ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΑΡΘΡΑ
ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ KREPORT

Τι στεγαστική πολιτική χρειαζόμαστε;

Το πρόβλημα της στέγης δεν είναι μόνο ένα ελληνικό φαινόμενο. Συναντάται σε πολλές χώρες της Ευρώπης ως αποτέλεσμα της άπλετης ρευστότητας που διοχετεύτηκε στις αγορές τα τελευταία χρόνια λόγω της πολιτικής που ακολούθησαν οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες. Το φαινόμενο αυτό ιδιαίτερα σε μεγάλες πόλεις της Ευρώπης δημιουργεί έντονες συζητήσεις σχετικά με τις διαθέσιμες επιλογές επίλυσής του.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα στο Βερολίνο που στις εκλογές του περασμένου έτους διεξήχθη παράλληλα με τη βασική εκλογική διαδικασία δημοψήφισμα στο οποίο το 56% των πολιτών του Βερολίνου υπερψήφισε την υποχρεωτική απαλλοτρίωση από τον δήμο 240.000 ακινήτων που ανήκουν σε μεγάλες εταιρείες, ώστε να μειωθούν τα ενοίκια, με μόλις το 39% ήταν αντίθετο. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος σαφώς δεν ήταν δεσμευτικό, αλλά είναι ενδεικτικό του κοινωνικού προβλήματος. Προς αυτήν την κατεύθυνση ο Δήμος του Βερολίνου προχώρησε στην αγορά 15.000 κατοικιών προκειμένου να τις μετατρέψει σε κατοικίες. Ταυτόχρονα στο κείμενο συμφωνίας μεταξύ των τριών κομμάτων (Σοσιαλδημοκράτες, Φιλελεύθεροι, Πράσινοι) το θέμα της κοινωνικής κατοικίας ήταν ανάμεσα στις συμφωνημένες προγραμματικές θέσεις για τη διακυβέρνηση της Γερμανίας τα επόμενα έτη.

Αντίστοιχα κινούνται και άλλες χώρες (Αυστρία, Ισπανία, Βέλγιο), στην Αγγλία μετά την εποχή Θάτσερ οι κοινωνικές κατοικίες έχουν περιορισθεί στο 8%, ενώ στην Πορτογαλία σχεδίασαν ένα εκτεταμένο πρόγραμμα κοινωνικής κατοικίας χρηματοδοτούμενο από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Η λογική της κοινωνικής κατοικίας πέραν ότι συμβάλει στην ανακούφιση ενός σοβαρού κοινωνικού προβλήματος συνεισφέρει σε δυο ακόμη επίπεδα. Πρώτο, στη μείωση των ενοικίων καθώς το απόθεμα των κατοικιών αυξάνει λόγω των νέων κατασκευών. Δεύτερο, στην αύξηση ου ΑΕΠ καθώς η κατασκευή θεωρείται δημόσια επένδυση ενώ θετικός αντίκτυπος προκαλείται και στην εγχώρια προστιθέμενη αξία λόγω της χρήσης εγχώριων ανθρώπινων και άλλων πόρων.

Στην Ελλάδα όσοι ενοικιάζουν σπίτι δαπανούν το 83,2% του διαθέσιμου εισοδήματός για έξοδα στέγασης, με το 36,2% όλων των νοικοκυριών (είτε σε ιδιόκτητο σπίτι είτε σε ενοικιαζόμενο) καταβάλει το 40% του εισοδήματός του σε μηνιαία βάση.

 

Το πρόβλημα γίνεται  οξύτερο αν λάβουμε υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες της χώρας μας λόγω της νησιωτικότητας της. Χιλιάδες υπάλληλοι του ευρύτερου δημόσιου τομέα που τοποθετούνται στα ελληνικά νησιά καλούνται κάθε χρόνο να καλύψουν μια βασική ανάγκη, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι αυτό το κόστος θα απορροφήσει το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος του. Ως αποτέλεσμα πολλές/πολλοί εξ αυτών εξαναγκάζονται να αναζητήσουν μια δεύτερη εργασία (εννοείται αδήλωτη), ενώ αρκετοί προχωρούν σε άρνηση αποδοχής της πρόσληψης τους ή σε μη εκδήλωση ενδιαφέροντος κάλυψης θέσης, με αποτέλεσμα να προκαλούνται άλλου είδους προβλήματα όπως για παράδειγμα τα κενά στο απαραίτητο ιατρικό προσωπικό.

 

Η επιδοματική πολιτική είναι απαραίτητη μόνο ως μια αρχική, ενδιάμεση αλλά φθίνουσα με τον χρόνο λύση. Μπορεί να βοηθήσει στην κάλυψη ενός μεγάλου μέρους του κόστους διαβίωσης/στέγασης, ωστόσο αξίζει να καταγραφεί ότι η διάθεση μεγάλου κρατικού κονδυλίου ειδικά για επιδοτήσεις, όχι μόνο δεν λύνει το πρόβλημα αλλά, αντιθέτως, συμβάλει στην τεχνητή αύξηση ή διακράτηση σε υψηλά επίπεδα των τιμών της αγοράς. Δεν μπορεί αυτό να είναι ο κεντρικός άξονας μιας ορθολογικής και δίκαιης στεγαστικής πολιτικής

 

 

Αυτό το άρθρο ήταν από εμάς!

Εάν θέλετε να έχετε πρόσβαση καθημερινά σε όλο το περιεχόμενό μας, γίνετε συνδρομητής με μόνο 10€/μήνα!