Kreport > Uncategorized >  Ένα Πάσχα που μιλά γαλλικά

 Ένα Πάσχα που μιλά γαλλικά

Του Παύλου Τσίμα

Το περιμέναμε πώς και πώς. Δυο χρονιές γιορτάσαμε το Πάσχα σε στενό οικογενειακό κύκλο, αιχμάλωτοι εν άστυ, με τις λαμπάδες στα μπαλκόνια. Επιτέλους, ένα Πάσχα κανονικό. Για την χαρά της γιορτής. Μα και για τον συμβολισμό της περίφημης «επιστροφής στην κανονικότητα».

Το Πάσχα επέστρεψε, λοιπόν. Η κανονικότητα όχι.

Το Πάσχα επέστρεψε, έστω κι αν το γιορτάζουμε σε «φάση συνύπαρξης με τον κορονοϊό». Έστω κι αν το γιορτάζουμε με το μυαλό αλλού. Την εβδομάδα των παθών την εικονογραφούσε καθημερινά το ουκρανικό δράμα, για το οποίο κανείς μας δεν ξέρει αν και πότε θα υπάρξει αναστάσιμη έκβαση. Και το βράδυ της Κυριακής, οι οθόνες μας θα πρέπει να συντονιστούν όχι με τα εορταστικά στιγμιότυπα που θα πλημυρίσουν τους λογαριασμούς γνωστών και αγνώστων στα social media, αλλά με την αγωνία των εκλογικών αποτελεσμάτων από το Παρίσι. Όχι από εξεζητημένο κοσμοπολιτισμό. Ούτε απλώς για το ενδιαφέρον που έχουν πάντα οι γαλλικές εκλογές για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Μα από την βεβαιότητα ότι το αποτέλεσμα αυτών των εκλογών δεν κρίνει απλώς τη μοίρα της Γαλλίας για τα επόμενα πέντε χρόνια. Αλλά και την μοίρα της Ευρώπης. Και την δική μας μοίρα.

Πάνω από τις γαλλικές κάλπες θα πλανιέται το ερώτημα- που αυτή τη φορά δεν είναι απλώς θεωρητικό, με προεξοφλημένη απάντηση, όπως τις προηγούμενες δύο φορές που η ακροδεξιά βρέθηκε στον δεύτερο γύρο προεδρικών εκλογών, είναι αγωνιωδώς υπαρκτό και δημοσκοπικά όχι εντελώς απίθανο, παρά την προφανή ήττα της στην τηλεοπτική μονομαχία της Πέμπτης: Κι αν η Λεπέν κερδίσει;

Όσο και να θέλει κανείς να αποδραματοποιήσει το ερώτημα και την απάντησή του, αδύνατον. Αν η Λεπέν κερδίσει, οι συνέπειες θα είναι κατακλυσμικές. Θα ισοδυναμούν, όπως έχει ήδη ειπωθεί, με ένα Frexit. Μια ιδιότυπη, προσωρινή πιθανόν, μερική και άτυπη έστω, έξοδο της Γαλλίας από την ευρωπαϊκή ένωση. Σε μια στιγμή που, όπως όλοι νιώθουμε, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αλλάζει τις διεθνείς ισορροπίες και απειλεί τόσο την θέση της Ευρώπης στον κόσμο όσο και το επίπεδο της ευημερίας της αλλά και την υγεία των δημοκρατικών της θεσμών. Η κατάσταση είναι ήδη δύσκολη. Φανταστείτε πόσο χειρότερη μπορεί να γίνει χωρίς την πολιτικά σημαντικότερη χώρα της ένωσης παρούσα, μ’ έναν Γάλλο Τραμπ στο τιμόνι που θα λέει «η Γαλλία πρώτα» και θα οδηγεί σε παράλυση τις ευρωπαϊκές διαδικασίες λήψης απόφασης και θα ματαιώνει κάθε κίνηση ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Φανταστείτε πόσο χειρότερη μπορεί να γίνει ιδίως για τις πιο αδύναμες χώρες της ένωσης.

Κι ύστερα, αν η Λεπέν κερδίσει, αυτό θα σημαίνει ότι το μικρό διεθνές κλαμπ των θαυμαστών του Πούτιν θα αποκτήσει ένα νέο μέλος, στην καρδιά της Ευρώπης, στην καρδιά της ιστορικά και συμβολικά σημαντικότερης ευρωπαϊκής δημοκρατίας, στην «πατρίδα των φώτων», όπως είπε προχθές ο Μακρόν. Θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι μια νίκη της Λεπέν στο Παρίσι θα ήταν σημαντικότερη για τον Πούτιν από την νίκη των ρωσικών όπλων στο Ντονμπάς;

Μα ας επιτρέψουμε στον εαυτό μας έναν αέρα αισιοδοξίας που οι μέρες επτρέπουν, αν δεν επιβάλουν. Ας υποθέσουμε ότι το βράδυ της Κυριακής, όταν αφήσουμε τις σούβλες και τα κόκκινα αυγά για να μετρήσουμε ψήφους στις γαλλικές κάλπες, το χειρότερο θα έχει αποφευχθεί, ο εφιάλτης Λεπέν θα έχει, και πάλι, αποκρουστεί. Βαθύς αναστεναγός ανακούφισης. Και μετά;

Μετά θα πρέπει να βρούμε μια απάντηση στο ερώτημα: Πως έγινε και βρεθήκαμε ένα βήμα πριν αναστηθεί ο Τραμπ στις όχθες του Σηκουάνα; πως έγινε και στον επίλογο μιας δοκιμασίας όπως η πανδημία, η δυσπιστία απέναντι στην Ευρώπη και την λειτουργία της δημοκρατίας θέρισε τόσες ψήφους σε μια από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου; πως έγινε και δύο μήνες μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, δύο μήνες καθημερινής καταγραφής της βαρβαρότητας αυτού του πολέμου, μια υποψήφια που δήλωνε πριν πέντε χρόνια ότι ο Πούτιν είναι ένα από τα δύο πολιτικά της ινδάλματα (ο Τραμπ ήταν το άλλο) βρέθηκε ένα βήμα πριν το παλάτι των Ηλυσίων; Πως και γιατί τόση σωρεύτηκε τόση οργή στο γαλλικό εξάγωνο; Πως και γιατί, σ όλον τον κόσμο, η εμπιστοσύνη στην δημοκρατία βρέθηκε στο χαμηλότερο σημείο της, από το τέλος του ψυχρού πολέμου;

Δεν αφορούν άλλους τα ερωτήματα. Εμάς αφορούν. Κι ούτε έχουν εύκολη απάντηση. Μα ας αρχίσουμε από τους αριθμούς. Η ΜΕΤΡΟΝ περιέλαβε στην τελευταία της δημοσκόπηση μια ερώτηση: « Ας φανταστούμε τον κόσμο σαν μια πόλη προστατευμένη από ένα κάστρο που περικλείεται από μια έρημο. Υπάρχουν άνθρωποι προστατευμένοι μέσα στο κάστρο και άνθρωποι απορστάτευτοι έξω πό αυτό. Εσείς που θα λέγατε πως βρίσκεστε; Μέσα ή έξω από το κάστρο;» Και, καμμιά έκπληξη, οι απαντήσεις μας εμφανίζουν μοιρασμενους στα δύο. Οι μισοί, περίπου, νιώθουμε εντός και οι μισοί εκτός. Αυτό που παλιότερα ονομαζόταν κοινωνία των δύο τρίτων έχει εξελιχθεί σε κοινωνία του ενός δεύτερου. Ένας στους δύο αισθάνεται απροστάτευτος, αποκλεισμένος. Οι λόγοι μπορεί να είναι, όπως έχει πολλές φορές αναλυθεί, καθαρά οικονομικοί (η αβυσσαλέα διεύρυνση των ανισοτήτων μετά από κάθε μία από τις αλλεπάλληλες κρίσεις της τελευταίας δωδεκαετίας) ή πολιτιστικοί. Μα το δεδομένο είναι αναμφισβήτητο. Και οι συνέπειές του προφανείς σ έναν κόσμο που δοκιμάζεται ήδη από την τρικυμία μιας μετάβασης προς το άγνωστο. Και όπου η οργή που ήδη ξεχειλίζει- όχι μόνον στην Γαλλία- θα συναντηθεί αναπόφευκτα με τις πλήρεις συνέπειες του πολέμου, με την «κρίση πείνας», που προβλέπει η Παγκόσμια Τράπεζα.

Ας γιορτάσουμε, λοιπόν, ένα όσο γίνεται πιο «κανονικό» Πάσχα. Το αξίζουμε. Αλλά ας το πάρουμε απόφαση, η «επιστροφή στην κανονικότητα», ό,τι κι αν σημαίνει ο όρος, είναι μια χίμαιρα. Χρόνια Πολλά.