Kreport > Uncategorized > Ο Μακρόν κι εμείς

Ο Μακρόν κι εμείς

Του Παύλου Τσίμα

Η πρώτη φορά που οι προεδικές εκλογές της Γαλλίας απέκτησαν σημασία ιστορικού ορόσημου και επηρέασαν την μοίρα της Ευρώπης (και την δική μας προπάντων) ήταν το 1981. Η εποχή Μιτεράν ξεκινούσε στην Γαλλία, η εποχή των Σοσιαλιστών ξεκινούσε στην Ευρώπη. Λίγους μήνες αργότερα, το ΠΑΣΟΚ θα θριάμβευε στην Ελλάδα και το PSOE στην Ισπανία. Και μέσα στα επόμενα δύο χρόνια και οι άλλες δύο χώρες του νότου, η Ιταλία με τον Κράξι και η Πορτογαλία με τον Σοάρες, θα ακολουθούσαν τον ίδιο δρόμο.

Σ’ εκείνες τις ιστορικές εκλογές του 81, τα πολιτικά κόμματα, η πολιτική και η ιδεολογία τους, τα συνθήματα και οι κοινωνικές τους αναφορές στοιχίζονταν, μ’ έναν τρόπο αυτόματο σχεδόν, γύρω από έναν κυρίαρχο άξονα: Δεξιά και Αριστερά. Αυτή η διάκριση -που γεννήθηκε άλλωστε σ’ αυτήν την χώρα, την Γαλλία- δεν πρόβαλε ίσως ποτέ πιο ισχυρή και πιο ευανάγνωστη. Από τη μια πλευρά, τα δύο κόμματα της δεξιάς, οι Γκωλικοί του Σιράκ και οι Φιλελεύθεροι του Ντ’ Εστέν, άθροισαν στον πρώτο γύρο 46%. Από την άλλη, τα δύο κόμματα της αριστεράς, το Σοσιαλιστικό και το Κομμουνιστικό άθροισαν αντίστοιχα 42%- για να κερδίσει στον δεύτερο γύρο ο κοινός τους υποψήφιος, ο Φρανσουά Μιτεράν.

Η δεύτερη φορά που οι γαλλικές κάλπες «συγκλόνισαν τον κόσμο» ήταν το 2002. Για μερικές χιλιάδες ψήφους, ο υποψήφιος του Σοσιαλιστικού κόμματος έμεινε εκτός δεύτερου γύρου και η μάχη δόθηκε ανάμεσα στον Γ κωλικό Σιράκ (που έγινε κοινός υποψήφιος της Δημοκρατίας) κι έναν ακροδεξιό, με εθνικιστική, αντί- ευρωπαϊκή ατζέντα και ρατσιστικά ένστικτα, τον Ζαν Μαρί Λεπέν, το κόμμα του οποίου είχε κληρονομήσει και ένα μέρος του εργατικού ακροατηρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος (ο υποψήφιος του κόμματος είχε συγκεντρώσει λίγο πάνω από 3%, πολύ μακριά από το 21% του Ντυκλό το 1969 ή το 15% του Μαρσαί το 1981).

Ο Σιράκ εξελέγη τελικά με 82%. Και όλοι ανακουφισμένοι έσπευσαν να ξεχάσουν τον συγκλονισμό και να κλείσουν την υπόθεση ως ένα ατύχημα που τελικά δεν συνέβη. Αλλά δεν ήταν έτσι. Η επίδοση της γαλλικής ακροδεξιάς το 2002 ήταν ο προάγγελος ενός πολιτικού φαινομένου που, την περασμένη δεκαετία, σημάδεψε τον κόσμο, από το Λονδίνο του Brexit και την Αμερική του Τραμπ, ως την Αυστρία, όπου το «Κόμμα Ελευθερίας» βρέθηκε στην κυβέρνηση, ή την Ιταλία της «Λέγκας» και των «Πέντε αστεριών» και την Ελλάδα των κυβερνώντων ΑΝΕΛ και της δολοφονικής Χρυσής Αυγής.

Η τρίτη φορά που η Γαλλία άνοιξε ένα νέο πολιτικό κεφάλαιο για όλη την Ευρώπη, ήταν στις εκλογές του 2017. Η Γαλλία (μαζί και η Ολλανδία) ήταν η χώρα που ανέκοψε το κύμα του νικηφόρου λαϊκισμού που από τον αγγλοσαξωνικό κόσμο ερχόταν απειλητικό προς την Ευρώπη. Μα, ταυτόχρονα, δημιουργήθηκε μια νέα διάταξη δυνάμεων, ένας νέος πολιτικός άξονας. Ένας νέος υποψήφιος, που την μοναδική του εμπειρία στην πολιτική είχε αποκτήσει ως νεαρός υπουργός της κυβέρνησης Ολάντ, εμφανίστηκε ξαφνικά. Πρόβαλε μια ατζέντα ευρωπαϊκή και εκσυγχρονιστική, «πέραν της δεξιάς και της αριστεράς», πάνω από το παλιό κομματικό σύστημα. Και κέρδισε με τρόπο εμφατικό. Η νίκη του συνοδεύτηκε από την εκλογική παρακμή των δύο κομματικών οργανισμών που είχαν κυριαρχήσει τις προηγούμενες δεκαετίες και την εμφάνιση δύο νέων πόλων, απέναντι στον κεντρώο «μακρονισμό». Μιας ισχυρής ακροδεξιάς, ελάχιστα μακιγιαρισμένης από την κόρη Λεπέν, ώστε να τρομάζει λιγότερο, και μιας ριζοσπαστικής, αντί-συστημικής (και συχνά αντί-ευρωπαϊκής) αριστεράς, υπό τον «ανυπότακτο» Μελανσόν.

Η χώρα που, από το 1789 κι ύστερα, είναι κάτι σαν πολιτικό εργαστήριο της Ευρώπης, πρότεινε έτσι στον κόσμο ένα νέο τύπο διαχωριστικών γραμμών, ένα νέο άξονα γύρω από τον οποίο οργανώνεται η πολιτική ζωή και αντιπαράθεση, η μάχη των ιδεών και των κινημάτων. Ο παραδοσιακός διπολισμός έδινε την θέση του σ ένα τριπολικό σχήμα, με ένα ευρωπαϊκό κέντρο και δύο αντί-ευρωπαϊκά άκρα.

Κανείς δεν ήταν βέβαιος αν η αλλαγή είχε μόνιμα και διεθνούς σημασίας χαρακτηριστικά ή ήταν μια παροδική γαλλική παραξενιά. Μέχρι τις εκλογές της περασμένης Κυριακής που ήταν, κατά κάποιο τρόπο, η δεύτερη πράξη του δράματος του 2017.

Αν διαβάσει κανείς τον πίνακα των αποτελεσμάτων του πρώτου γύρου ανάποδα, από κάτω προς τα πάνω, θα συναντήσει στις τελευταίες θέσεις την υποψήφια του Σοσιαλιστικού Κόμματος, και χαρισματική δήμαρχο του Παρισιού, με 1,75%. Και ελάχιστα πιο πάνω τον υποψήφιο των κομμουνιστών και την υποψήφια του κόμματος που ίδρυσε ο Σαρκοζί ενώνοντας γκωλική και φιλελεύθερη πτέρυγα της δεξιάς. Τα κόμματα που πριν σαράντα χρόνια είχαν αθροίσει το 88% του εκλογικού σώματος, τώρα μετα βίας ξεπέρασαν το 8%. Η εκλογική τους παρακμή έγινε πλήρης εξαέρωση. Έκπληξη; Όχι, απαντά ο Αλέν Τουρέν. «Όταν αλλάζει το κοινωνικό μοντέλο, αλλάζει και η πολιτική εκπροσώπηση». Ο παλιός κόσμος έχει πεθάνει, το παλιό κομματικό σύστημα πεθαίνει μαζί του. Οι παλιές διαχωριστικές γραμμές επίσης. Αν το 1981, στη νίκη της Αριστεράς ο Μιτεράν μπορούσε να λέει ότι «η πολιτική και η κοινωνική πλειοψηφία επιτέλους ευθυγραμμίστηκαν», το 2022 η κοινωνική πλειοψηφία μοιάζει έννοια δυσπροσδιόριστη. Η ευανάγνωστη κοινωνική διάταξη που επιζούσε ακόμη την δεκαετία του 80, έγινε αργότερα κοινωνία των δύο τρίτων για να μοιάζει πια με κοινωνία του ενός δεύτερου.

Μας αφορούν όλα αυτά; Προφανώς. Όχι με την έννοια της ακριβούς αναπαραγωγής του φαινομένου. Δεν θα αναπαραχθεί παντού ο γαλλικός τριπολισμός. Ούτε θα υπάρξει απαραίτητα ένας Έλληνας, Ιταλός ή Πορτογάλος Μακρόν (όπως είχε συμβεί με το πρότυπο Μιτεράν). Μα επειδή το στοίχημα Μακρόν είναι αδύνατον να κερδηθεί σε εθνικό επίπεδο, προϋποθέτει μια αλλαγή σε ευρωπαϊκό επίπεδο, επειδή το πρόγραμμά του ή θα επιτύχει σε ευρωπαϊκό επίπεδο ή θα αποτύχει και στην ίδια την Γαλλία, η μεγάλη μάχη των αμέσως επόμενων εβδομάδων και των πέντε επόμενων χρόνων θα δοθεί προπάντων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στο επίπεδο δηλαδή στο οποίο συμμετέχουμε και το οποίο μας αφορά.