ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειος: 50+1 όψεις των ελληνοτουρκικών διενέξεων, του Αλέξη Ηρακλείδη, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2020 (β’ έκδοση)

Όσο κι αν η ελληνική κοινή γνώμη – και η ευρύτερη, αλλ’ ακόμη και η κατά τεκμήριο πιο ενημερωμένη (στο μηντιακό πυρήνα, στην πολιτική διαχείριση, στην ακαδημαϊκή κάλυψη οσάκις λαμβάνει τον λόγο δημόσια) – παρακολουθεί τα ελληνοτουρκικά μέσα από κύματα ακραίας ανησυχίας και επανάπαυσης, με απόληξη τα τελευταία ιδίως χρόνια μια λογική του «η Τουρκία έχει προβλήματα, βρίσκεται στριμωγμένη» κλπ., λογική που βέβαια… διαψεύδεται σε κάθε δεύτερη στροφή, έχει πλέον συνειδητοποιηθεί ότι είναι απαραίτητη μια ψυχραιμότερη και – κυρίως – πληρέστερη γνώση του status rerum. Του πώς δηλαδή εμφανίζονται τα πράγματα στην πραγματικότητα. Όχι στο φαντασιακό, όχι στην προβολή των εθνικών στερεοτύπων και των καθησυχαστικών (από πλευράς πολιτικού κόστους) «κόκκινων γραμμών».

Μπορεί δε το καλοκαίρι του 2022 να μην επανάφερε την οξύτητα και τον κίνδυνο ανάφλεξης επί του πεδίου όσο το αντίστοιχο του 2020 (με το πλωτό γεωτρύπανο Αμπντούλ Χαμίτ Χαν να μην επαναλαμβάνει μέχρι τώρα τον πλου του ερευνητικού Ορούτς Ρέϊς στην Ανατολική Μεσόγειο/Δωδεκάνησα), πλην όμως και η κατάσταση στον Έβρο παραμένει τεταμένη, και οι δηλώσεις περί «Γαλάζιας Πατρίδας» βαραίνουν κι ακόμη περισσότερο τα περί αποστρατικοποίησης των νησιών του Αιγαίου κρατούν την ένταση ψηλά. Ενώ, τόσο οι κουρασμένες Διερευνητικές Επαφές/Συνομιλίες (αισίως στον 64ο γύρο, τον Φεβρουάριο 2022) όσο και οι εκδοχές Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης που έπαιζαν ρόλο εκτόνωσης των εντάσεων (αν και χωρίς απτά αποτελέσματα) έχουν τεθεί και παραμένουν στον πάγο. ιδίως μετά την τοποθέτηση Ερντογάν «ο Μητσοτάκης δεν είναι πλέον συνομιλητής», τον Μάϊο 2022.

Σε αυτό λοιπόν το φόντο, το «50+1 όψεις των ελληνοτουρκικών διενέξεων» του Αλέξη Ηρακλείδη εισφέρει μιαν πολύ χρήσιμη προσγείωση – σε όποιον το επιθυμεί και … αντέχει την πραγματικότητα. Ο Ηρακλείδης βάζει το στοίχημα να δώσει στον αναγνώστη ανοιχτών οριζόντων – αλλά και «στον σχολιαστή και χειριστή αυτών των θεμάτων» – μιαν εύχρηστη προσέγγιση των προβλημάτων «που αναφύονται στην διένεξη του Αιγαίου και στην Ανατολική Μεσόγειο, με έμφαση στα ενεργειακά (φυσικό αέριο), σε συνδυασμό και με το Κυπριακό». Κατατεθειμένος στόχος του, «η αποφυγή, μέσα από αντικειμενική γνώση των διαφόρων όψεων της διένεξης […] της μετωπικής σύγκρουσης και η ειρηνική επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών». Ευθύς εξαρχής ξεκαθαρίζει ότι, η ελληνική διπλωματία «προκειμένου να είναι και πιο αποτελεσματική και πειστική διεθνώς» χρειάζεται γι αυτόν «να κάνει διάκριση μεταξύ δυο πραγμάτων: (α) Των ακραίων ενεργειών που φέρουν τα τελευταία χρόνια την σφραγίδα Ερντογάν […] και (β) των σοβαρών θέσεων της Τουρκίας στα θέματα του Αιγαίου, που συνιστούν «νομιμοποιημένα» και «ζωτικά συμφέροντα» κατά την Διακήρυξη της Μαδρίτης, Παπανδρέου-Τζεμ (1997)».

Διαρθρώνει λοιπόν ο Αλ. Ηρακλείδης το βιβλίο του και την προσέγγισή του ξεκινώντας με πρώτο ερώτημα «Ποιες είναι οι ελληνοτουρκικές διαφορές του Αιγαίου;» δηλαδή αναμετρούμενος ευθύς εξ αρχής με την Μολυβιάτεια (δική μας η διατύπωση…) μη-θέση περί μιας και μόνης διαφοράς που επιδέχεται συζήτηση: Της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας (και ΑΟΖ), που «παγώνει» τον διπλωματικό χρόνο στο 1976 και το Πρακτικό της Βέρνης.

Απαριθμεί ψύχραιμα ο Ηρακλείδης ως διαφορές, πέραν των κυριαρχικών δικαιωμάτων στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου (όπου ήδη επωάζεται η αντίστοιχη για ΑΟΖ), τα όρια των μελλοντικών χωρικών υδάτων στα 10 ή 12 μίλια, την επίλυση του θέματος του εναερίου χώρου, τη στρατικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου (που επ’ εσχάτων «ανεβαίνει» δυσοίωνα), το θέμα των βραχονησίδων και των «γκρίζων ζωνών» και τον έλεγχο της εναέριας κυκλοφορίας/FIR Αθηνών. Σ’ αυτά προστέθηκαν τα τελευταία χρόνια – όσο οι υφιστάμενες διαφορές δεν παίρνουν τον δρόμο κάποιας επίλυσης – τα θαλάσσια σύνορα υπό την έννοια ιδίως της έρευνας και διάσωσης, αύριο ενδεχομένως και των αλιευτικών δικαιωμάτων, εκατέρωθεν.

Σ’ αυτό το σκηνικό, ιστορούνται οι φάσεις που πέρασε η διένεξη του Αιγαίου: 1973-1981 με έντονη διπλωματική κινητικότητα, 1981-1989 με σημαντικές διακυμάνσεις και «στιγμή Νταβός», 1991-1999 με προσπάθειες εκτόνωσης και αναζωπύρωση «ψυχρού πολέμου» (στιγμή Ιμίων), 1999-2011 ύφεση και απόπειρες διαλόγου (δρομολόγηση «διερευνητικών επαφών»), 2012-2015 με στασιμότητα και 2016-2020 με νέο ελληνοτουρκικό ψυχρό πόλεμο.

Στα επόμενα δύο –καίρια- ερωτήματα, ο Ηρακλείδης θέτει (και απαντά) ποιες είναι οι κυρίαρχες απόψεις σε Ελλάδα και σε Τουρκία, αντιστοίχως, σχετικά με την διένεξη του Αιγαίου. Εδώ, βρίσκεται όλη η αντιπαράθεση της «εποικοδομητικής σχολής» με την «απορριπτική» σ’ εμάς: Η δεύτερη είτε ακραία, είτε ηπιότερη, αλλά πάντως οδηγεί σε πάγωμα του διαλόγου. Ομοίως, καλύπτεται ο εναγκαλισμός της νομικής προσέγγισης – που ωστόσο δεν οδηγεί πολιτικά σε μια λογική Χάγης, τελευταίως δε συνδυάζεται με το χτίσιμο δυνατοτήτων «αποτροπής και ανάσχεσης». Ενώ στην απέναντι ακτή του Αιγαίου συναντά κανείς τους φόβους περί Αιγαίου ως «ελληνικής λίμνης» και τα εργαλεία, νομικά και πολιτικά, με τα οποία η Τουρκία ασκεί διεθνώς πίεση ώστε να απελευθερωθεί η ίδια από το «σύνδρομο των Σεβρών»  – πέραν δηλαδή του casus belli και των πιο πρόσφατων διεκδικήσεων της «Γαλάζιας Πατρίδας» επί του πεδίου.

Από κει και πέρα, προσεγγίζεται η πυραμίδα των επιμέρους ελληνοτουρκικών διαφορών, με χωριστή προσπάθεια επεξήγησης (αλλ’ όχι και υπεραπλούστευσης…) των εκατέρωθεν νομικών επιχειρημάτων – για υφαλοκρηπίδα, για χωρικά ύδατα/12 μίλια, για εναέριο χώρο, για αποστρατικοποίηση και για «γκρίζες ζώνες». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επεξήγηση του τι αποτελεί – και τι όχι – το διαβόητο τουρκικό casus belli (ήδη από Οζάλ/1986 υπαινικτικά  με αναφορά σε «όλα τα απαραίτητα μέτρα», πάντως το 1995 ρητώς διακηρυγμένο από την Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση, με απόπειρα χαλάρωσης επί της «περιόδου καλού» Ερντογάν): Γίνεται αναφορά στο στοιχείο τουρκικού φόβου/ζωηρού ενδιαφέροντος για το Αιγαίο ως «ελληνική λίμνη» – που, όμως, ευλόγως λειτουργεί ως μπούμερανγκ στις ελληνικές στάσεις απόκρουσης/αίσθησης προσβολής/απειλής.

Σ’ αυτό το φόντο, γίνεται από τον Αλ. Ηρακλείδη και η πραγμάτευση των λόγων που εξηγούν γιατί η (παρασκηνιακά, τουλάχιστον) συζητούμενη μονομερής επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 μίλια -ή και στα 10, λόγω ιδιαιτερότητας του Αιγαιακού χώρου- θα δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα κι απ’ όσα γίνονται συνήθως αντιληπτά –όρα Καραμανλή/Ετσεβίτ στο Μοντραί (1978).

Ακόμη μεγαλύτερη τόλμη χρειάστηκε να επιστρατεύσει ο Ηρακλείδης – και αυτό του το «χρωστάει» ο αναγνώστης – για να επισημάνει/διατυπώσει τα σφάλματα των ελληνικών θέσεων, από την μη-αναγνώριση διαφορών πέραν της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας (και, ήδη, ΑΟΖ) μέχρι του καθορισμού των θαλασσίων συνόρων. Κάνει την προσέγγιση αυτή συνδυάζοντας την προσεκτική παράθεση των νομικών επιχειρημάτων με την αξιολόγηση της διεθνοπολιτικής τους πειστικότητας.

Απ’ εκεί και πέρα, η ξενάγηση στις τρεις σχεδόν δεκαετίες προσπαθειών διπλωματικού διαλόγου, από την δεκαετία τού 70 μέχρι και το 2011, χρησιμεύει στο να συνειδητοποιήσει ο αναγνώστης πόσο μη-μονολιθική/μη-στεγανή είναι, διαχρονικά, η ελληνική θέση όπως υποστηρίχθηκε μπροστά στο διεθνές σύστημα. Τα σημεία σύγκλισης, οι περιοχές τριβής και αδιεξόδου σ’ αυτήν την διαδικασία αξίζουν να τα έχει κανείς καταγεγραμμένα στον νου του γιατί… κάποτε, είτε μετά από κρίση/ανάφλεξη, είτε υπό την πίεση του διεθνούς παράγοντα, είτε και από ωρίμανση των πολιτικών συστημάτων των δυο χωρών («η ελπίδα πεθαίνει τελευταία»…), θα χρειαστεί αυτό το κεκτημένο, όσο κι αν τελευταίως έχει απεμποληθεί, να ξαναχρησιμοποιηθεί.

Εκείνο όμως που είναι αληθινά αναντικατάστατο στο βιβλίο αυτό του Αλέξη Ηρακλείδη – μετά από 4 ερωταπαντήσεις για το πώς πορεύεται, θεωρητικά, μια διαδικασία επίλυσης διαφορών ενώπιον Διεθνών Δικαστηρίων ή με διαπραγματεύσεις (ανήφορος η προσπάθειά του να διορθώσει ευγενικά τις «ατυχείς προσλήψεις» για τις προϋποθέσεις: Προσπάθεια ειλικρινούς διαλόγου, αμοιβαίες υποχωρήσεις, ανεύρεση «κοινού εδάφους», μη-εξοικείωση/απέχθεια στην λέξη καν «συμβιβασμός») είναι η προσέλευση στο ναρκοπέδιο του τι θα σήμαινε και τι όχι μια ετυμηγορία Διεθνούς Δικαστηρίου, τόσο δε για την υφαλοκρηπίδα όσο και για τα χωρικά ύδατα.

Ακριβώς εδώ – και μάλιστα στο ερώτημα «Τι προβλέπεται να αποφασίσει ένα διεθνές δικαστήριο για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο;» μαζί και με τα σενάρια που έχουν ήδη συζητηθεί διεθνώς (με Χάγη, Αμβούργο ή και διαιτητικά δικαστήρια και την έως τώρα σχετική νομολογία τους στο φόντο), διαπιστώνει ο αναγνώστης πόσο μακριά βρίσκεται η συνήθης συζήτηση στην Ελλάδα (πάντως των τελευταίων χρόνων). Δεν είναι μόνο το συμπέρασμα ότι το αποτέλεσμα θα είναι κάπου 70-80% στην Ελλάδα και 20-30% στην Τουρκία, είναι και τα σχήματα που θα χρειαστεί να διαμορφωθούν για να μην υπάρξει «περικύκλωση» των ελληνικών νησιών και η αποδοχή μειωμένης επήρειάς τους σε ορισμένα μέρη -ώστε να αντανακλάται το μέγεθος των τουρκικών παραλίων. Αντίστοιχα ισχύουν και σχετικά με την έννοια της συνεκμετάλλευσης, ως εκδοχής για την επίτευξη συμφωνίας στα πλαίσια συνδιαλλαγής. Αντίστοιχα δύσβατη είναι για την συνήθη συζήτηση του θέματος, η πραγμάτευση του θέματος των χωρικών υδάτων και – μάλιστα όπως «ξεφεύγει» επ’ εσχάτων – του θέματος της αποστρατικοποίησης των νησιών.

Καλύτερα για τον αναγνώστη να επανέρχεται κάθε τόσο στο τμήμα που αφορά το ερώτημα: «Η συνεχιζόμενη μη-επίλυση των διαφορών λειτουργεί υπέρ ή κατά της Ελλάδος;» Ακόμη και σταματώντας στο 2020, το συμπέρασμα δεν είναι ευχάριστο άσχετα αν για την εκάστοτε Κυβέρνηση είναι πολιτικά αποδοτική η προσκόλληση στο (επιδεινούμενο, έστω) status quo.

Το τελευταίο μέρος του βιβλίου – με 10 ερωτήματα, αυτό – έρχεται να ενσωματώσει στη συζήτηση τη (νομική/πολιτική, κατά κύριο λόγο) προσέγγιση του θέματος των ενεργειακών πόρων, κυρίως στην Ανατολική Μεσόγειο και με το Κυπριακό να εμπλέκεται αναπόδραστα στην συζήτηση. Η οικονομική διάσταση λειτουργεί, αλλά περισσότερο σαν φόντο. Από τις έρευνες και τις εξορύξεις μέχρι τις συζητήσεις για τους αγωγούς, ακόμη και σε μια εποχή όπου η ενεργειακή κρίση ΔΕΝ ήταν παρούσα, εκείνο που προκύπτει είναι ότι η αναζήτηση ενός «παίγνιου θετικού αθροίσματος» μπορεί να φαίνεται μονόδρομος για όποιον βλέπει την Ανατολική Μεσόγειο από κάποια απόσταση. όμως το να φιλοξενηθούν οι αναγκαίες υποχωρήσεις στο εσωτερικό των εμπλεκομένων πολιτικών συστημάτων, φαντάζει ως αληθινά απόμακρη προοπτική. Όσο κι αν στιγμές στιγμές (στην περίπτωση της Κύπρου) δίνεται η εικόνα ότι τα μέρη… τείνουν «συνειδητά να βγάλουν τα μάτια τους».

Έχει ένα ηρωικό στοιχείο η προσπάθεια αυτή του Αλέξη Ηρακλείδη να φέρει στο προσκήνιο στοιχεία που επιτρέπουν στον αναγνώστη να αξιολογήσει όσα – ως αυτονόητα, αν μη ως εθνικά επιβεβλημένα – διακινούνται συνήθως στην δημόσια συζήτηση για την ελληνοτουρκική διένεξη. Του οφείλουμε ευχαριστίες, παρά την πολυπλοκότητα των θεμάτων. (Βέβαια, κι ο ίδιος θα γνωρίζει το παραμύθι, με τα παιδιά που πορεύονται, χαμένα, στο μεγάλο δάσος. Και τραγουδούν εύκολους, παιδικούς σκοπούς. Για να ακούν την αντήχηση της φωνής τους και να αισθάνονται ότι έχουν παρέα, άρα ασφάλεια…).

Αυτό το άρθρο ήταν από εμάς!

Εάν θέλετε να έχετε πρόσβαση καθημερινά σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!