Kreport > Uncategorized > Χρειάζεται το Κοφτερό Ψαλίδι της Ηλεκτρονικής Λογοκρισίας;  

Χρειάζεται το Κοφτερό Ψαλίδι της Ηλεκτρονικής Λογοκρισίας;  

Του Γιώργου Ναθαναήλ

 Τα συντάγματα προστατεύουν την ελευθερία λόγου και έκφρασης, αλλά αυτή η ελευθερία ποτέ δεν είναι απόλυτη. Έχει όρια. Η περίφημη Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος των ΗΠΑ, λόγου χάρη, όπως έχει ερμηνευτεί από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, δεν προστατεύει τον λόγο που προκαλεί ενέργειες επιβλαβείς σε άλλους —είτε πρόκειται για υπαρκτή ενέργεια είτε για ευθείες απειλές. Ποιες ακριβώς εκφράσεις συνιστούν πραγματική υποκίνηση ή απειλή,  ωστόσο, δεν προσδιορίζονται επακριβώς, ούτε θα ήταν δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο· ωστόσο, έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις κατά περίπτωση.

Αντίστοιχα, το ελληνικό Σύνταγμα αναφέρει ότι «Kαθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και διά του τύπου τους στοχασμούς του», οριοθετώντας το αμέσως μετά με την διατύπωση «τηρώντας τους νόμους του Kράτους». Ακόμη ειδικότερα , η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, στην οποία έχουμε ως Ευρωπαϊκή  Ένωση -και κατ’ επέκταση ως χώρα- προσχωρήσει, εξειδικεύει ακόμη περισσότερο το πεδίο αναφέροντας ότι «Η άσκησις των ελευθεριών τούτων, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας, δύναται να υπαχθή εις ωρισμένας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπομένους υπό του νόμου και αποτελούντας αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία […]  για την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, την προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων των τρίτων…».  Είναι στην καθαρεύουσα μεν (παρόλο που το ισχύον  κείμενο είναι του 2021) πρόκειται για ένα κατανοητό, στενό και καθορισμένο πλαίσιο δε.

Σε ορισμένες περιπτώσεις όπου η ελευθερία του λόγου δεν έχει οριοθετηθεί έχουν συμβεί τραγικά περιστατικά. Όπως χαρακτηριστικά στην Μυανμάρ, όταν οι αλγόριθμοι του Facebook ενίσχυσαν την διάδοση  των αναρτήσεων που εμπεριείχαν  ρητορική μίσους, εξωθώντας ακραία στοιχεία σε πράξεις βίας εναντίον της φυλής των Ροχίνγκια, με αποκορύφωμα την γενοκτονία του 2017. To Facebook παραδέχτηκε αυτή την τραγική αστοχία και το 2018 αναγκάστηκε να εξαγγείλει την δημιουργία ενός ανεξάρτητου Συμβουλίου Επιτήρησης (Oversight Board). Το Συμβούλιο αυτό έχει διπλό ρόλο: Αφενός επιτηρεί τις παραβιάσεις των κανόνων ελευθερίας του λόγου, αφετέρου μπορεί να ανατρέψει την αποφάσεις των λογοκριτών του Facebook, που είχαν κατεβάσει αναρτήσεις χωρίς επαρκή αιτιολόγηση. Πέραν από την υψηλού επιπέδου επιτήρηση, υπάρχει και η αυτοματοποιημένη λογοκρισία για την τήρηση των κανόνων περιεχομένου. Οι πλατφόρμες χρησιμοποιούν -για εικόνες, για κείμενο και σε κάποιο βαθμό για βίντεο- αρκετά εκτεταμένα ειδικά  εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης, σε συνδυασμό με στρατιές λογοκριτών (το Facebook χρησιμοποιεί πάνω από 15.000 άτομα ως «μεσολαβητές περιεχομένου») που χειρίζονται τις πιο δύσκολες περιπτώσεις.

Αυτό το πλαίσιο είναι σχετικά καλό για τα κοινωνικά δίκτυα (όπου, και πάλι,  το περιεχόμενο ελέγχεται με διάφορους βαθμούς αποτελεσματικότητας), εντούτοις εφαρμόζεται δύσκολα σε αμιγώς ηχητικό περιεχόμενο λόγου, όπως είναι τα podcast. Πρώτον, τα podcast εκπορεύονται συνήθως από πολλούς μικρούς παραγωγούς και δεν μπορούν να ελεγχθούν κεντρικά.  Δεύτερον, το ηχητικό περιεχόμενο είναι πολύ δυσκολότερο να ελεγχθεί αυτόματα, γιατί προϋποθέτει μία βαθύτερη κατανόηση των συμφραζομένων –εκτός και αν πρόκειται για ακατάλληλες λέξεις ή εκφράσεις σε τραγούδια, οπότε η πλατφόρμα τα ανιχνεύει αυτόματα και τα σταμπάρει ως «explicit», δηλαδή άσεμνα.

Τι Γίνεται με τα Podcast;

Ένα κεντρικό ζήτημα με τα podcast είναι ότι οι εταιρείες που τα φιλοξενούν περνούν μία κρίση ταυτότητας. Το Spotify, για παράδειγμα, θεωρεί ότι είναι μία υπηρεσία streaming περιεχομένου. Δεν θεωρεί ότι είναι υπεύθυνο -τουλάχιστον έτσι διατεινόταν μέχρι πρόσφατα- για περιεχόμενο που ποστάρεται στην πλατφόρμα του.  Μοιάζει με αυτό που ισχυρίζονταν για χρόνια οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, μέχρι να καταλάβουν ότι στην ουσία είναι εκδοτικές εταιρείες,  απλά με περιεχόμενο τρίτων. Αλλά και οι πλατφόρμες που φιλοξενούν podcast,  είτε το θέλουν είτε όχι, είναι και αυτές εκδότες: Τα podcast δεν είναι ιδιωτικές συνομιλίες· υπόκεινται στους κανόνες τους δημόσιου λόγου.

Τούτων λεχθέντων, το ερώτημα είναι απλό: Είναι προτιμότερο για μία πλατφόρμα να διαχειρίζεται και να ελέγχει το περιεχόμενο, με το συνεπαγόμενο κόστος, ή να τρέχει και να σβήνει φωτιές αφού σκάσουν οι κρίσεις;  Η απάντηση -εάν φυσικά το κόστος δεν είναι απαγορευτικό- είναι προφανής. Και εδώ βρίσκεται το κλειδί για τη λύση του προβλήματος. Επειδή τα στελέχη του Spotify και των άλλων πλατφορμών δεν θα ‘θελαν να μετατραπούν  σε προληπτικούς λογοκριτές μέσα σε μία νύχτα, ούτε εμείς θα θέλαμε  κάποιοι πρόθυμοι «techies» να αναλάβουν έναν τέτοιο ρόλο, η λύση είναι να υπάρχουν σαφείς και εφαρμόσιμοι κανόνες και όρια.

Και ότι είναι να γίνει πρέπει να γίνει γρήγορα, γιατί έχει ήδη καθυστερήσει. Χαρακτηριστικά, το Spotify, δημοσιοποίησε τέτοιους κανόνες μόνον μετά τη αναταραχή της περίπτωσης Rogan. H Amazon είναι ακόμη ιδιαίτερα ασαφής γύρω από το θέμα και η Αpple βρίσκεται κάπου στη μέση. Αν δεν το λύσουν μόνες τους οι πλατφόρμες, τότε μπορεί να τους προλάβουν  ρυθμίσεις που θα κάψουν μαζί με τα ξερά και τα χλωρά.

Εκτός από τους σαφείς κανόνες, μία συμπληρωματική λύση είναι η υποβοήθηση στον έλεγχο πληροφοριών και γεγονότων (fact checking). Είναι βέβαια μια καλή προσέγγιση, που υιοθετεί την ιπποκρατική αρχή του «Κάλλιο προλαμβάνειν παρά θεραπεύειν», αλλά μπορεί να εφαρμοστεί μόνον στους λίγους μεγάλους podcasters, και όχι στους άπειρους μικρούς, στους οποίους μπορεί να δοθεί μόνον γενική βοήθεια για την ορθή τεκμηρίωση αυτών που ξεστομίζουν.

Ο Ελέφαντας και οι Ψύλλοι

Απολύτως ενδεικτικό του πόσο ρευστά και όχι καλά προσδιορισμένα είναι ακόμη τα όρια και οι μέθοδοι επιτήρησης είναι ότι το Spotify, με αφορμή την περίπτωση Rogan, ανέφερε «χαλαρά» ότι κατέβασε 20,000 podcast τα οποία διέσπειραν παραπληροφόρηση για την πανδημία. Με ποια κριτήρια; Το κάνει και για άλλα θέματα; Κανείς δεν ξέρει. Τι θα κάνουν οι μικρότεροι podcasters (και είναι πάνω από 3 εκατομμύρια) όταν παρατηρήσουν μία τέτοια άτσαλη υπερδιόρθωση του μεγαθήριου Spotify; Θα διακινδυνεύσουν να βγάλουν στον αέρα ανορθόδοξες και αιρετικές απόψεις, ακόμη και αν δεν παραβιάζουν τους κανόνες της πλατφόρμας; Και αν δηλαδή κάποιος έχει ισχύ και μπορεί να διαμαρτυρηθεί δυνατά; Θα τα καταφέρει να σιγάσει φωνές που δεν του αρέσουν; Αυτή είναι σίγουρα μία σκιά που πλανάται σήμερα πάνω από την ελευθερία της έκφρασης, κάνοντας μόνο κακό. Και στο κάτω κάτω υπήρξαν απόψεις οι οποίες θεωρούνταν συνωμοσιολογικές έως πρόσφατα, αλλά όχι πλέον. Το ότι ο κορωνοϊός μπορεί να ξεπήδησε από το παρακείμενο βιολογικό εργαστήριο στην Γουχάν και όχι από την λαϊκή αγορά άγριων ζώων δεν ήταν μία par excellence συνομοσιολογική θεωρία;  Σήμερα, εντούτοις,  είναι μια εξαιρετικά -αλλά όχι τελείως- απίθανη υπόθεση, όπου ακόμη και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δεν μπόρεσε να την αρνηθεί.  Η βασική θέση, συνεπώς, θα πρέπει να είναι ότι καταρχήν η έκφραση  είναι ελεύθερη και δεν επιβάλλεται προληπτική λογοκρισία, αλλά ούτε και λογοκρισία εκ των υστέρων με γκρίζους και νεφελώδεις κανόνες.

Και στην Ελλάδα τι;

Και στα καθ’ ημάς; Πώς αποκόπτεται ο κατιμάς του περιεχομένου; Η Ελλάδα έχει μία ιδιαίτερη ευαισθησία στην λογοκρισία, όπου οι λογοκριτές της χούντας του 1967 ακόμη στοιχειώνουν τους μεγαλύτερους. Ήταν τότε που οι συγγραφείς επιθεωρήσεων, τραγουδιών και θεαμάτων  έπαιζαν ένα κρυφτούλι με την λογοκρισία, προκειμένου να περάσουν μηνύματα αντίστασης στη χούντα, τα οποία θα περνούσαν από την κρησάρα χωρίς να τα καταλάβουν οι λογοκριτές. Εκείνη η περίοδος βέβαια έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί και δεν τίθεται θέμα ουσιαστικής λογοκρισίας. Αυτή την εποχή στη χώρα μας βλέπουμε μία σταδιακή συγκέντρωση των podcast, καθώς μπαίνουν στο παιχνίδι  και τα παραδοσιακά (χάρτινα) ΜΜΕ, και ιδρύονται νέες επιχειρηματικές οντότητες, οι οποίες θα πρέπει να ελέγξουν το περιεχόμενο, να καταρτίσουν κανόνες δεοντολογίες για τους παραγωγούς τους, την τήρηση  των οποίων θα πρέπει να επιτηρήσουν, με υπολογίσιμο κόστος για την μικρή μας αγορά. Θα πρέπει πάντως να αποκλείσουμε άλλες μορφές κρατικής παρέμβασης, όπως συμβαίνει με άλλα Μέσα.

*** *** ***

Σήμερα  δυο δισεκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε αυταρχικά καθεστώτα, και αρκεί κανείς να ρίξει μία ματιά στο Χόνγκ Κόνγκ (μια θλιβερή σκιά του παλιού του εαυτού) για να καταλάβει τι σημαίνει αυτό. Η Ρωσία μετά την εισβολή είναι ένα ανατριχιαστικό παράδειγμα. Επιπλέον, πάνω από τριάμισι δισεκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε «αυταρχικές δημοκρατίες» με περιορισμένα δικαιώματα —και εδώ μία ματιά στο Ιράν είναι εξ ίσου χρήσιμη. Ακόμη και σε φιλελεύθερες δημοκρατίες υπάρχει μία τάση απαγόρευσης «ακατάλληλων» βιβλίων (μέχρι και ο Όμηρος την έχει πληρώσει στις ΗΠΑ), η δε τυφλή κουλτούρα της ακύρωσης είναι ένα φαινόμενο που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Σε αυτό το διεθνές περιβάλλον,  η ελευθερία της έκφρασης πρέπει να διαφυλαχτεί ως κόρη οφθαλμού, ως παράδειγμα και ως καταλύτης της προόδου. Για αυτό και στα podcast, που έχουν την παλιά δύναμη του ραδιοφώνου αλλά πολλαπλά ενισχυμένη, η εξ ορισμού θέση μας θα πρέπει να είναι η ελευθερία της έκφρασης με αυτοέλεγχο και σεβασμό στους κανόνες που θεσπίζονται, για τους οποίους τα κανονιστικά κείμενα μάς δίνουν ήδη ικανή καθοδήγηση.