Kreport > articles > Γαλλικές προεδρικές εκλογές 2022, γύρος δεύτερος: η ώρα της εικονομαχίας (20/4)

Γαλλικές προεδρικές εκλογές 2022, γύρος δεύτερος: η ώρα της εικονομαχίας (20/4)

Του Γιώργου Σεφερτζή

Οι πρώτες δέκα  από τις δεκαπέντε ημέρες που χωρίζουν τον πρώτο από τον δεύτερο γύρο των Γαλλικών προεδρικών εκλογών, πέρασαν με τον Μακρόν να τρέχει παίρνοντας τα υπολογισμένα ρίσκα που επέβαλε η επείγουσα διόρθωση της προεκλογικής εικόνας και στρατηγικής του.

Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν. Οι δημοσκοπικές  επιδόσεις του βελτιώνονταν καθημερινά και η ψαλίδα μεταξύ του ίδιου και της ανθυποψήφιάς του Λε Πεν, έκλεινε σταδιακά έστω και οριακά.

Σήμερα πια το άνοιγμα της ψαλίδας δεν είναι οριακό. Έχει φθάσει στις 10 μονάδες πλησιάζοντας πολύ το προβάδισμα που είχε αποκτήσει ο Μακρόν ενόψει του δεύτερου γύρου των εκλογών του 2017. Του είχε εξασφαλίσει την πρώτη του νίκη, όπως φαίνεται να του την εξασφαλίζει τώρα η παράσταση που έχει η γαλλική κοινή γνώμη για τη φετινή του νίκη.

Αντιστρόφως, και για ακατανόητους λόγους, στο ίδιο διάστημα η Λε Πεν έχυνε σιγά σιγά το γάλα με τον οποίο γέμιζε τα πέντε προηγούμενα χρόνια την καρδάρα της.

Είχε διδαχθεί από τα λάθη του 2017. Είχε μεταμορφωθεί επικοινωνιακά. Είχε εγκαταλείψει τις θέσεις που τρόμαξαν τότε ακόμα και τα πιο «αντισυστημικά» ακροατήρια. Είχε πετύχει να αποδαιμονοποιήσει την πολιτική της ταυτότητα. Είχε αφήσει τον υπερεθνικιστή Ερίκ Ζεμμούρ να την πλαγιοκοπά από το δεξιό  άκρο του ιδεολογικού φάσματος, διευκολύνοντας τη στροφή που η ίδια έκανε προς τη μετριοπάθεια και τον μεσαίο αστικό χώρο.

Όταν άρχισε ο πόλεμος στην Ουκρανία τον χρησιμοποίησε ως αλεξικέραυνο για να αποφύγει  τις συνέπειες των δικών της φιλικών σχέσεων με τον Πούτιν. Είχε επιμείνει προσφυώς και μέχρι τέλους στην στρατηγική επιλογή να θέτει στο επίκεντρο της προεκλογικής της ατζέντας την προστασία της αγοραστικής δύναμης των λαϊκών νοικοκυριών. Είχε πετύχει να ταυτιστεί με τα προβλήματα της καθημερινότητας. Δεν ασχολιόταν πια ούτε με το μεταναστευτικό ούτε με την κρίση πολυπολιτισμικότητας και εθνικής ταυτότητας της γαλλικής κοινωνίας.

Είχε ριζώσει στη βαθιά λαϊκή Γαλλία της υπαίθρου και των ημιαστικών κέντρων. Είχε κερδίσει τη συμπάθεια των νεότερης ηλικίας ψηφοφόρων, αν όχι και των περισσότερων από τους μικρομεσαίους. Είχε τοποθετηθεί ως η «προστάτιδα μάνα» όλου του γαλλικού λαού και των μη-προνομιούχων. Είχε κηρύξει την επανάσταση των «ξεχασμένων» εναντίον των «κατεστημένων». Είχε καλέσει όλους τους «πατριώτες της δεξιάς και της αριστεράς» σε συνασπισμό για την ανατροπή της κοσμοπολίτικης  διευθύνουσας τάξης. Είχε μιλήσει για την κυβέρνηση εθνικής ενότητας που θα σχημάτιζε σε περίπτωση εκλογής της. Είχε, εν ολίγοις, προετοιμάσει το έδαφος για την τελική αναμέτρηση του «μπλοκ των καταφρονεμένων» με το «μπλοκ των χορτασμένων» της κοινωνικής ελίτ. 

Μπαίνοντας, ωστόσο, στην τελική προεκλογική ευθεία, η Λε Πεν αποφάσισε ξαφνικά να μεταφέρει τη σύγκρουσή της με τον  Μακρόν σε ένα πιο ιδεολογικό πεδίο. Σε ένα πεδίο, δηλαδή, που εκ προοιμίου ήταν προνομιακό για τον Μακρόν, αφού οι παρελθούσες ιδεολογικές ακρότητες της Λε Πεν ήταν αυτές που την απομάκρυναν από τη σιωπηρή πλειοψηφία της κοινωνίας των πολιτών.

Σε αυτό το ιδεολογικό πεδίο ο απερχόμενος Πρόεδρος προσπαθούσε από την επόμενη του πρώτου γύρου  να την σύρει μετατρέποντας τον δεύτερο γύρο των εκλογών σε δημοψήφισμα για την Ευρώπη. Γι’ αυτό, άλλωστε, και εμμέσως πλην σαφώς ακολουθούσε τη στρατηγική του φόβου επιχειρώντας να δαιμονοποιήσει και πάλι την αντίπαλό του σε απάντηση της δικής του δαιμονοποίησης ως «Προέδρου των πλουσίων».    

Το παράδοξο είναι ότι η Λε Πεν «τσίμπησε». Ανοίχτηκε σε μια ατζέντα θεμάτων που ενείχαν τον κίνδυνο να την αυτοαναιρέσουν πολιτικά, εκθέτοντάς τη στα φώτα μιας αρνητικής δημοσιότητας.  Οι συνεντεύξεις Τύπου και οι δηλώσεις που έκανε αναφερόμενη σε ζητήματα που άρχιζαν με αμφίβολης συνταγματικότητας προτάσεις θεσμικών μεταρρυθμίσεων πολιτειακού χαρακτήρα. Συνεχίζονταν με αναλυτικές τοποθετήσεις επί της επικαιρότητας των διεθνών σχέσεων και της εξωτερικής πολιτικής (που υποστήριζαν την αποχώρηση της Γαλλίας από το ΝΑΤΟ και την επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία, ενώ αποσιωπούσαν παντελώς την εισβολή της τελευταίας στην Ουκρανία και τις σφαγές στην Μπούκα και αλλού). Για να καταλήξουν σε ζητήματα αμφισβήτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με την προτεινόμενη επαναφορά της ποινής του θανάτου ή των  θρησκευτικών ελευθεριών, όπως είναι η κατάργηση του δικαιώματος των γυναικών μουσουλμανικού δόγματος να φορούν την ισλαμική μαντίλα σε δημόσιο χώρο. Όλα αυτά μάλλον θύμιζαν τον παλιό «κακό» ακροδεξιό εαυτό της  παρά διευκόλυναν τις προσπάθειές της να προσεταιριστεί τα ακροατήρια της ριζοσπαστικής αριστεράς από τις εκλογικές προτιμήσεις των οποίων εξαρτάται και η δίκη της τύχη στον δεύτερο γύρο.

Η αλήθεια είναι ότι ούτως ή άλλως θα ήταν τώρα πολύ δυσκολότερο για αυτήν να κρύψει το πραγματικό ιδεολογικό της πρόσωπο. Έχει μείνει η μοναδική εκπρόσωπος της κοινωνικής δεξιάς και δεν έχει πια την ευχέρεια που είχε στον πρώτο γύρο να χρησιμοποιεί τον Ερίκ Ζεμμούρ σαν καθρέφτη που της επέτρεπε να προβάλει εξ αντιδιαστολής στο εκλογικό κοινό μια κατά πολύ πιο συναινετική και μετριοπαθή εικόνα.

Ίσως να τα κατάφερνε καλύτερα, αν συνέχιζε να δείχνει την ίδια οξυδέρκεια ταυτιζόμενη με τα προβλήματα της δύσκολης  καθημερινότητας των πολιτών και εστιάζοντας  σταθερά και μονοθεματικά την καμπάνια της στην αγοραστική δύναμη των πιο ευάλωτων ομάδων.

Τώρα, για να διατηρήσει τις ελπίδες της για ένα νικηφόρο αποτέλεσμα την ερχόμενη Κυριακή, θα πρέπει να μετατρέψει τη σημερινή τηλεμαχία της με τον Μακρόν, όχι απλώς σε μια ρεβάνς της συντριβής που υπέστη στην αντίστοιχη του 2017, αλλά σε μια κυριολεκτικά ανατρεπτική εικονομαχία  που θα της επιτρέψει να καλύψει τη διαφορά των 3.000.000 ψήφων που της λείπουν για τη νίκη.

Σύμφωνα με σχετική έρευνα που είχε πραγματοποιηθεί στις παραμονές του πρώτου γύρου, η Λε Πεν είχε καταφέρει τότε τουλάχιστον να εξασφαλίσει την υπεροχή της εικόνας της σε τρία κρίσιμα πεδία: στην «ικανότητα» να ενισχύσει την αγοραστική δύναμη των Γάλλων (με 41% έναντι 27% για τον Μακρόν), στη «γνώση» της καθημερινότητας και των προβλημάτων της (με 44% έναντι 22% για τον Μακρόν) και στην «ετοιμότητα» να μεταρρυθμίσει τη χώρα (με 35% έναντι 34% για τον Μακρόν).

 Είχε, όμως, δυο σοβαρότατα συγκριτικά μειονεκτήματα: υστερούσε σε «προεδρικότητα» ( 26% για την η ίδια, 49% για τον Μακρόν) και η υποψηφιότητά της προκαλούσε «ανησυχία» στο 45% των ερωτώμενων έναντι του 29% που ανησυχούσε με την ιδέα της επανεκλογής του απερχόμενου Προέδρου.

Είναι δυο πολύ σοβαρά μειονεκτήματα-εμπόδια  για να μπορέσει η Λε Πεν να τα υπερβεί σήμερα το βράδυ, μέσα στις δυόμιση ώρες που θα αναμετράται στα τηλεοπτικά αλώνια με τον αντίπαλό της. Πολύ δε περισσότερο που η ίδια απέδειξε τις προηγούμενες ημέρες ότι ο μεγαλύτερος αντίπαλός της είναι ο εαυτός της, το παρελθόν της και η ανασφάλεια που αμφότεροι εμπνέουν.

Παραμένει, εξάλλου, άκρως αμφίβολο αν ο κοινωνικός θυμός που έχει προκαλέσει ο Μακρόν, θα μπορούσε ποτέ να νικήσει τη σιγουριά της σταθερότητας που ο ίδιος ενσαρκώνει.