Kreport > Uncategorized > Η τυραννία της αξίας: τι έχει απογίνει το κοινό καλό; του Michael J. Sandel Eκδ. ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2022

Η τυραννία της αξίας: τι έχει απογίνει το κοινό καλό; του Michael J. Sandel Eκδ. ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2022

Γράφει ο Αντώνης Παπαγιαννίδης

Θα ήταν ρηχό να ξεκινήσει κανείς, στην Ελλάδα του 2022 όπου η πολιτική υπερκατανάλωση της έννοιας της αξιοκρατίας/της αριστείας/των αρίστων (μετά βέβαια από δεκαετίες ευρύτερου φλερτ με τον εξισωτισμό) κατόρθωσε να φέρει στην επιφάνεια δυσάρεστα αντανακλαστικά αλαζονείας, και να παρουσιάσει το τόσο σημαντικό έργο του M. Sandel τονίζοντας αυτό κυρίως το στοιχείο του. Την αντίθεση δηλαδή προς την (στρεβλή) χρήση, προς την τυραννία όπως την χαρακτηρίζει, της αξίας. που οδηγεί σε φαινόμενα αλαζονείας και την διεκδίκηση κυριαρχίας δι’ αυτών επί των πολλών.

 Και πάλιν, όμως, η κατάληξη του βιβλίου του M. Sandel δεν μπορεί παρά να ηχεί παράξενα για όποιον έχει ζήσει την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια – σίγουρα τα τελευταία 3 χρόνια, μάλλον όμως και τις δεκαετίες μετά το τέλος εκείνης του΄90: «Η αίσθηση του τυχαίου της κοινωνικής μας θέσης μπορεί να μας εμπνεύσει μια κάποια ταπεινοφροσύνη. [Αυτή] θα μας βοηθούσε να απομακρυνθούμε από την σκληρή ηθική της επιτυχίας, η οποία μας κρατά σε απόσταση. Ακριβώς επειδή ξεπερνά την τυραννία της αξίας και υποδεικνύει μια λιγότερο μνησίκακη και πιο γενναιόδωρη δημόσια ζωή». Η ιδέα και μόνον ότι θα μπορούσε/θα έπρεπε κάτι σαν ταπεινοφροσύνη να οδηγεί τις δημόσιες συμπεριφορές – με αναγωγή στο «κοινό καλό» του Rawls ή του Walzer – ακούγεται κάτι ξένο, κάτι ολότελα εξωτικό, σε ένα δημόσιο βίο σαν τον Ελληνικό όπου η έπαρση και η αυτοδικαίωση κυριαρχεί – σταθερά, πλέον.

Ο Sandel στην «Τυραννία της αξίας» ξεκινάει με την διαπίστωση ότι σε κάθε κοινωνία που χαρακτηρίζεται από ανισότητες – έχει την Αμερικανική, προδήλως, κατά νουν πλην το επιχείρημά του στέκει όλο και περισσότερο στην Ευρώπη των τελευταίων δεκαετιών … – όσοι πετυχαίνουν «θέλουν να πιστεύουν ότι η επιτυχία τους είναι ηθικά δικαιωμένη». Όμως, όταν η εκκίνηση γίνεται σε άνιση βάση, κοινωνικά/οικονομικά, τότε η πρόσβαση στους μοχλούς της επιτυχίας και – κυριότατα – στην ανώτατη εκπαίδευση (και μάλιστα στην ποιοτική…)  των Ivy League Πανεπιστημίων με την Αμερικανική ανάγνωση, είναι εξαρχής στρεβλωμένη. Λειτουργεί ως μηχανισμός διαιώνισης των ανισοτήτων και παραγωγής μιας νέου τύπου/νέας εποχής ολιγαρχίας (διόλου τυχαία, η αριστοκρατία των παλαιότερων αιώνων που στηριζόταν στην επιλογή δια της καταγωγής – ας αφήσουμε τον Αριστοτέλη στην ησυχία του!… – έχει τους «αρίστους» ως πρώτο συνθετικό. Η οποία, παλιν η Αμερικανική εμπειρία του Τραμπικού λαϊκισμού οδηγεί την αποδεικτική προσέγγιση του Sandel, φέρνει κάποια στιγμή την απόρριψη/την άρνηση/την έκρηξη.

Ακολουθώντας το παράδειγμα των παλαιότερων ακαδημαϊκών συζητήσεων, ο Sandel μεταφέρει από αμφιθέατρο Κινεζικού Πανεπιστημίου που δίδασκε ένα βαθιά διδακτικό επεισόδιο. Τότε, είχε γίνει πρωτοσέλιδο η περίπτωση Κινέζου εφήβου, ο οποίος είχε πουλήσει το ένα του νεφρό προκειμένου να αγοράσει iPhone και iPad. Ανοίγει την συζήτηση ο Sandel, κάποιοι απαντούν ως γνήσιοι ελευθεριακοί/libertarians ότι, άμα δεν πιέστηκε/δεν υπήρξε καταναγκασμός η επιλογή ήταν δική του. Άλλοι διεφώνησαν λέγοντας ότι δεν είναι δίκαιο πλούσιοι να αγοράζουν ζωή από τους φτωχούς. Κάποιος φοιτητής από το βάθος της αίθουσας το θέτει αλλιώς; «οι πλούσιοι είχαν κερδίσει τον πλούτο τους, ήταν ως εκ τούτου αξιέπαινοι, πότε αξίζουν να ζήσουν περισσότερο». Σοκάρεται ο Sandel με αυτή την «ωμή εφαρμογή της αξιοκρατικής σκέψης». Όμως, εκ των υστέρων, συνειδητοποιεί ότι «είναι ηθικά συγγενής με την πεποίθηση του ευαγγελίου της ευημερίας, ότι η υγεία και ο πλούτος αποτελούν ενδείξεις της Θείας Χάρης». Μπορεί ο Κινέζος φοιτητής να μην είχε θητεύσει στις ευαγγελικές ή πουριτανικές διδαχές, «είχε μεγαλώσει όμως, όπως και οι συμφοιτητές του, στην εποχή που η Κίνα γινόταν μια κοινωνία της αγοράς.

Επανερχόμαστε σε πιο Δυτικό έδαφος, και εκεί βλέπουμε τον Sandel να αξιοποιεί το προ καιρού σκάνδαλο των Αμερικανών ευπόρων γονέων που – πηγαίνοντας πολύ πέρα από την τιμημένη πρακτική των δωρεών προς Πανεπιστήμια της Ivy League για να πετύχουν εύνοια προς τους γόνους τους – κατέληξαν να αγοράζουν, ευθέως, πρόσβαση στην επιλογή σ’ αυτά τα εφαλτήρια επιτυχίας. Δεν μένει στο ανεκδοτολογικό και την καταδίκη, αλλά αξιοποιεί αυτήν την εμπειρία προκειμένου να αποδομήσει την εσωτερική πειστικότητα του οικοδομήματος της αξίας. Για να καταλήξει σε μια υψηλόφωνη έκκληση για «επανεξέταση της αξιοκρατίας», προκειμένου αυτή να λειτουργήσει δίκαια και ως μηχανισμός ενσωμάτωσης και όχι αποκλεισμού…

*           *           *

Στο βιβλίο του Sandel βρίσκει κανείς μια τριάδα επισημάνσεων, που πραγματικά αξίζει να ιεραρχηθούν με βάση την βιωμένη εμπειρία του αναγνώστη σε μια χώρα όπως η Ελλάδα/σε μια κοινωνική δομή σαν εκείνη που διαμορφώθηκε ιδίως στην Μεταπολίτευση. Πρώτα-πρώτα, όπου υπάρχει ανισότητα η διακήρυξη του μηνύματος της αξιοκρατίας υπονομεύει το ηθικό όσων «μένουν πίσω». Αυτό μπορεί να μην ίσχυσε σ’ εμάς τις δεκαετίες του ΄70 και του ΄80 ή ακόμη και του ΄90, οπότε υπήρχε η (πικρή, αλλά πραγματική…) άμυνα μιας κουλτούρας παράπονου, με αιχμές διαμαρτυρίας ή και εκρηκτικότητας. Όταν όμως πέρασε πάνω από την κοινωνία – δηλαδή: πάνω από τους ανθρώπους, κυρίως πάνω από τα λιγότερο ευνοημένα στρώματα – ο οδοστρωτήρας των Μνημονίων, τότε πλέον το στοιχείο της υπονόμευσης του ηθικού και άρα της κάμψης των αντιστάσεων εγκαθίσταται στο προσκήνιο. Με κατάληξη την παγίδα της παραίτησης – ως  πολιτική αποστράτευση, αλλά και ως προϊούσα αυτοπεριθωριοποίηση: η κοινωνία των δυο τρίτων που φοβόταν ο Ανδρέας Παπανδρέου πάει να γίνει η κοινωνία του ενός τρίτου (και ίσως!).

Ύστερα, έχουμε την τοτεμική ανάδειξη των πτυχίων, μετεξέλιξη της παλιάς εκείνης  Ελληνικής πίστης στην προκοπή μέσα από τις σπουδές. Που, μαζί και με την εξωστρέφεια/την γνωριμία με το εξωτερικό, οδήγησε ήδη από πολύ παλιά όνειρα και προσδοκίες – αλλά και προσπάθειες γενεών. Με επιτυχία. Εδώ όμως οι γενιές της Μεταπολίτευσης, με τον πληθωρισμό των πτυχίων και το «άδειασμα» του περιεχομένου τους – που αρχικά βόλεψε πολλούς, ύστερα τραυμάτισε όλους – κατέληξαν να υπονομεύσουν την ίδια την αξία των σπουδών/των σπουδαγμένων. Και, δια του σφιχτού εναγκαλισμού με τα «τυπικά προσόντα», να κόψουν τον δεσμό με την αποδοτική – όχι απλώς καλοπληρωμένη! – δουλειά. Η διήκουσα πρακτική του «μέσου» φρόντισε για τα υπόλοιπα…

Η τρίτη επισήμανση έχει να κάνει με μια ιδιαίτερη απόληξη της αναφοράς σε σπουδές και πτυχία και σε αναγνώριση/ανάδειξη της αξίας μέσα από τυποποιημένες διαδικασίες: πρόκειται για την στροφή σε τεχνοκράτες, οσάκις τα προβλήματα ξεπερνούν την διαχειριστική ικανότητα των υπευθύνων για την λήψη των αποφάσεων. (Δηλαδή… σχυνά). Στην Ελληνική πραγματικότητα, αυτήν την εμπιστοσύνη σε τεχνοκράτες την ζήσαμε σε διάφορες περιόδους – με κορύφωση την εποχή πρωθυπουργίας Παπαδήμου, κι αμέσως αργότερα της υπουργίας Στουρνάρα στο βάθος της κρίσης χρέους, πιο πρόσφατα με το φαινόμενο Πιερρακάκη και την ψηφιοποίηση. ας μην λησμονήσουμε, όμως, ότι και ο Ανδρέας Παπανδρέου για ουκ ολίγους είχε λειτουργήσει ως «οικονομολόγος διεθνούς εμβέλειας από Χάρβαρντ και Μπέρκλεϋ», ακόμη κι όταν είχε φανεί ότι ήταν ο πολιτικότερος των πολιτικών. Αν όμως για τον Sandel η ινδαλματοποίηση της τεχνοδομής αποτελεί πρόβλημα απίσχνασης της δημοκρατίας, στην Ελληνική μας περίπτωση υπήρξε η εύκολη λύση απαλλαγής της πολιτικής απόφασης από την ευθύνη. Συνήθως όμως χωρίς τις πραγματικές ωφέλειες μιας γνήσιας τεχνοκρατικής προσέγγισης.

*           *           *

Επειδή κάθε σημαντικό βιβλίο επιφυλάσσει και εκπλήξεις, ας προειδοποιήσουμε τον Έλληνα αναγνώστη ότι σε μια ανάλυση του πώς οι ελίτ παλαιότερων δεκαετιών υποστήριξαν την φιλική προς την αγορά παγκοσμιοποίηση με αναφορές «στην κατεύθυνση που ακολουθούσε η Ιστορία» βρίσκουμε την ακόλουθη καταγραφή: «Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και μέχρι το 2008, η χρήση της έκφρασης «στην σωστή πλευρά της Ιστορίας» υπεροκταπλασιάστηκε στα βιβλία που καταγράφει η Google». Και επιλέγει, εκεί, ο Sandel: «οι υπέρμαχοι της παγκοσμιοποίησης ήταν σίγουροι ότι είχαν την Ιστορία με το μέρος τους». Ήρθε βέβαια η κατάρρευση των εφοδιαστικών αλυσίδων με την πανδημία, ήρθε τώρα και το ενεργειακό σοκ και οι υμνωδίες πήγαν πίσω.

Όμως στην επαρχιακή Ελλάδα μας η αναφορά στην «σωστή πλευρά της Ιστορίας» έφθασε, όπως πάντα με καθυστέρηση αλλά και ζήλο.