύνταγμα να μην είναι αντίθετο με τη Σύμβαση.

Εάν  υπηρετεί έναν ή περισσότερους από τους σκοπούς που αναφέρονται  στην παράγραφο 2 του άρθρου 8, μεταξύ των οποίων η εθνική ασφάλεια όπως την ορίσαμε.

Εάν είναι αναγκαία σε μία δημοκρατική κοινωνία, προκειμένου να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός.

Τα κριτήρια είναι πάρα πολλά και πάρα πολύ επεξεργασμένα, προφανώς γνωστά :

Πρέπει  να υπάρχει το στοιχείο της quality of law, όχι απλώς της νομιμότητας, αλλά της εσωτερικής ποιότητας του νόμου, της αναγκαιότητας, της επάρκειας, της αποτελεσματικότητας, των εγγυήσεων κατά της αυθαιρεσίας και εν μέρει της προβλεψιμότητας.            

Λέει το ΕΔΔΑ , δεν μπορώ να θεωρήσω την προβλεψιμότητα αναγκαίο στοιχείο της άρσης του απορρήτου, δηλαδή της μυστικής παρακολούθησης αλλά πάντως ένα κάποιο στοιχείο προβλεψιμότητας πρέπει να υπάρχει.

Πάντως πρέπει να υπάρχει αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα κατά το άρθρο 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης.

Ένας δε  πολύ βασικός δείκτης είναι ο δείκτης του ποσοστού απορρίψεων των αιτήσεων της αρχής για άρση του απορρήτου.

Η εισαγγελέας ανέφερε στη Βουλή 140 απορρίψεις. Εάν  οι 140 απορρίψεις αφορούν 15.000 παρακολουθήσεις το ποσοστό είναι μηδαμινό, έχει  θεωρηθεί ότι παραβιάζει το άρθρο 8  ΕΣΔΑ πολύ μεγαλύτερο ποσοστό απορρίψεων.

Η εφαρμογή του άρθρου 19 παρ. 1 Σ στις  περιπτώσεις των  βουλευτών ,του πρωθυπουργού και των υπουργών, του/της ΠτΔ

Έρχομαι τώρα στα περιβόητα πολιτικά πρόσωπα, λόγω της υπόθεσης Ανδρουλάκη. Καταρχάς πρέπει να σταματήσει η καφενειακού χαρακτήρα διάχυση  του αντικοινοβουλευτικού λαϊκισμού. Είναι νομικά ανακριβείς  διάφορες εκφράσεις της δεκαετίας του ’80, του τύπου «οι αιρετοί διαφεύγουν του ελέγχου», ποιοι αιρετοί,  οι δημοτικοί σύμβουλοι, οι συνδικαλιστές; Εδώ μιλάμε για αυτούς που έχουν ειδικό συνταγματικό καθεστώς, μιλάμε για τους βουλευτές  που έχουν βουλευτική ασυλία, περιορισμένη αλλά πάντως υπαρκτή, για τους ευρωβουλευτές  που σε εθνικό επίπεδο έχουν τα λειτουργικά  προνόμια  του βουλευτή, για τους υπουργούς  συμπεριλαμβανομένου του πρωθυπουργού, για την/ τον  Πρόεδρο της Δημοκρατίας.  Αμελλητί, ακόμα και από διοικητική εξέταση, εάν προκύψει ζήτημα ενδεχόμενης  ποινικής ευθύνης  υπουργού,  πρέπει να ενημερωθεί η Βουλή κατά το άρθρο 86 παρ. 2 Σ. Για την Πρόεδρο της Δημοκρατίας ισχύει το άρθρο 49 παρ.  1 εδ. β Σ. 

Όπως  έχουμε ήδη πει η πράξη άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών  είναι ανακριτική  και υπάγεται στο πεδίο του άρθρου 56 ΚΠΔ, για τους Βουλευτές  ισχύουν συνεπώς  οι εγγυήσεις της ασυλίας καταρχάς, του βουλευτικού  απορρήτου και του ακαταδίωκτου. Διατυπώνεται το ερώτημα Α, ναι, αλλά η Χρυσή Αυγή; Η  Χρυσή Αυγή είχε τελέσει αυτόφωρο κακούργημα, άρα δεν ισχύουν οι εγγυήσεις του άρθρου 62, δεν είχαν γίνει παρακολουθήσεις, ήρθησαν τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας μετά την άσκηση ποινικής δίωξης και απεκαλύφθη ότι ο ένας  μιλούσε  με τον άλλο, ο ηθικός αυτουργός με το φυσικό αυτουργό.

Άρα όταν η κυβέρνηση λέει, «ελάτε να συζητήσουμε ειδικούς κανόνες για την παρακολούθηση πολιτικών προσώπων», πού θα θεμελιωθούν αυτοί οι κανόνες, οι αποκλίνοντες από την αρχή της ισότητας; Στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, στην κοινοβουλευτική αρχή, στην ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος γενικά; Αυτά είναι αρχαϊσμός συνταγματικός, τα Συντάγματα εδώ και δύο αιώνες έχουν σταθμίσει τα θέματα αυτά και έχουν διαμορφώσει θεσμούς. Οι θεσμοί είναι το βουλευτικό ανεύθυνο, το βουλευτικό ακαταδίωκτο, το ανεύθυνο του ανωτάτου άρχοντος και η ποινική ευθύνη των Υπουργών. Γιατί πρέπει να επινοήσουμε άλλους θεσμούς; Αλλιώς δεν έχουμε συνταγματική θεμελίωση ή εξουδετερώνουμε το Σύνταγμα και το υποκαθιστούμε από πέντε αόριστες έννοιες, ότι Σύνταγμα είναι το γενικό συμφέρον, η αρχή της αναλογικότητας, η δημοκρατική αρχή και η αρχή του κράτους δικαίου, άρα δεν χρειάζεται να έχουμε  καμία άλλη ρύθμιση, διότι όλα τα άλλα θα τα ρυθμίζει ο νομοθέτης και ο δικαστής κατά το δοκούν, χειριζόμενος πέντε αόριστες έννοιες. Είναι αυτό το Σύνταγμα, ο συνταγματισμός, οι κατακτήσεις της νεωτερικότητας και ο ευρωπαϊκός νομικός και πολιτικός πολιτισμός; Δεν είναι αυτό. Δεν μας αρέσει αυτό; Πρέπει να το εξετάσουμε αυτό ως δικό μας πρόβλημα και όχι ως πρόβλημα του ευρωπαϊκού πολιτικού και θεσμικού κεκτημένου.

Αναπτύχθηκε το επιχείρημα ότι  στο νόμο 2225 / 1994, ο οποίος φέρει και την υπογραφή τη δική μου ως Υπουργού Τύπου, γιατί είχαν προστεθεί διατάξεις της αρμοδιότητας του Υπουργείου Τύπου, όχι γιατί είχα αρμοδιότητα για την άρση του απορρήτου, δεν  εξαιρεί τους Βουλευτές. Μα εξαίρει τους Υπουργούς; Εξαιρεί τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας; Η κοινή νομοθεσία πρέπει να εξαιρεί αυτούς που υπάγονται σε ειδικό συνταγματικό καθεστώς; Τους εξαιρεί παρόλα αυτά, διότι στο άρθρο 5 παρ. 4, που δεν τροποποιήθηκε ούτε τώρα που καταργήθηκε η δυνατότητα της ΑΔΑΕ να ενημερώνει τον θιγέντα με έγκριση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προβλέπεται ότι η Αρχή Διασφάλισης ενημερώνεται για κάθε άρση και σας διαβάζω επί λέξει «Ο Πρόεδρος της ΑΔΑΕ ενημερώνει σε κάθε περίπτωση…», προσέξτε, σε κάθε περίπτωση, «…τον Πρόεδρο της Βουλής και τους αρχηγούς των κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή και κοινοποιεί τη διάταξη στον Υπουργό Δικαιοσύνης». Ξέρετε τι συμβαίνει στην πράξη; Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, από τότε που ήταν ο κ. Αναστάσιος Παπαληγούρας Υπουργός Δικαιοσύνης, απευθύνθηκε με επιστολή του στην ΑΔΑΕ και είπε, «μη μου στέλνετε τα σώματα  των πράξεων, διότι δεν έχω πού να τα βάλω και τι να τα κάνω». Η ΑΔΑΕ επανήλθε πριν  μήνες και περιμένει ακόμα απάντηση. Επικράτησε δε η αντίληψη ότι η ενημέρωση «σε κάθε περίπτωση»  του Προέδρου της Βουλής και των αρχηγών των κομμάτων υπερκαλύπτεται από την ετήσια έκθεση της ΑΔΑΕ, η οποία προβλέπεται από άλλες διατάξεις, όπως προβλέπεται για όλες τις Αρχές και εμπεριέχει στατιστικού χαρακτήρα ενημέρωση. «Σε κάθε περίπτωση»  σημαίνει οπωσδήποτε και για κάθε ατομική εφαρμογή.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Αυτό συμβαίνει, γιατί το 1994 δεν υπήρχε ΑΔΑΕ, την ευθύνη του ελέγχου της ΕΥΠ και των παρακολουθήσεων την είχε η Βουλή κατευθείαν, χωρίς να παρεμβάλλεται η ΑΔΑΕ. Αυτή  όμως η ρύθμιση δεν άλλαξε ποτέ, απλώς παραβιάζεται η διάταξη. Όταν, λοιπόν, ο αρχηγός του κόμματος ενημερώνεται, δεν μπορεί να ελέγξει εάν παρακολουθούνται οι Βουλευτές του ή εάν παρακολουθείται ο ίδιος; Δεν πρέπει να ενημερωθεί για το εάν παρακολουθείται ο ίδιος; Άρα, λοιπόν, ούτε το επιχείρημα της απαράδεκτης «σύμφωνης με το νόμο ερμηνείας του Συντάγματος»  ισχύει, γιατί ο νόμος λέει άλλα πράγματα.

Η επίκληση απορρήτου ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής

Κλείνω με το ζήτημα της επίκλησης απορρήτου ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας και της Εξεταστικής Επιτροπής. Εδώ υπάρχει μία πολύ μεγάλη συζήτηση για την οριοθέτηση της σχέσης του πεδίου του νόμου και του πεδίου του Κανονισμού της Βουλής. Ο  Κανονισμός της Βουλής κατά το άρθρο 65 Σ κινείται εντός του πεδίου της εσωτερικής αυτονομίας, δεν μπορεί να παρέμβει στο πεδίο του νόμου. Αλλά πριν πάμε στον Κανονισμό,  είμαστε υποχρεωμένοι να ξεκινήσουμε από τις  συνταγματικές προβλέψεις περί εξεταστικών επιτροπών. Η Εξεταστική Επιτροπή είναι η υψίστη και ακραία μορφή του κοινοβουλευτικού ελέγχου, τυποποιείται στο άρθρο 68 του Συντάγματος το οποίο έχει αναθεωρηθεί  το 2019 και εμπεριέχει  μία βασική  τυπολογία Εξεταστικών Επιτροπών.

Έχουμε τις κοινές Εξεταστικές Επιτροπές του εδαφίου α της παραγράφου 2 του άρθρου 68 και τις Εξεταστικές Επιτροπές για θέματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας του εδαφίου β. Αυτές οι δεύτερες που έχουν ως αντικείμενο τα απόρρητα, μπορούν να συσταθούν μόνο με απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των Βουλευτών, ώστε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία να έχει το δεσμείν και το λύειν για το εάν θα συγκροτηθεί τέτοια Εξεταστική Επιτροπή. Εάν όμως συγκροτηθεί, δεν ισχύει το απόρρητο. Είναι σαν να δίνει εντολή η Ολομέλεια της Βουλής στο Υπουργό να μην επικαλείται το απόρρητο. Αλλά εδώ έρχεται η κοινοβουλευτική πλειοψηφία και λέει, «θεωρώ ότι η Επιτροπή αυτή δεν ασχολείται με θέματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας, ότι οι υποκλοπές δεν είναι θέμα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας, ψηφίζω παρών στην πρόταση» και με 148 ψήφους συγκροτείται η Επιτροπή του εδαφίου α, άρα δεν εμπίπτει στα απόρρητα για λόγους εθνικής άμυνας και εξωτερικής πολιτικής.

Εγώ νομίζω ότι εκεί σταματά όλη η συζήτηση, διότι δεν θα ερμηνεύσουμε και το άρθρο 68 με βάση τις  διατάξεις του Κανονισμού  της Βουλής, που χρησιμοποιούνται για να υποστηριχθεί  ότι ο Υπουργός μπορεί επικαλούμενος το απόρρητο να εξουδετερώνει κάθε είδος ελέγχου, ακόμα και εάν έχει συγκροτηθεί ad hoc Εξεταστική Επιτροπή και την έχει υπερψηφίσει η πλειοψηφία. Αλλιώς οδηγούμαστε στο απόλυτο absurdum, δηλαδή στην εκμηδένιση της κοινοβουλευτικής ευθύνης και της λογοδοσίας και της δυνατότητας να ασκείται κοινοβουλευτικός έλεγχος και στη διακωμώδηση της αναθεώρησης του 2019, που δήθεν διευκόλυνε την αντιπολίτευση να συγκροτεί Εξεταστικές Επιτροπές. Μιλάμε τώρα για το διασυρμό της ερμηνείας και της εφαρμογής του Συντάγματος και της έννοιας των οργανωτικών  βάσεων του πολιτεύματος.  Αυτό  είναι κατά τη γνώμη μου το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται το θέμα.

* Εισήγηση σε επιστημονική εκδήλωση που οργάνωσε ο ΔΣΑ και η επιστημονική επιτροπή του «Νομικού Βήματος», στις 14.9.2022 στην αίθουσα του ΔΣΑ. Η τεκμηρίωση των θέσεων που υποστηρίζονται περιλαμβάνεται σε πρόσφατη εκτενή μελέτη: Ευάγγελος Βενιζέλος, Τα συνταγματικά όρια στην άρση του τηλεφωνικού απορρήτου των πολιτών και των  πολιτικών  προσώπων για λόγους εθνικής ασφάλειας – Η υπόθεση Ανδρουλάκη, www.constitutionalism.gr

 

Εάν θέλετε κάθε πρωί το ενημερωτικό δελτίο του KReport στο email σας και πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!