Kreport > Uncategorized > A World without Email: Reimagining Work in the Age of Overload, του Cal Newport, Penguin Business, 2021

A World without Email: Reimagining Work in the Age of Overload, του Cal Newport, Penguin Business, 2021

Γράφει ο Αντώνης Παπαγιαννίδης

Eκ πρώτης όψεως, το βιβλίο αυτό του Cal Newport, ο οποίος διδάσκει στο Georgetown U. και γενικώς ασχολείται με τις εξελίξεις στην ψηφιακή οικονομία αλλά και την οργάνωση του εργασιακού χρόνου, αποτελεί μια αμφισβήτηση του ρόλου της επικοινωνίας μέσω των emails, όπως αυτή έχει καταλήξει να αποτελεί το βασικό μέσο οργάνωσης της εργασίας στα χρόνια μας. Μάλιστα θα μπορούσε να εκληφθεί σαν μια ευθεία επίθεση, καθώς επιχειρηματολογεί – διεξοδικά και με ικανή πειστικότητα – ότι η κυριαρχία του email περιορίζει την παραγωγικότητα, δημιουργεί πίεση αν μη αποξένωση στον εργαζόμενο, κινδυνεύει εν τέλει να «αυτονομηθεί» και να οδηγεί (αντί να διευκολύνει) την επικοινωνία και τις χρήσεις της.

Στην βάση της ανάλυσής του βρίσκεται η διαπίστωση ότι η χρήση του email εγκαθιστά μιαν πρακτική συνεχούς /αδιάκοπης επικοινωνίας, η οποία καταλήγει να «δημιουργεί» εκείνο που ονοματίζει hyperactive hive mind, δηλαδή έναν ανθρώπινο νου που βρίσκεται σε συνεχή (υπερ)δραστηριότητα, κάπως σαν το μελίσσι, λαμβάνοντας και στέλνοντας μη-συστηματικά/μη-προγραμματισμένα (και πάντως μη-αρθρωμένα) μηνύματα μέσω των μηχανισμών διαδικτυακής επικοινωνίας, με κυρίαρχο το email. Αυτή η αδιάκοπη ροή πληροφοριών αφορά όλους όσοι δραστηριοποιούνται στην κοινωνία της γνώσης, η οποία ούτως ή άλλως καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής ζωής: κατά τον C. Newport πάνω από 1/3 του εργασιακού μας χρόνου δαπανάται στο inbox των ηλεκτρονικών μας συσκευών, ενώ ο μέσος εργαζόμενος ελέγχει ανά 6 περίπου λεπτά κατά πόσον έχει νέα μηνύματα. Κυρίως όμως, όταν διαπιστώνει ότι έχει όντως μηνύματα, δυσκολεύεται να προτεραιοποιήσει ενώ «υποχρεώνεται» και να απαντήσει. Αυτό, με την σειρά του, πολυδιασπά την ίδια την εργασία, περιορίζει την συγκέντρωση, υποβαθμίζει την ποιότητα/την παραγωγικότητα.

Αν σταματούσε εδώ, η κριτική του C. Newport θα ήταν ασφαλώς ενδιαφέρουσα – αρκεί ο καθένας/η καθεμία να αναλογισθεί την καθημερινότητα της οργάνωσης τού χρόνου του/της – αλλά κάπως μοιρολατρική. Καθώς όμως σπεύδει να προωθήσει μια σειρά από προτάσεις νέας προσέγγισης/αναδιοργάνωσης της δομής της εργασίας, μέσα από εκείνο που ονοματίζει «θεωρία του κεφαλαίου προσοχής» επιτρέπει να αναζητήσει κανείς – με την βοήθειά του – μια διέξοδο από την παγίδα του email. Οικοδομεί σειρά διαδικασιών και ελέγχων που εξαλείφει τα φορντιστικά κατάλοιπα της εργασίας του παρελθόντος από εκείνηn της κοινωνίας της πληροφορίας. κυρίως όμως επιτρέπει μια μεταμόρφωση/επανεφεύρεση της εργασίας με βάση την επισήμανση εκείνων των ροών εργασιών που επιτρέπουν στον ανθρώπινο νου να βελτιστοποιήσει τις ίδιες του τις δυνατότητες στο να προσθέτει αξία στην πληροφορία που λαμβάνει, επεξεργάζεται και προωθεί περαιτέρω.

Η έμφαση στις διαδικασίες και η αναζήτηση της εξειδίκευσης σε νέες και όχι παρωχημένες κατευθύνσεις, έρχεται να υποσχεθεί ότι (κλείνοντας τον κύκλο) οι δυνατότητες που προκύπτουν από την επικοινωνία/ «το email» θα συνεχίσουν να αποτελούν δυνατότητες, και δεν θα καθοδηγούν /υποτάσσουν την εργασία. Κλείνει την διαδρομή του με την προτροπή «είναι καιρός να ανοίξουμε τα μάτια μας» υπό την έννοια ότι «εκατομμύρια που βρίσκουν εξαντλητικό το inbox τους, ελπίζουν ότι πρέπει να υπάρχει ένας καλύτερος τρόπος σωστής δουλειάς σε μια κουλτούρα που έχει εμμονή με την αδιάκοπη διασύνδεση». Σ’ αυτό, συμπαρατάσσεται με τον Neil Postman, ο οποίος έλεγε (το 1998): «Παλιότερα, ζούσαμε την εμπειρία της τεχνολογικής αλλαγής περίπου σαν υπνοβάτες… Πρόκειται για μια μορφή ηλιθιότητας, ιδίως σε μια εποχή μεγάλων τεχνολογικών αλλαγών».