Kreport > Uncategorized > Στην αυγή της Ελληνικής Βιομηχανίας

Αριστόβουλος Ζάννος: Οδοιπορικό στην ζωή και το έργο ενός πρωτοπόρου

Αλέξανδρος Διομήδης: Ένας αυθεντικός εκπρόσωπος της αστικής τάξης, του Νίκου Σ. Παντελάκη,

Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις, Αθήνα 2022 και 2018 αντίστοιχα

Στην αυγή της Ελληνικής Βιομηχανίας

Αριστόβουλος Ζάννος: Οδοιπορικό στην ζωή και το έργο ενός πρωτοπόρου

Αλέξανδρος Διομήδης: Ένας αυθεντικός εκπρόσωπος της αστικής τάξης, του Νίκου Σ. Παντελάκη,

Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις, Αθήνα 2022 και 2018 αντίστοιχα

Γράφει  ο Αντώνης Παπαγιαννίδης

Δύο παράλληλες προσεγγίσεις εισφέρει το βιβλίο αυτό του Νίκου Παντελάκη, κοινωνιολόγου και ερευνητή αρχειονόμου, ο οποίος όμως δεν είναι η πρώτη φορά που καταθέτει ιστορικό έργο αφού έχει γράψει παλιότερα για τον εξηλεκτρισμό και την ΔΕΗ, ή πάλι για τον δανεισμό/τις συμμαχικές πιστώσεις του Μεσοπολέμου και την Εθνική Τράπεζα:

Πρώτον, προσέρχεται με ιδιαίτερο τρόπο στην εκ νέου «ανακάλυψη» της λειτουργίας της βιομηχανίας στην διαδρομή της σύγχρονης Ελλάδας που ζούμε επ’ εσχάτων – της οικονομίας της, αλλ’ όχι μόνον καθώς οι κοινωνικές και πολιτικές συνάψεις δεν βρίσκονται ποτέ μακριά. Δεύτερον αξιοποιεί δημόσια, επιχειρηματικά αλλά και οικογενειακά αρχεία, προκειμένου να καταδείξει πώς – σε έναν ορίζοντα που ξεκινάει από την δεκαετία του 1870 και εξικνείται μέχρι  τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που συνεπώς περιλαμβάνει τις ιστορικά πολυσήμαντες περιόδους της οικονομικής ωρίμανσης της Ελλάδας του 19ου αιώνα, τις πολεμικές περιπέτειες, τις οικονομικές κρίσεις και τις επανεκκινήσεις του Μεσοπολέμου καθώς και το συνολικό βενιζελικό εγχείρημα – η βιομηχανία, από οικογενειακή υπόθεση εξελίσσεται σε δραστηριότητα ομάδων επιχειρηματιών στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους. Και πώς συναρτάται με τις πολιτικές και κρατικές δομές.

Εκείνο που έρχεται στην επιφάνεια με την εκμετάλλευση του ιδιαίτερου, λεπτομερειακού υλικού από τον Νίκο Παντελάκη, καθώς και με την αφηγηματικότητα της γραφής του είναι το πώς – κυριολεκτικά στην αυγή της ελληνικής βιομηχανίας – μια οικογένεια βιομηχάνων (των παιδιών του Ι. Ζάννου, εμπόρου σιτηρών από την Πόλη, με κεντρική φιγούρα τον Αριστόβουλο Ζάννο) προσέρχεται σε εκείνο που εκ των υστέρων γνωρίσαμε ως αγροτοβιομηχανική δραστηριότητα – με επίκεντρο την οινοποίηση και με κατάληξη την Οίνων και Οινοπνευμάτων», αλλά και επέκταση στην ελαιουργία, τις ζύμες, τα καπνά και τα τσιγάρα, την βιομηχανία ξύλου, ακόμη και την μεταλλουργία/μηχανουργία, ή και τις κατασκευές/οδοποιία.

Βλέπει ο αναγνώστης πώς υιοθετούνται μια σειρά στρατηγικές που – συνειδητά ή ασυνείδητα – θα επιτρέψουν να ξεκινήσει, να αναπτυχθεί και να επιβιώσει η βιομηχανική δραστηριότητα. Και τούτο μέσα στο εξαιρετικά δύσκολο και ανταγωνιστικό οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον που επικρατούσε στον ελλαδικό χώρο στο τέλος του 19ου  έως τα μέσα του 20ου  αιώνα. Η επιχειρηματικότητα προκύπτει από σπουδές, εν πολλοίς στο εξωτερικό, αλλά και από αναζήτηση της καινοτομίας.

Την ίδρυση αμιγώς οικογενειακών ετερόρρυθμων ή ομόρρυθμων εταιρειών διαδέχεται η ίδρυση ανωνύμων εταιρειών στο μετοχικό κεφάλαιο των οποίων συμμετείχαν τράπεζες και άλλοι μέτοχοι εκτός του στενού  οικογενειακού κύκλου.  Πλην όμως η μέριμνα ώστε να εξασφαλίζεται χώρος δράσης στα διάφορα μέλη της – ευρύτερης οικογένειας παραμένει μια σταθερά… Η διεύρυνση πάντως της μετοχικής βάσης δημιουργεί ισχυρές ομάδες επιχειρηματιών με κοινά συμφέροντα που διατηρούν στενές σχέσεις με την πολιτική εξουσία (η φιγούρα του Ελευθερίου. Βενιζέλου κυριαρχεί με υψηλό προφίλ) και συγκροτούν ομάδες πίεσης για την εξασφάλιση των ατομικών και επιχειρηματικών συμφερόντων τους.

Τέλος, οι επιχειρηματίες αυτοί όπως διατηρούν έχουν στενές σχέσεις με τη Δυτική Ευρώπη και κοσμοπολίτικα κέντρα όπως η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη και η Αλεξάνδρεια ακολουθούν τον δυτικό τρόπο ζωής του οποίου έτσι διευρύνεται η ακτινοβολία.

Από δίπλα, πάντως ο μεγάλος βηματισμός της Ιστορίας, επηρεάζει και ορισμένες φορές καθορίζει αποφασιστικά την πορεία: Το σταφιδικό ζήτημα η Μεγάλη Ύφεση, τα χρηματοπιστωτικά αδιέξοδα παίζουν τον ρόλο τους. Έως ότου η μείζων αναταραχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου θα φέρει τους τίτλους τέλους.

Αξιοποιώντας το προσωπικό και οικογενειακό αρχείο – από το οποίο και το εκτεταμένο πρωτογενές υλικό, αλλά και η φωτογραφική κάλυψη – ο Νίκος Παντελάκης υφαίνει μια σχεδόν μυθιστορηματική εξιστόρηση, όπου ο δημόσιος ρόλος πλέκεται με την προσωπική διαδρομή αλλά και τα προσωπικά στιγμιότυπα φωτίζουν την μεγάλη εικόνα.

*** *** ***

 Με την ευκαιρία αυτή να θυμίσουμε μια παλιότερη δουλειά του Ν. Παντελάκη που κι αυτή αξιοποιεί με ιδιαίτερο τρόπο το διαθέσιμο (και οικογενειακό) αρχειακό υλικό. Εκείνο που παρουσιάζεται ως βιογραφία  του Αλέξανδρου Διομήδη ενός κεντρικού, αλλά όχι ιδιαίτερα γνωστού συντελεστή των δημόσιων πραγμάτων του πρώτου μισού του 20ου αιώνα – διαπραγματευτή στις δύσκολες επαφές της Ελλάδας με το διεθνές σύστημα στον Μεσοπόλεμο, στέλεχος και υπουργού των κυβερνήσεων Ελευθερίου Βενιζέλου, Διοικητή της Εθνικής Τράπεζας και πρώτου Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, κεντρικού συντελεστή των αντιπαραθέσεων με τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, Πρωθυπουργού στην μεταπολεμική συγκυρία – είναι εντέλει κάτι πολύ περισσότερο. Είναι μια αναδρομή, μια δεύτερη ανάγνωση των σχέσεων της Ελλάδας με τον διεθνή παράγοντα, ιδίως στον οικονομικό τομέα, υπό συνθήκες κρίσης. Με τρόπο που, στιγμές-στιγμές, αληθινά θυμίζει την πρόσφατη εμπειρία των Μνημονίων, της Τρόικας, των «Θεσμών» κοκ.

Ο Διομήδης τα χρόνια του Μεσοπολέμου εξασφαλίζει τον σεβασμό αλλά και προξενεί ενόχληση – από τον Διοικητή της Bank of England Montagu Norman ή τον Otto Niemeyer στην Κοινωνία των Εθνών ή πάλι τον L.G. Roussin του ΔΟΕ και τον H. Morgenthau της Αποκατάστασης Προσφύγων – ενώ βρίσκεται αντιμέτωπος με την δυσπιστία, τις δεύτερες σκέψεις, την χειριστικότητα του διεθνούς συστήματος. Τα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της Κατοχής παραμένει στην Ελλάδα, και προσπαθεί να προστατεύσει την Εθνική Τράπεζα από την λεηλασία των περιουσιακών της στοιχείων. Υποστήριξε με σθένος, ήδη από το 1947, την άποψη ότι το γερμανικό κατοχικό δάνειο αποτελούσε ξεχωριστή οφειλή της Γερμανίας προς την Ελλάδα και διαμαρτύρονταν έντονα γιατί οι Ελληνικές κυβερνήσεις παρέλειπαν να το διεκδικήσουν.

Την περίοδο της Ανασυγκρότησης, πάλι, τονίζει την ανάγκη ανάπτυξης της ελληνικής βιομηχανίας με την βοήθεια ξένων επενδύσεων αλλά με πυρήνα την Εθνική Τράπεζα, πράγμα που για άλλη μια φορά τον φέρνει απέναντι στον ξένο παράγοντα, Αμερικανικό αυτή την φορά.

Ο κοσμοπολίτης Διομήδης, ο οποίος αλληλογραφεί (ιδίως με τον Τσουδερό) στα γαλλικά, μεταφέροντας άλλωστε το διεθνές κλίμα σε κάθε στροφή, με ένα τελικά ταυτίζεται : «Προτιμώ τον τόπο μου με όλες του τις αθλιότητες και κακομοιριές, αλλά με τον ήλιον και το φώς».