Kreport > articles > Γαλλικές προεδρικές εκλογές, γύρος δεύτερος: Το ηλικιακό ρήγμα και το εκλογικό διακύβευμα (19/4)

Γαλλικές προεδρικές εκλογές, γύρος δεύτερος: Το ηλικιακό ρήγμα και το εκλογικό διακύβευμα (19/4)

Του Γιώργου Σεφερτζή 

Εικοσιτετράωρα πια πριν από την έναρξη της προσέλευσης των Γάλλων στις κάλπες του δεύτερου γύρου των προεδρικών εκλογών τους, κοινή είναι η διαπίστωση ότι το προβάδισμα των περίπου επτά μονάδων, με το οποίο ο απερχόμενος Πρόεδρος Μακρόν οδηγεί την εκλογική κούρσα στον τερματισμό της, δεν είναι αρκετό για να προεξοφληθεί η νίκη του. Κατόπιν αυτού η προσοχή όλων στρέφεται κυρίως σε τρία ανοικτά ζητήματα.

Το πρώτο είναι το κατά πόσο αυτή η γενική διαίσθηση περί μιας οριακής τελικής  αναμέτρησης θα συντελέσει στη μείωση των ποσοστών της αποχής. Σήμερα τα ποσοστά αυτά υπολογίζεται ότι θα κυμανθούν στην περιοχή του 1/4 του εκλογικού σώματος περιλαμβάνοντας το μεγαλύτερο ίσως μέρος των χαμένων του πρώτου γύρου.

Το δεύτερο είναι αν το μεγαλύτερο πλήθος όσων αποφασίσουν τελικά να μετακινηθούν προς τα εκλογικά τμήματα το κάνουν με τη λογική της απόρριψης του ενός εκ των δυο μονομάχων ή με την λογική της προσχώρησης στο σχέδιο που ο καθένας τους προτείνει για τη διακυβέρνηση της χώρας.

Το τρίτο είναι σε ποιο βαθμό η πολυαναμενόμενη αυριανή τηλεμαχία του Μακρόν με την Λε Πεν θα επηρεάσει όχι μόνο τους αναποφάσιστους, που εξακολουθούν να είναι αρκετοί, αλλά και εκείνους τους ψηφοφόρους που περιμένουν την τελευταία στιγμή για να αποκρυσταλλώσουν τις εκλογικές  τους προτιμήσεις.

Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο αναστροφής μιας κυρίαρχης εκλογικής τάσης από τις εντυπώσεις που άφησαν στο τηλεοπτικό κοινό οι αντιμαχόμενοι υποψήφιοι για την Προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας.

Υπάρχουν, όμως, και δύο άλλες αλήθειες. Πρώτον, ότι επίσης δεν υπάρχει προηγούμενο στην ιστορία της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας μιας τόσο οριακής αναμέτρησης. Δεύτερον, ότι  δεν υπάρχει προηγούμενο απερχόμενου Προέδρου που να κατάφερε να επανεκλεγεί χωρίς να έχει υποχρεωθεί να μοιραστεί τις υπερεξουσίες του, συμβιβαζόμενος με μια αντίπαλη  κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Πολύ δε περισσότερο είναι αληθές ότι δεν υπάρχει προηγούμενο στο οποίο η αμφιβολία για τα αταβιστικά ανακλαστικά των δυνάμεων του δημοκρατικού τόξου να ήταν τόσο έντονη, όσο είναι αυτή τη φορά η αμφιβολία που επικρατεί ενόψει της έκβασης του φετινού δεύτερου γύρου.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι η μεγάλη πλειοψηφία του γαλλικού εκλογικού σώματος κινείται στον αστερισμό της κοινωνικής δυσανεξίας και της πολιτικής αποδραματοποίησης του εκλογικού διακυβεύματος.

Πράγμα που καθιστά εκ των πραγμάτων σχεδόν αδύνατη την επαναδαιμονοποίηση της υποψηφιότητας Λε Πεν. Παρόλα αυτά ο Μακρόν την επιχειρεί σε μια προσπάθεια να συσπειρώσει την πλειοψηφία εκείνων που κάποτε έβλεπαν στο πρόσωπό της να ζωντανεύει ο εφιάλτης της αμφισβήτησης της Δημοκρατίας και της διάλυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σήμερα ο «πολιτικός κύκλος της κοινής λογικής και του ορθού λόγου» έχει στενέψει τόσο πολύ, ώστε να μην μπορεί να αποκλεισθεί η ανάληψη του κινδύνου μιας περιπέτειας τυχοδιωκτικού χαρακτήρα από μια σχετική πλειοψηφία ψηφοφόρων.   

Εκείνο που κυρίως απομένει στον Μακρόν είναι η ελπίδα ότι η πλειοψηφία της ψυχολογικά αποσταθεροποιημένης γαλλικής κοινωνίας θα υπερβεί in extremis τον θυμό της και θα προτιμήσει, έστω και με βαριά καρδιά, την ασφάλεια μιας επιλογής που δεν εμπεριέχει τον κίνδυνο δυσάρεστων εκπλήξεων, παρά τη διακινδύνευση μιας πολιτικής αλλαγής που μπορεί να αποβεί μοιραία και για την ίδια και για την ασφάλεια των υπόλοιπων δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών.

Αν αυτό συμβεί, η ιστορία θα έχει για μια ακόμα φορά χαμογελάσει ειρωνικά. Το μπλοκ των προοδευτικών δυνάμεων θα έχει διασωθεί χάρη στα ανακλαστικά του μπλοκ των συντηρητικών.

 

Σε κάθε πάντως περίπτωση ο Μακρόν, που κάποτε θριάμβευσε επαγγελόμενος τη λύτρωση των  συμπατριωτών του από τις φοβίες των αλλαγών που έφερνε τότε  η παγκοσμιοποίηση, τώρα κινδυνεύει να ηττηθεί από μια αντίπαλο που τους υπόσχεται προστασία από τις απειλές της απορρύθμισης του διεθνούς και του ειδικότερου ευρωπαϊκού οικονομικού περιβάλλοντος.

Που σημαίνει  ότι ο απερχόμενος Πρόεδρος σε λίγα εικοσιτετράωρα θα βρίσκεται αντιμέτωπος με τη «βαθιά Γαλλία» της υπαίθρου, των λαϊκών στρωμάτων και των νεότερων ηλικιών. Το 66% αυτής της Γαλλίας στον πρώτο γύρο ψήφισε «αντισυστημικά» και εναντίον του.

Ίσως τίποτα να μην την εμποδίσει στον δεύτερο γύρο να μην αρκεστεί στην «προειδοποίηση» του πρώτου, και να θελήσει να αποδείξει ότι είναι ικανή να προχωρήσει στο επόμενο βήμα επιμένοντας στην ολοκλήρωση της «τιμωρίας» του.

Και μόνο στο άκουσμα της όλο και συχνότερα το τελευταίο διάστημα επαναλαμβανόμενης λέξης «μπουρζουαζία», η ταξική της συνείδηση μπορεί να εξεγερθεί ακόμα και εναντίον του εαυτού της. Προς επίρρωση των επαναστατικών ιστορικών της παραδόσεων και του συμπεράσματος ότι η διακυβέρνησή της έχει ούτως ή άλλως εξελιχθεί σε μια πολύ προβληματική υπόθεση.

Πολύ δε περισσότερο που στην παρούσα φάση η μεν Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία εκμετρά καταφανώς το θεσμικό βίο της, στα δε θεμέλια της έχει ανοίξει ένα πολύ βαθύ ηλικιακό ρήγμα που χωρίζει τις παλιότερες από τις νεότερες γενιές ψηφοφόρων.

Καθόλου τυχαία, η μεγάλη πλειοψηφία των κάτω των 35 μοιράστηκε στον πρώτο γύρο μεταξύ των εκπροσώπων των δυο «άκρων», Λε Πεν και Μελανσόν, και το ποσοστό των ψηφοφόρων του τελευταίου που προτίθενται να απόσχουν στον δεύτερο γύρο αυξήθηκε μέσα σε ελάχιστες ημέρες κατά 12 ολόκληρες μονάδες (!), ενώ παραμένει στο 18%  το ποσοστό εκείνων που δηλώνουν από τώρα ότι θα ψηφίσουν Λε Πεν (!).

Ανεξαρτήτως εκλογικού αποτελέσματος, το αναμενόμενο είναι πως την επόμενη των εκλογών  όλοι αυτοί θα συναντηθούν στους δρόμους, προετοιμάζοντας τον τρίτο γύρο που θα λάβει χώρα ενόψει των βουλευτικών εκλογών του προσεχούς Ιουνίου. 

Κατά πάσα πιθανότητα αύριο ο Μακρόν θα δοκιμάσει να τους πείσει ότι το διακύβευμα των εκλογών της ερχόμενης Κυριακής είναι η επιλογή μεταξύ δυο διαφορετικών πολιτικών πολιτισμών. Θα τους θέσει προ του διλήμματος να «οικοδομήσουν μαζί ένα καλύτερο κοινό μέλλον ή να το καταστρέψουν» αφήνοντας την Λε Πεν να κυβερνήσει διχάζοντας τη Γαλλία, και κατ’ επέκταση την Ευρώπη, στρέφοντας αυτούς που νομίζουν ότι «δεν είναι τίποτα» εναντίον αυτών που πιστεύουν ότι «είναι τα πάντα».

Εκτός και αν την τελευταία στιγμή οι πρώτοι εκτονωθούν βλέποντας τον Μακρόν να ιδρώνει για να κερδίσει την ανοχή τους και οι δεύτεροι τον διευκολύνουν αλλάζοντας την ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους και τον κόσμο. Σ’ αυτή την περίπτωση, ίσως στην κρίση της κοινής γνώμης να  βαρύνει περισσότερο η ασφάλεια της οικονομίας από την ανασφάλεια της κοινωνίας.