ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΑΡΘΡΑ
ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΙΜΑ

Ξαφνικά, ένα βράδυ

Κάθε φορά που δημοσιογράφοι από την Ελλάδα και την Τουρκία επικοινωνούσαν και κουβέντιαζαν- παλιότερα, όταν αυτό ήταν ακόμη εφικτό, δεν είναι πια- μια απλή αλήθεια επαναλαμβανόταν ως κλισέ: Η Τουρκία ως θέμα «πουλάει» στην Ελλάδα, η Ελλάδα δεν «πουλάει» στην Τουρκία. Το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης του ενός για τον άλλον ήταν ασύμμετρο στις δύο χώρες. Η Τουρκία ήταν (και παραμένει) πολύ περισσότερο παρούσα, ορατή στον δημόσιο διάλογο της Ελλάδας, η Ελλάδα δεν βρίσκεται στο οπτικό πεδίο του μέσου Τούρκου. Η Τουρκία ήταν πάντα στην συνείδηση του μέσου Έλληνα η απειλή υπ’ αριθμόν ένα, η Ελλάδα αντίθετα δεν εκλαμβανόταν ως απειλή και βρισκόταν χαμηλά στην λίστα των χωρών που η τουρκική κοινή γνώμη θεωρούσε εχθρικές ή επικίνδυνες.

Με αυτό το δεδομένο- που επιβεβαιώνεται και από σχετικά πρόσφατες δημοσκοπήσεις- είναι πραγματικά εντυπωσιακός ο τρόπος που, ξαφνικά, η Ελλάδα προέκυψε ως κεντρικό θέμα στην προεκλογική Τουρκία. Η Ελλάδα ως χώρα απειλούμενη, η Ελλάδα ως χώρα που απειλεί, είναι καθημερινά σχεδόν παρούσα στις ομιλίες του Ερντογάν μα και στις πρώτες σελίδες πολλών εφημερίδων. Ένα διπλό αφήγημα πλέκεται με συστηματικό τρόπο: Η Ελλάδα είναι ο αδύναμος γείτονας («δεν είναι οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά αντάξιοί μας, ώστε να συζητάμε μαζί τους», έλεγε τις προάλλες ο Ερντογάν), ο οποίος όμως «κατέχει νησιά» στο Αιγαίο και στον οποίο η Τουρκία κάποια στιγμή θα δώσει ένα μάθημα («θα έρθουμε ξαφνικά, ένα βράδυ»). Και ταυτόχρονα η Ελλάδα είναι το «πιόνι» που η εχθρική Δύση, Αμερική και Ευρώπη, οι σατανικές Μεγάλες Δυνάμεις που επιβουλεύονται την Τουρκία, εξοπλίζουν και βάζουν να την προκαλεί.

Η ένταση και η πυκνότητα αυτής της καθημερινής σχεδόν επιθετικής ρητορικής, δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Γιατί το κάνει, λοιπόν, ο Ερντογάν; Τι επιδιώκει; Η συνηθισμένη απάντηση είναι πως το κάνει για λόγους εσωτερικής πολιτικής. Με στόχευση εκλογική. Κι είναι αλήθεια πως οι εκλογές, που θα γίνουν το αργότερο ως τις 18 Ιουνίου, είναι για τον Ερντογάν ένα κολοσσιαίο στοίχημα. Αν κερδίσει, κερδίζει- ή έτσι ο ίδιος πιστεύει- μια ευκαιρία στην αιώνια δόξα, μια ευκαιρία να πάρει, εκατό χρόνια μετά την ίδρυση του τουρκικού κράτους, την θέση που είχε στην εθνική ιστορία ο ιδρυτής του. Αν χάσει, κινδυνεύει να χάσει, ο ίδιος, η οικογένεια και το στενό του περιβάλλον, πολύ περισσότερα και πολύ ζωτικότερα από την εξουσία και τα προνόμιά της. Θα κάνει, προφανώς, ό,τι μπορεί για να μην χάσει. Θα φθάσει στα άκρα. Αλλά η Ελλάδα πώς του χρησιμεύει στην προσπάθειά του; Αν «η Ελλάδα δεν πουλάει στην Τουρκία», πώς περιμένει πολιτικό όφελος από αυτή την εμπρηστική περί Ελλάδας ρητορική;

Μια εξήγηση θα ήταν πως ο Ερντογάν μιλά για την Ελλάδα, κι ας μην «πουλάει», επειδή δεν έχει τίποτε άλλο να πουλήσει. Το βασικό πολιτικό του καύσιμο- η ευημερία που προσέφερε επί 20 χρόνια σε μια νέα μεσαία τάξη που, επί των ημερών του, απέκτησε συνείδηση του εαυτού της- εξαντλήθηκε. Ο οικονομικός δείκτης που αμεσότερα και οδυνηρότερα καταγράφεται στην καθημερινή ζωή, ο πληθωρισμός, έχει επιστρέψει στα επίπεδα που ήταν όταν η Άγκυρα χτυπούσε την πόρτα του ΔΝΤ κι αυτό με την σειρά του, με τις πολιτικές που επέβαλε, άνοιγε την πόρτα στον Ερντογάν. Ούτε το όνειρο του νέου «χαλιφάτου» που διακινούσε μετά την αραβική άνοιξη και τον οδήγησε σε σύγκρουση με όλους τους γείτονες- Συρία, Αίγυπτο, Ισραήλ, Σαουδική Αραβία και Εμιράτα- κόβει πια εισιτήρια. Άλλωστε με όλους αυτούς τους χθεσινούς εχθρούς προσπαθεί τώρα να γίνει φίλος.

Μια δεύτερη εξήγηση θα μπορούσε να είναι πως επιχειρεί έτσι να μιλήσει απ’ ευθείας, ο ίδιος, στο εθνικιστικό ακροατήριο του ακροδεξιού κυβερνητικού εταίρου, του Μπαχτσελί, που παρακμάζει στις δημοσκοπήσεις και βλέπει ψηφοφόρους του να μεταναστεύουν προς την ομοϊδεάτισσά του, αλλά εγκατεστημένη στο αντιπολιτευτικό μπλοκ, Ακσενέρ.

Και μια τρίτη εξήγηση, πραγματικά ανατριχιαστική, θα ήταν πως, ακόμη κι αν οι απειλές κατά της Ελλάδας δεν συγκινούν και πολύ το εκλογικό σώμα, όσο μένουν στα λόγια, προετοιμάζουν πράξεις που, αν και όταν πραγματοποιηθούν, αν και όταν το μικρόφωνο δώσει την θέση του στα όπλα, θα αλλάξουν υποχρεωτικά το πολιτικό κλίμα. Και, εναλλακτικά, θα μπορούσαν να του δώσουν την ευχέρεια να χρησιμοποιήσει το προνόμιο που του δίνει το Σύνταγμα- ο Πρόεδρος, αν η χώρα βρεθεί σε εμπόλεμη κατάσταση, μπορεί να αναβάλει εκλογές- για να αναβάλει τις κάλπες για ένα χρόνο, αν έχει χάσει κάθε ελπίδα να τις κερδίσει. Εξωφρενικό, ακραίο, αλλά…

Σενάρια. Αμέτρητα σενάρια- με επικρατέστερο εκείνο που υποστηρίζει ότι η προεκλογική, πολιτική σκοπιμότητα είναι όντως ένα κίνητρο για την καλλιέργεια της έντασης με την Ελλάδα. Μα πως η ένταση αυτή και οι απειλές που την συνοδεύουν εντάσσονται σε μια πολύ ευρύτερη διαπραγμάτευση, ένα πολύ μεγαλύτερο παιχνίδι της Τουρκίας με την Δύση. Η απειλή των όπλων πάνω από το Αιγαίο είναι ένα ακόμη χαρτί σε μια παρτίδα πόκερ που ο Ερντογάν προσπαθεί να παίξει- εκβιαστικά, άγαρμπα, ριψοκίνδυνα- με έπαθλο την θέση της χώρας του στον κόσμο και την αναγνώριση μιας ειδικής σχέσης της με το δυτικό σύστημα.

Μπορεί, λοιπόν, να συμβεί πράγματι κάτι ακραίο, «ξαφνικά ένα βράδυ»; Δεν είναι εύκολο, δεν είναι πιθανό, αλλά κανείς δεν μπορεί να το αποκλείσει. Μπορεί απλώς να κάνει ό,τι μπορεί για να το αποτρέψει. Εκεί, νομίζω, βρισκόμαστε.

 

Εάν θέλετε κάθε πρωί το ενημερωτικό δελτίο του KReport στο email σας και πρόσβαση σε όλο το περιεχόμενό μας, κάντε μια δοκιμαστική συνδρομή!