Kreport > Uncategorized > Ελληνική Δεξιά- γαλλική Αριστερά

Ελληνική Δεξιά- γαλλική Αριστερά

Του Παύλου Τσίμα

Παρίσι-Αθήνα, όπως λέμε Δεξιά-Αριστερά. Ό,τι στην μετεκλογική Γαλλία δοκιμάζεται ως εφαρμοσμένη πολιτική, στην προεκλογική Ελλάδα διατυπώνεται ως θεωρητική αναζήτηση γύρω από τα «αρχαία», υπαρξιακά ερωτήματα της πολιτικής: Έχει ακόμη νόημα η διάκριση Δεξιά – Αριστερά ή είναι πια ξεπερασμένη; Και ποια διαχωριστική γραμμή θα μπορούσε να την υποκαταστήσει; Λαϊκισμός-υπεθυνότητα; Πρόοδος-συντήρηση; Συστημικότητα-αντισυστημικότητα; Κι αν η χώρα «πρέπει να κυβερνιέται από το κέντρο», όπως είπε ο Ευάγγελος Βενιζέλος και συμφώνησε μαζί του και ο πρωθυπουργός, τι προσδιορίζει το κέντρο; Και τι πρέπει να κάνει ένα κόμμα εξουσίας όπως η ΝΔ για να το κατακτήσει; Να μας πείσει ότι «δεν είναι πια το συντηρητικό κόμμα που θυμόμαστε», όπως λέει ο Μητσοτάκης, ή να υψώσει δεξιά σημαία, αφού «κεντροδεξιά χωρίς δεξιά δεν υπάρχει», όπως πιστεύει ο Σαμαράς; Κι από την άλλη πλευρά της διαχωριστικής γραμμής, που όλο καταργείται κι όλο ανασταίνεται («όποιος λέει ότι δεν έχουν πια νόημα οι ταμπέλες αριστερά και δεξιά, απλώς είναι δεξιός», λέει ένας παλιός επίσης αφορισμός) τι πρέπει να κάνουν οι δυνάμεις της αριστεράς και της κεντρο-αριστεράς; Να υψώσουν «αριστερή σημαία» ή να διεκδικήσουν την ηγεμονία στον επίδικο κεντρώο χώρο; Και πώς;

Εμείς τα συζητάμε γύρω από κομματικά συνέδρια. Εκείνοι, καθώς ο δικός τους εκλογικός κύκλος προηγείται, τα δοκιμάζουν στην πράξη. Παράδειγμα η στρατηγική Μακρόν. Σταθερά εγκατεστημένος ο ίδιος σε ένα νέο «Κέντρο», έπρεπε να αντιμετωπίσει διαδοχικά τρεις απειλές. Η πρώτη ερχόταν από τα δεξιά του. Τον απειλούσε η αναβίωση μιας «συστημικής» Δεξιάς στο πρόσωπο της Βαλερί Πεκρές, η οποία είχε αναλάβει να αναστήσει τους «Ρεπουμπλικάνους», το κόμμα του Σαρκοζί, με μια συνταγή «πούρας δεξιάς» που θα άρεσε, φαντάζομαι, και στον Αντώνη Σαμαρά. Ο Μακρόν, κλείνοντάς της τον δρόμο προς το κέντρο, την στρίμωξε ανάμεσα στην ευρωπαϊκή, μεταρρυθμιστική ατζέντα, που ο ίδιος μονοπωλούσε, και τους δύο αντί-συστημικούς της ακροδεξιάς. Και την συνέτριψε. Οι «Ρεπουμπλικάνοι» δεν κατάφεραν να περάσουν ούτε τον χαμηλό πήχυ του 5%.

Η δεύτερη απειλή, με την παραδοσιακή δεξιά εξουθενωμένη, ήταν ευκολότερο να αντιμετωπιτεί. Απέναντι στην Λεπέν, ο Μακρόν έπρεπε απλώς να κινητοποιήσει τα δημοκρατικά ανακλαστικά, τόσο της αριστεράς όσο και της δεξιάς. Το πέτυχε εύκολα- αν και όχι στο μέτρο που το είχε καταφέρει το 2017. Αλλά τώρα μια τρίτη απειλή προβάλει στον ορίζοντα, εν όψει του λεγόμενου τρίτου γύρου, των κοινοβουλευτικών εκλογών του Ιουνίου. Η παραδοσιακή δεξιά δεν τον απειλεί πια, η ακροδεξιά, παρ’ ότι η Λεπέν βελτίωσε τις εκλογικές της επιδόσεις, δεν αποτελεί κίνδυνο, ο κίνδυνος προβάλει εξ αριστερών. Το σύνθημα «Μελανσόν πρωθυπουργός» που έγινε ήδη αφίσα στους δρόμους, διατυπώνει μια πραγματική αμφισβήτηση της μακρονικής κυριαρχίας. Απειλεί τον νικητή των Προεδρικών εκλογών με ακύρωση της νίκης του στην πράξη, επιβάλλοντάς του συγκατοίκηση με έναν αντιπολιτευόμενο πρωθυπουργό.

Ο παράγοντας που αλλάζει τα δεδομένα είναι η συμμαχία τεσσάρων κομμάτων της Αριστεράς σ’ ένα αντιμακρονικό μέτωπο, την «ΝΟΚΛΕ»- Νέα Οικολογική και Κοινωνική Λαϊκή Ενότητα, γαλλιστί NUPES- στην οποία το άλλοτε κυρίαρχο, συντετριμμένο πια, Σοσιαλιστικό Κόμμα, προ του κινδύνου να συρρικνωθεί (και) κοινοβουλευτικά και να βουλιάξει οικονομικά, χάνοντας την κρατική χρηματοδότηση, συμμαχεί με τον «ανυπότακτο» Μελανσόν της ριζοσπαστικής, αντί-συστημικής και ευρώ-σκεπτικιστικής Αριστεράς, συμπαρασύροντας και το Κομμουνιστικό Κόμμα και τους Οικολόγους. Οι δημοσκοπήσεις υπολογίζουν ότι το μέτωπο της Αριστεράς θα μπορούσε να έρθει πρώτο σε ψήφους στον πρώτο γύρο των κοινοβουλευτικών εκλογών, έστω και αν είναι δύσκολο να αντέξει στον πλειοψηφικό δεύτερο γύρο.

Η εξέλιξη έχει φέρει ενθουσιασμό αλλά και αντιδράσεις. «Η συμφωνία των κομμάτων της Αριστεράς σηματοδοτεί την επιστροφή της κοινωνικής και φορολογικής δικαιοσύνης», έγραψε ο Πικετί, που χαρακτήρισε την NUPES σημαντικότερη και από το Λαϊκό Μέτωπο της δεκαετίας του 30 και από το Κοινό Πρόγραμμα Σοσιαλιστών-Κομμουνιστών του 1981. «Δεν ντρέπεστε;» έγραψε, από την άλλη πλευρά ο Κον Μπεντίτ στους παλιούς συντρόφους του, τους Οικολόγους, γεμάτος «οργή και αηδία» για την προδοσία των δημοκρατικών και ευρωπαϊκών τους ιδεών. Ο Ολάντ, ο τελευταίος Σοσιαλιστής Πρόεδρος τάχθηκε εναντίον, η Μαρτίν Ομπρύ, η κόρη του Ντελόρ , τάχθηκε υπέρ και ο ίδιος ο Μακρόν αποφάνθηκε ότι η συμφωνία συνιστά μια «νίκη της άκρας αριστεράς σε μια γκραμσιανή μάχη για την ηγεμονία» επί των δυνάμεων που συνεργάζονται μαζί της και μια αντίστοιχη ήττα των δυνάμεων της Σοσιαλδημοκρατίας και της μετριοπαθούς Πολιτικής Οικολογίας.

Στην πραγματικότητα, δηλαδή, ο Μακρόν δοκιμάζει απέναντι στην Αριστερά την στρατηγική με την οποία νίκησε την Δεξιά. Να την περιθωριοποιήσει, διατηρώντας εκείνος την ηγεμονία στο Κέντρο. Να στιγματίσει τους εξ αριστερών ανταγωνιστές του ως υποταγμένους στον ριζοσπαστικό, αντί-ευρωπαϊκό λαϊκισμό του Μελανσόν, και να προσελκύσει τις ψήφους των μετριοπαθών ψηφοφόρων τους.

Μοιάζει με συνταγή επιτυχίας. Μα πριν βιαστούμε να την μεταγράψουμε στα ελληνικά, ας κρατήσουμε δύο επιφυλάξεις. Πρώτον, στην ελληνική πολιτική ζωή, η «γκραμσιανή μάχη για την ηγεμονία στο εσωτερικό της Αριστεράς» δεν έχει ακόμη κριθεί, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις. Η καθ’ ημάς σοσιαλδημοκρατία έχει κερδίσει την ευκαιρία της. Και δεύτερον, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Γαλλία, κάτω από την βιτρίνα της πολιτικής, οι κρίσεις που διαδέχονται η μία την άλλη και παροξύνονται από τις συνέπειες της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία δεν τροφοδοτούν απλώς ένα τυφλό κύμα κοινωνικής οργής, που συγκυριακά φουσκώνει τα πανιά αντί-συστημικών σχηματισμών. Διευρύνουν το πεδίο των κοινωνικών ανισοτήτων. Και δίνουν έτσι στις οργισμένες αντιδράσεις μια πιο στέρεη υπόσταση. Ας μην υποτιμήσει κανείς το επιχείρημα με το οποίο ο Πικετί δικαιολογεί την υποστήριξή του στο μέτωπο των αριστερών: «Από το 2010 ως το 2021, η αξία των 500 μεγαλύτερων γαλλικών περιουσιών από 200 δισ. έφθασαν περίπου στα 1.000 δισ., δηλαδή από το 10% στο 50% του γαλλικού ΑΕΠ»! Κι ενώ η κατά κεφαλήν περιουσία του πλουσιότερου 1% μετριέται σε 6 δισ., για το φτωχότερο 50% είναι μόνον 20.000 ευρώ. Αυτή είναι η πραγματική απειλή.