Kreport > Uncategorized > Aπασχόληση στη μετά-covid εποχή

Aπασχόληση στη μετά-covid εποχή

Του Γιώργου Δουκίδη (*)

Στο φετινό οικονομικό συνέδριο των Δελφών ως κύριο θέμα συζήτησης στα περισσότερα πάνελ με συμμετοχή Ελλήνων επιχειρηματιών ήταν η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού, από απλούς εργαζόμενους στη βιομηχανία μέχρι εξειδικευμένους προγραμματιστές. Το πρόβλημα είτε είναι ποσοτικό δηλαδή παντελής έλλειψη προσωπικού ή ποιοτικό δηλαδή εύρεση προσωπικού αλλά χωρίς τις αναγκαίες δεξιότητες. Μια πρόσφατη σχετική πανελλήνια έρευνα της Peoplecert για την απασχόληση στη μετά-covid εποχή, με την επιστημονική επιμέλεια του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, προσπαθεί να αναλύσει το σοβαρό αυτό φαινόμενο και να προσδιορίσει το υπό διαμόρφωση εργασιακό περιβάλλον όπως όμως το αντιλαμβάνονται οι εργαζόμενοι. Τα κυρία ευρήματα καταγράφονται παρακάτω.

Η πανδημία έφερε σημαντικές αλλαγές στην εργασία και ανέδειξε ένα πιεστικό εργασιακό περιβάλλον. Στις αρνητικές αλλαγές περιλαμβάνονται ότι το 21% των εργαζομένων έχασαν της εργασία τους, το 28% βρέθηκαν σε αναστολή της εργασίας τους και το 66% απέκτησε  περισσότερο εργασιακή πίεση/άγχος λόγω της υγειονομικής και οικονομικής κρίσης. Στις θετικές, οι εργαζόμενοι αναφέρουν την παρακολούθηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων (34%), την περισσότερη τηλεργασία (47%) και περισσότερη ευελιξία στα ωράρια (47%). Οι εργαζόμενοι θεωρούν ότι λειτουργούν σε ένα πιεστικό περιβάλλον αφού το 39% έχουν συχνή απασχόληση εκτός ωραρίου, 78% κάνουν εργασία κάτω από πίεση χρόνου, 47% δεν μπορούν να επηρεάσουν το περιεχόμενο της εργασίας τους, ενώ το 32% δεν έχουν ευελιξία ωραρίου.

Η τηλεργασία που αναδείχθηκε εν μέσω της πανδημίας θα παραμείνει ως εναλλακτικός τρόπος εργασίας αφού το 24% εργάζονται από το σπίτι και το 22% θέλουν να δουλέψουν με τηλεργασία μετά τη λήξη της πανδημίας (24% ίσως). Στα θετικά στοιχεία της τηλεργασίας οι εργαζόμενοι αναφέρουν την εξοικονόμηση του χρόνου μετακινήσεων (90%), τη καλύτερη παραγωγικότητα (48%) και ότι βοηθάει στην ισορροπία μεταξύ προσωπικής και επαγγελματικής ζωής (43%). Όμως υπάρχουν και ανασταλτικοί παράγοντες αφού το 58% πιστεύει ότι η τηλεργασία μειώνει τις δυνατότητες επαγγελματικής ανέλιξης και το 79% ότι τους αποξενώνει από τους συναδέλφους.

Το παγκόσμιο φαινόμενο, το «Great Resignation», εμφανίζεται αμυδρά και στην Ελλάδα αφού το 22% σκέφτονται να αλλάξουν εργασία τους επόμενους 12 μήνες (29% ίσως) που ενισχύεται από το γεγονός ότι το 60% δεν είναι ικανοποιημένοι με την εργασία τους (από αυτούς, 2/3 αναφέρουν ότι ισχύει τα τελευταία δυο χρόνια της πανδημίας). Ως κύριοι λόγοι για αλλαγή εργασίας αναφέρονται οι μη ικανοποιητικές απολαβές (49%), η μη ικανοποιητική επαγγελματική εξέλιξη (33%), η κούραση (28%), η μη αναβάθμιση των γνώσεων/δεξιοτήτων (25%) και η πίεση/στρες (24%).

Για τις δεξιότητες, αναδείχθηκαν τα σημερινά προβλήματα αλλά και η σημασία των ολοκληρωμένων δεξιοτήτων για το μέλλον. Ενώ 47% των εργαζομένων είναι overqualified μόνο το 30% είναι πλήρως ικανοποιημένοι με τις δεξιότητες τους. Παρ ότι μόνο 9% φοβούνται την απώλεια της εργασίας τους λόγω των νέων τεχνολογιών, το 56% θεωρούν ότι είναι απαραίτητη η πιστοποιημένη εκπαίδευσή τους στις νέες τεχνολογίες. Τέλος, ενώ το 72% έχουν παντελή έλλειψη επαγγελματικής πιστοποίησης γνώσεων-δεξιοτήτων, το 58% θεωρούν ότι είναι αναγκαία για την επαγγελματική τους ανάπτυξη η περαιτέρω εκπαίδευση. Οι εργαζόμενοι ανέφεραν ότι οι πιο σημαντικές δεξιότητες για τη παρούσα και μελλοντική εργασία δεν είναι μόνο οι λειτουργικές (γνώση του αντικειμένου, επίλυση προβλημάτων), αλλά και οι οριζόντιες/τεχνικές (νέες τεχνολογίες, προγραμματισμός, ξένες γλώσσες) και οι ποιοτικές (συνεργασία, επικοινωνία, καινοτομία κλπ).

Τα σημαντικά κριτήρια για επιλογή νέας εργασίας είναι πλέον πολλαπλά. Η επιλογή της νέας εργασίας γίνεται μια πολύπλοκη διαδικασία και οι εν δυνάμει εργαζόμενοι χρησιμοποιούν πολλά διαφορετικά κριτήρια που πέρα από το περιεχόμενο εργασίας και τις απολαβές περιλαμβάνουν την αναβάθμιση των δεξιοτήτων, την εργασιακή ευελιξία και ελεύθερο χρόνο, το εργασιακό περιβάλλον, την ισορροπία προσωπικής/επαγγελματικής ζωής και τις ευκαιρίες επαγγελματικής ανέλιξης.

(*) Ο Γιώργος Δουκίδης είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών