Kreport > Uncategorized > Ο κύβος ερρίφθη

Ο κύβος ερρίφθη

Ο κύβος ερρίφθη, στις αρχές Ιουλίου, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σταματά το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων (ΑΡΡ) και εντός του μηνός αυξάνει το επιτόκιό της 0,25 μονάδες. Την επίσπευση αποφάσισε το Δ. Σ. της ΕΚΤ την Πέμπτη, εκτιμώντας ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν είναι παροδικές, θα παραταθούν μέσα στο 2022. Άλλη μία αύξηση επιτοκίου θα γίνει το φθινόπωρο, επίσης κατά 0,25 μονάδες (ώστε να μηδενιστεί το επιτόκιο -0,5% αποδοχής καταθέσεων από τις εμπορικές τράπεζες) και οι επόμενες θα γίνουν το 2023, με στόχο το επιτόκιο να φτάσει στο 1,5%. Στην ίδια συνεδρίαση, το ΔΣ της ΕΚΤ, εξετάζοντας τις επιπτώσεις του πολέμου στην οικονομία της Ευρωζώνης, εκτίμησε ότι το ήπιο σενάριο για πληθωρισμό και οικονομική μεγέθυνση έχει ξεπεραστεί από τις εξελίξεις, και διατήρησε μόνο το βασικό και το κακό. Για τη χώρα μας, το βασικό προβλέπει μεγέθυνση 3,8% και πληθωρισμό 5%, το δυσμενές 2,8% και 7% αντίστοιχα.

Τι σημαίνει για την Ελλάδα η νέα εποχή, της αύξησης των επιτοκίων;

Οι τρεις λόγοι ανησυχίας: Η Κριστίν Λαγκάρντ ήταν απρόθυμη να αυξήσει πρόωρα τα ευρωπαϊκά επιτόκια, φοβούμενη (ήδη πριν τον πόλεμο…) τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στην ασθενική οικονομική μεγέθυνση της Ευρωζώνης. Δεύτερος λόγος της απροθυμίας της, η ζημιά που μπορεί να γίνει σε όσους είναι υπερχρεωμένοι –κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Οι κίνδυνοι ισχύουν και για την Ελλάδα. Καθ’ ημάς, υπάρχει κι ένας τρίτος: Η αξιοπιστία των κρατικών ομολόγων μας, μετά από 12 χρόνια και 3 μνημόνια, παραμένει στην κατηγορία «σκουπίδια», με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους μας. Γιατί, σε ταραγμένους καιρούς, τα κεφάλαια αναζητούν ασφαλείς τοποθετήσεις και τιμολογούν ακριβά τον κίνδυνο χώρας, όπερ αποτυπώνεται στην άνοδο των αποδόσεων του 10ετούς μας -και, σε περιόδους αναταραχής, στη διεύρυνση των spreads.

Το δημόσιο χρέος μας: Βεβαίως, το μεγάλο μέρος του δημοσίου χρέους μας είναι εκτός αγοράς, στα χέρια του ESM -γι’ αυτό, άλλωστε, η Ελλάδα θα παραμείνει σε καθεστώς εποπτείας και μετά τον Αύγουστο (όταν, όπως είχε συμφωνηθεί το 2019, λήγει το καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας), έως ότου αποπληρώσει το 75% όσων χρωστά στον ESM, δηλαδή περίπου τα 150 από τα 200 δισ. ευρώ. Το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του χρέους μας είναι σε έναν δημόσιο ευρωπαϊκό φορέα, με σταθερά επιτόκια για κάποια χρόνια, είναι ένα παράθυρο ευκαιρίας που δεν θα μένει εσαεί ανοικτό. Γιατί ο ESM θέλει να περιορίσει την έκθεσή του στο ελληνικό χρέος, γι’ αυτό σταδιακά θα αλλάζει τα ομόλογα που έχει με νέα, κι έτσι το κόστος του δανεισμού μας θα αυξάνεται με κάθε έκδοση νέων ομολόγων και επανέκδοση παλαιότερων.

Τράπεζες και επιχειρήσεις: Η άνοδος των επιτοκίων σε συνδυασμό με την χαμηλή πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας, επηρεάζει πιο άμεσα τις τράπεζες και μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις που αντλούν δάνεια εκδίδοντας ομόλογα στις διεθνείς αγορές. Στα επόμενα τέσσερα χρόνια, έως το 2026, υπολογίζεται ότι οι τράπεζες θα χρειαστεί να σηκώσουν από τις αγορές 14 δισ. ευρώ για να συνεχίσουν να καλύπτουν τις ελάχιστες απαιτήσεις σε ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις (MREL). Σε συνθήκες ανόδου των επιτοκίων, αυτό από μόνο του θα αρκούσε για να αμφισβητήσει υπεραισιόδοξα σενάρια κερδοφορίας. Η κατάσταση γίνεται πιο σύνθετη αν συνυπολογιστούν και κάποιες αφανείς συνέπειες του σχεδίου Ηρακλής, για τα κόκκινα δάνεια: Για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του σχεδίου, οι τράπεζες έκαψαν κεφάλαια –έτσι, η κεφαλαιακή επάρκειά τους έπεσε αισθητά συγκριτικά με το μέσο ευρωπαϊκό όρο. Στα τέλη 2022, όταν λήγει η περίοδος της εποπτικής ανοχής, θα φανεί αν χρειαστούν νέα κεφάλαια προσφεύγοντας σε αυξήσεις κεφαλαίου.