ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Ελληνική Υψηλή Στρατηγική: Διάλογοι με την Ηγεσία της Χώρας

Κυριάκος Μητσοτάκης – Αλέξης Τσίπρας – Νίκος Δένδιας – Μαργαρίτης Σχοινάς – Κωνσταντίνος Φλώρος – Γιάννης Στουρνάρας – Θόδωρος Βενιάμης

Επιμέλεια: Αθ. Πλατιάς – Χρ. Χατζηεμμμανουήλ, Εκδόσεις  ΕΥΡΑΣΙΑ, Αθήνα 2022

Αν πάει κανείς στο – ουσιαστικό – τέλος αυτού του ιδιότυπου εγχειρήματος διερεύνησης του κατά πόσον η Ελλάδα του 2022 διαθέτει κάτι σαν υψηλή στρατηγική/grand strategy, και σαν τι λογής περιεχόμενο έχει η εν λόγω στρατηγική ή υπόσχεται κατά την επιχειρούμενη εφαρμογή της, καλύτερα να σκοντάψει στην Ποππεριανή θυμοσοφία που επιστρατεύει ο Γιάννης Στουρνάρας ως συμμετέχων, όχι-ακριβώς-κεντρικά, στην συζήτηση περί στρατηγικής προκειμένου να έχει μιαν κατάληξη αισιοδοξίας. «Στις διαπιστώσεις τους για τον κόσμο, οι απαισιόδοξοι είναι συνήθως πιο σωστοί από τους αισιόδοξους. Αλλ’ αν η ανθρωπότητα έφθασε έως εδώ που βρίσκεται, το οφείλει στους αισιόδοξους».

Αν, τώρα, επιστρέψει κανείς στην κανονική ροή του βιβλίου, θα διαπιστώσει εύκολα την ιδιαιτερότητα του εγχειρήματος, να δοθεί δηλαδή ο λόγος στους βασικούς διαμορφωτές στρατηγικής – χωρίς να μείνουμε διεξοδικά στο ΤΙ ακριβώς διαλαμβάνει η στρατηγική, και δη η υψηλή στρατηγική, ως «συντονισμός και συνδυασμένη εκδίπλωση όλων των μέσων ή πηγών ισχύος, που διαθέτει ένα Κράτος ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι, όπως αυτοί έχουν προσδιοριστεί» σε μια πραγματικότητα όπως της Ελλάδας του 2022. Και με ένα πολιτικό σύστημα, καθώς και ένα ευρύτερο κατεστημένο, μαθημένο σε κάτι σαφώς πλησιέστερο προς τον τακτικισμό με – απλώς – την ετικέτα «στρατηγική» (Δική μας η εκτίμηση, όχι του βιβλίου).

Έγκειται η εν λόγω ιδιαιτερότητα στο ότι οι σχεδιαστές αυτού του έργου έδωσαν τον λόγο, σε μια συζητητική λογική και με την ουσιαστική συμμετοχή – πέραν των συντονιστών/επιμελητών – αρκετών άλλων Ελλήνων πανεπιστημιακών των διεθνών σχέσεων, στους βασικούς «παίκτες» του συστήματος στην Ελλάδα όταν μιλούμε για στρατηγική. Ο Πρωθυπουργός, ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και ο υπουργός Εξωτερικών αυτονόητοι. Ο Α/ΓΕΕΘΑ, ενδιαφέρουσα συμπλήρωση στην έννοια της υψηλής στρατηγικής: άλλωστε στρατιωτική δεν είναι η ρίζα αυτής της συζήτησης περί στρατηγικής (όπως άλλωστε δεν παύουν να μας θυμίζουν τα τελευταία χρόνια); Απ’ εκεί και πέρα, η φιλοξενία Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ανοίγει την συζήτηση τόσο του ποιο στοιχείο στρατηγικής ενυπάρχει στις Βρυξέλλες – αλλά και πόσο οι εθνικές στρατηγικές, σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, επικαθορίζονται από τα εκεί. Αντίστοιχα, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος αντιπροσωπεύει το σε ποια έκταση η Φρανκφούρτη διαμορφώνει το βάθρο της μακροοικονομικής διαχείρισης, «εκεί που μετράει». Και των δυο η ένταξη στην αναζήτηση της υψηλής στρατηγικής (της χώρας, αφού αυτό θέλει ο τίτλος…) έχει συνεπώς ενδιαφέρον πολύ πέρα από το θεωρητικό. Όσο για την συμμετοχή του Προέδρου των Ελλήνων Εφοπλιστών (της εποχής των συζητήσεων αυτού του τόμου, πριν την ανάδειξη της νέας ηγεσίας της ΕΕΕ…) είναι ένα στοίχημα που επιδιώκει να αναδείξει την εγγύτητα της Ελλάδας προς τις θαλάσσιες/ωκεάνειες δυνάμεις αντί των ηπειρωτικών – κατεξοχήν στρατηγικό στοίχημα, αυτό.

Οι σχετικές συζητήσεις δεν είναι σπουδαστηρίου, καθώς διοργανώθηκαν με δημόσιο τρόπο από το Συμβούλιο Διεθνών Σχέσεων/The Council – Greece in Global Affairs στο διάστημα 12 Φεβρουαρίου – 13 Ιουλίου 2021 (άνοιξε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, έκλεισε ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας, που έχει την δική του σημασία το ότι προσήλθε στην έτσι οργανωμένη συζήτηση). Οι 7 κεντρικοί συντελεστές του γυμνάσματος προσέρχονταν ως κεντρικοί εισηγητές, με πανεπιστημιακούς να παρεμβαίνουν ως συζητητές – και … να κατορθώνουν να γίνεται κάτι σαν συζήτηση. (Στο βιβλίο παρουσιάζονται και οι προσκλήσεις-αφίσες για την διαδικτυακή παρακολούθηση). Αυτό το format έχει βέβαια το μειονέκτημα μιας τυποποιημένης δομής, όμως διατηρεί και την διάσταση της συζήτησης, του «ανοίγματος» θεμάτων.

Ασφαλώς, όπως επισημαίνει ο Θανάσης Πλατιάς, η ποιότητα της υψηλής στρατηγικής μιας χώρας/ενός Κράτους, «ελέγχεται εμπειρικά: το εάν είναι κατάλληλη και επιφέρει τα προσδοκώμενα, αποδεικνύεται εκ του αποτελέσματος» (Προς γαρ το τελευταίον εκβάν, έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται, κατά τον Δημοσθένη, όσο κι αν στις Διεθνείς Σχέσεις ο Θουκυδίδης είναι ο συνήθως παραπεμπόμενος). Βέβαια, με την πολιτική πραγματικότητα να είναι εκείνη που είναι – ας μείνουμε στην Ελλάδα – η επικοινωνία που χτίζεται πάνω στην στρατηγική που εκάστοτε επιλέγεται καθορίζει μεγάλο μέρος της αξιολόγησής της, της συνέχισης ή την προσαρμογή της: αυτή όμως είναι ύλη άλλου βιβλίου! Κινείται, δε, η στρατηγική στον μακρό χρόνο, αφού βέβαια πρώτα καθοριστούν (και… σταθεροποιηθούν) οι επιδιωκόμενοι πολιτικοί στόχοι και ιεραρχηθούν (επίσης, αφού ελεγχθεί/εξασφαλισθεί ότι είναι υλοποιήσιμοι).

Τα βασικά κριτήρια αξιολόγησης κάθε στρατηγικής – η καταλληλότητά της: είναι προσαρμοσμένη στο εξωτερικό ΚΑΙ στο εσωτερικό περιβάλλον (η λεξούλα «ΚΑΙ» πολύ σημαντική…). η εξασφάλιση εσωτερικής συνοχής της.  η αντιστοίχιση μέσων προς στόχους (με ανοιχτά τα μάτια, όμως…). η εκτίμηση, τέλος, κόστους- οφέλους, τα κριτήρια αυτά είναι αναγκαίο να τα έχει κανείς σταθερά κατά νουν όταν επιχειρεί να αξιολογήσει τις τοποθετήσεις των βασικών συντελεστών στρατηγικής όπως επιχειρείται σ’ αυτό το βιβλίο. Ιδίως όταν βρίσκεται στην θέση της Ελλάδας του 2022, δίπλα στην Τουρκία του (επίσης) 2022 καθώς και στο ευρύτερο περιφερειακό περιβάλλον και τις γενικές συμμαχίες αμφοτέρων

Αφού κάνει κανείς την περιδιάβασή του στις συνεισφορές των προσερχομένων στην περιγραφή της υψηλής στρατηγικής, οι οποίοι είναι επιπροσθέτως ενδιαφέρον να σημειώσει κανείς ότι τήρησαν μιαν κάποια πειθαρχία στις τοποθετήσεις τους, σαν να ανταποκρίνονταν σ’ έναν σιωπηρά τεθειμένο περίγραμμα χωρίς ωστόσο να χάνεται και η ελευθερία της τοποθέτησης, τι διαπιστώνει; Συγκλίσεις στην αναφορά της σημασίας των συμμαχιών, η πάλιν στην επωδό περί «πολυδιάστατης και πολυθεματικής εξωτερικής πολιτικής», καθώς και στην προώθηση της λογικής της «ήπιας ισχύος» (η συμμετοχή στην ΕΕ δεν μπορούσε παρά να ξεβάψει και σ’ εμάς!), ωστόσο με παραδοχή των ορίων που υπάρχουν σ’ όλα αυτά από την ανάπτυξη της Τουρκικής διεκδικητικότητας/αναθεωρητισμού στην περιοχή (ας σημειωθεί ότι, χορνικά είμαστε μετά το υπέρθερμο καλοκαίρι του 2020, αλλά σαφώς πριν την εισβολή στην Ουκρανία και την επαναδημιουργία της λογικής στρατοπέδων Δύσης/Ανατολής, νέου Ψυχρού Πολέμου κοκ). Από εκεί, και μια κάποια αίσθηση περί αναβάθμισης της σημασίας των στοιχείων της σκληρής ισχύος....

Πάντως, για να φθάσει κανείς στην καταληκτική παράγραφο του βιβλίου («αυξημένη αποτελεσματικότητα και εθνική αυτοπεποίθηση») καλό είναι να ακολουθήσει τον Γιάννη Στουρνάρα στην Ποππεριανή προσέγγιση περί αισιοδοξίας…

Αυτό το άρθρο ήταν από εμάς!

Εάν θέλετε να έχετε πρόσβαση καθημερινά σε όλο το περιεχόμενό μας, γίνετε συνδρομητής με μόνο 10€/μήνα!