Kreport > Uncategorized > Από το χάος στη ρύθμιση

Από το χάος στη ρύθμιση

Του Βασίλη Βαμβακά (*)    

Αν στο τέλος του 20ου αιώνα η έλευση της ψηφιακής επανάστασης δημιουργούσε σημαντικό κλίμα αισιοδοξίας για την εξέλιξη της δημοκρατίας και τη διεθνοποίηση όχι μόνο εμπορικών αλλά και ευρύτερα πολιτισμικών προϊόντων, από τις αρχές του 21ου αιώνα τα γκρίζα σύννεφα τείνουν να κυριαρχήσουν για τις ισχύουσες συνθήκες επικοινωνίας και πληροφόρησης. Κι αυτό όχι γιατί οι υποσχέσεις της νέας τεχνολογίας για μεγαλύτερη συμμετοχικότητα, διαδραστικότητα, πλουραλισμό, αθετήθηκαν αλλά γιατί  οι παρενέργειες αυτών των σημαντικών διαστάσεων του διαδικτύου και της ψηφιακότητας δημιούργησαν δίπλα στις προϋποθέσεις μεγαλύτερου εκδημοκρατισμού και εκείνες ενός άρρητου εκφασισμού της δημόσιας σφαίρας. Αν η αραβική άνοιξη, η εκλογή Ομπάμα, ο διαδικτυακός ακτιβισμός κ.α. έδωσαν αρχικά μια ελπιδοφόρα κατεύθυνση στις τεχνολογικές εξελίξεις, στη συνέχεια εκεί παρείσδυσαν η ρητορική του μίσους, η τρομοκρατία, τα fakenews, η ανάδειξη του νεολαϊκισμού, ο τραμπισμός, το cancel culture, ο πληθωρισμός θεωριών συνωμοσίας, ο ψηφιακός πόλεμος της Ρωσίας έναντι της Δύσης  (που προανήγγειλε τη σημερινή θηριωδία στην Ουκρανία). Όλα αυτά διαμόρφωσαν ένα πολύ ζοφερό, σχεδόν δυστοπικό τοπίο για το «παγκόσμιο χωριό» που αναδείχθηκε.

Το «πολιτισμικό χάος»

Πολύ σωστά ο Brian McNair μετά το χτύπημα στους δίδυμους πύργους το 2001 περιέγραψε το «πολιτισμικό χάος» στο οποίο είχαν εισέλθει οι σύγχρονες κοινωνίες στην πορεία τους προς την ψηφιακή εποχή. Ένα χάος που κάνει όλο και δυσκολότερο να καταλάβουμε το πως λειτουργεί το παγκοσμιοποιημένο σύστημα επικοινωνίας και ενημέρωσης μέσα από τα παλιά θεωρητικά σχήματα που εντόπιζαν τον έλεγχο που ασκούσαν πολιτικοοικονομικές ελίτ στα μέσα επικοινωνίας και κατά συνέπεια στην κοινή γνώμη. Πράγματι αυτές οι (ισχυρές μέχρι και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου) ελίτ,  αποδιαρθρωμένες και αμφισβητημένες όσο ποτέ στο παρελθόν, δύσκολα μπορούν να ασκήσουν πειθώ με βάση διαύλους τους οποίους δεν μπορούν επί της ουσίας να ελέγξουν αφού τα νέα μέσα ευνοούν πολύ περισσότερο μια «από τα κάτω» και άναρχη κατανομή της επιρροής και της εξουσίας. Σήμερα είμαστε όλο και πιο σίγουροι ότι τα νέα μέσα δημιουργούν περισσότερες διαφωνίες παρά συναινέσεις, περισσότερο εικονικούς φυλετισμούς παρά μια ιδεολογική ηγεμονία.

Γνωρίζουμε βέβαια ότι το πολιτισμικό χάος που δημιουργήθηκε στις συνθήκες μεγαλύτερου επικοινωνιακού εκδημοκρατισμού κατάφεραν να το εκμεταλλευτούν προς όφελός τους νέοι δημαγωγοί της δημόσιας ζωής (πολιτικοί, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, πανεπιστημιακοί κ.α.) αλλά και αυταρχικές δημοκρατίες. Το γεγονός αυτό εύλογα θορυβεί τις φιλελεύθερες δημοκρατίες διεθνώς αλλά και τα ίδια τα νέα τεχνολογικά μέσα, όπως τα social media, οι μεγάλοι παίχτες των οποίων είναι έτοιμοι να πρωτοστατήσουν σε μια νέα μορφή ρύθμισης ή αυτορρύθμισης του χαοτικού περιβάλλοντος που οι ίδιοι δημιούργησαν. Είδαμε έτσι το Twitter να εναντιώνεται στον Τραμπ, τον οποίο το ίδιο οδήγησε στην πολιτική του κυριαρχία, είδαμε το Facebook να προσπαθεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των ψευδών ειδήσεων και της στοχευμένης παραπληροφόρησης το οποίο το ίδιο πολλαπλασίασε (βλ. υπόθεση Cambridge Analytica)

Είναι γεγονός, ότι όλο και περισσότερο η έννοια της ρύθμισης της δημόσιας ροής πληροφορίας μπαίνει στον δημόσιο διάλογο και στην άσκηση κρατικών ή επιχειρηματικών πολιτικών, κάτι που στο πρόσφατο παρελθόν ισοδυναμούσε απλά με προσπάθεια λογοκρισίας. Η πανδημία αποτέλεσε μια ακόμη αφορμή για να συνειδητοποιηθεί το πόσο έκθετο είναι το νέο σύστημα επικοινωνίας και ενημέρωσης που έχει διαμορφωθεί στην παραγωγή και αναπαραγωγή καθεστώτων μετα-αλήθειας και στην δημιουργία κατάλληλων συνθηκών ανάπτυξης ενός αντιεπιστημονικού, μισαλλόδοξου και θανατολάγνου λόγου. Η τροπολογία που κατέθεσε πρόσφατα η κυβέρνηση της ΝΔ έρχεται ακριβώς σε αυτή τη γενικευμένη τάση ρύθμισης των πολλαπλών κινδύνων που προκαλεί ο εκδημοκρατισμός της επικοινωνίας. Και με τρόπο μάλλον αναμενόμενο προκαλεί αντιπολιτευτικές ενστάσεις που αφορούν την προσπάθεια ελέγχου του ενημερωτικού τοπίου στην Ελλάδα.

Ελλάδα και media

Πρέπει να θυμίσουμε ότι η σχέση της ελληνικής πολιτικής με τα media είναι διαχρονικά προβληματική και εκατέρωθεν τραυματική. Από τον σκληρά παραταξιακό Τύπο των παλιότερων εποχών, τη φοβισμένη και καθυστερημένη έλευση της τηλεόρασης, το κρατικό μονοπώλιο ραδιοτηλεόρασης, τον«απορυθμισμένο» τρόπο με τον οποίο περάσαμε σε μια πιο πλουραλιστική δημόσια σφαίρα από τα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και ύστερα, τις άκαρπες προσπάθειες ανακατανομής της ενημερωτικής πίττας την εποχή του βασικού μετόχου (επί Κώστα Καραμανλή), τις αντισυνταγματικές προσπάθειες ελέγχου του αριθμού των τηλεοπτικών καναλιών επί ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η ελληνική πολιτική είτε δίστασε είτε απλά προσπάθησε άκομψα να επιβάλει τις βουλές της σε ένα πεδίο σύνθετο και συνεχώς εξελισσόμενο, που δεν επιδέχεται από τη φύση (βλ. τεχνολογία του) πια, σχεδόν κανέναν έλεγχο. Αυτή η αδυναμία σε μεγάλο βαθμό γέννησε και τη συζήτηση περί «διαπλοκής» που αντί να περιγράφει την αλληλεξάρτηση πολιτικών, οικονομικών και εκδοτικών συμφερόντων -φαινόμενο παγκόσμια υπαρκτό- κατάντησε να σηματοδοτεί μια θεωρία συνωμοσίας και να στοχοποιεί συγκεκριμένα μέσα και δημοσιογράφους.

Με βάση αυτή την ιστορία αναξιόπιστης σχέσης μεταξύ εγχώριας πολιτικής και μέσων επικοινωνίας, η οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους της πρώτης να βάλει κάποιες κόκκινες γραμμές,δημιουργεί αυτοματοποιημένες αντιδράσεις και διαφωνίες που υπερασπίζονται την ελευθερία του Τύπου και της έκφρασης. Όπως σε πολλές άλλες δύσκολες περιπτώσεις (βλ. κατανομή ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην επικράτεια), λείπει η μεθοδική και ουσιαστική  δημόσια συζήτηση για το τι είδους ρύθμιση είναι θεμιτή για την αντιμετώπιση τεράστιων κινδύνων που διατρέχει σήμερα η πλουραλιστική και δημοκρατική ενημέρωση. Έτσι όποιο μέτρο παίρνεται φαντάζει μια ακόμη προσπάθεια επαναφοράς της παλιάς λογικής επιρροής της εκάστοτε κυβέρνησης στο ενημερωτικό πεδίο.

Όμως είναι προφανές, ότι την εποχή ενός απρόσμενου πολέμου στην Ευρώπη που ακούμε ανερυθρίαστα σε τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων μεταφορά της ρωσικής προπαγάνδας (χωρίς να κατονομάζεται ως τέτοια), την εποχή που το φαινόμενο της εκβιαστικής δημοσιογραφίας και του tabloidization δημιουργούν υβρίδια ανοιχτού εκφασισμού, την εποχή που συμπολίτες μας πεθαίνουν «αντιστεκόμενοι» στην επιστημονική συνωμοσία του εμβολίου όπως τους καθοδηγούν διάφοροι διαδικτυακοί γκουρού, είναι αναγκαίο και απαραίτητο να γίνει μια πολύ σημαντική συζήτηση για το ποιος είναι, όχι ο βαθμός ελευθερίας, αλλά ο βαθμός χάους, που μπορεί μια δημοκρατική πολιτεία να επιτρέπει στα μέσα επικοινωνίας της. Μόνο μετά από μια τέτοια δημόσια και -γιατί όχι εξαντλητική- συζήτηση μπορούμε να φτάσουμε σε ασφαλές συμπέρασμα για το κατά πόσο το υπάρχον θεσμικό και νομικό πλαίσιο παρέχει τις κατάλληλες δικλείδες ασφαλείας απέναντι σε φαινόμενα αντιδημοκρατικά ή αν απαιτούνται ακόμη περισσότερα.

Η εποχή της ρύθμισης στην οποία έχουμε σχεδόν με βεβαιότητα εισέλθει όσον αφορά τα επικοινωνιακά δεδομένα εάν δεν συνοδευτεί με μια όσο το δυνατό μεγαλύτερη συναίνεση για το ποια είναι τα μέτρα που συνεπάγεται, είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε καχυποψία και πιθανή ακύρωση ακόμη και των καλύτερων προθέσεων. Γνωρίζουμε ότι κάποιοι προσχηματικά θα επικαλούνται την ελευθερία της γνώμης για να προασπιστούν το δικαίωμα στην προσωπική αυθαιρεσία, στο ψεύδος και τη μισαλλοδοξία, όμως το ζητούμενο της ελευθεροτυπίας είναι η μόνη κοινή αφετηρία που μπορεί να έχει μια σοβαρή συζήτηση για το που πάμε και που θέλουμε να πάμε. Η ρύθμιση που προασπίζει την ελευθερία της γνώμης χωρίς να βάζει σε κίνδυνο τα υπόλοιπα δημοκρατικά δικαιώματα, είναι το μεγάλο και δύσκολο  ζητούμενο της σημερινής εποχής. Ας το κουβεντιάσουμε ανοιχτά και οργανωμένα.

(*) O Βασίλης Βαμβακάς είναι αναπληρωτής Καθηγητής, Κοινωνιολογίας της επικοινωνίας στο ΑΠΘ.