Kreport > Uncategorized > Ο μήνας των συνεδρίων

Ο μήνας των συνεδρίων

Του Παύλου Τσίμα

Τι μπορεί να περιμένει κανείς από ένα κομματικό συνέδριο; Με την κλασσική συνταγή, όχι πολλά. Η κλασσική συνταγή: Ο αρχηγός αποθεώνεται, η προαποφασισμένη «γραμμή» επικυρώνεται, οι εσωκομματικές διαφωνίες, όταν υπάρχουν, σιδερώνονται, ο στρατός των στελεχών ενισχύει το esprit de corps, ο μηχανισμός συσπειρώνεται και εξορμά προς τον ύψιστο στόχο, τον υπέρ πάντων αγώνα, για την εκλογική νίκη και την εξουσία. Αν όλα πάνε καλά, η συνεδριακή δημοσιότητα θα φέρει και μια, πρόσκαιρη έστω, δημοσκοπική ανθοφορία. Κι έπειτα όλα σβήνουν, κανείς δεν θυμάται τίποτε από το συνεδριακό ταρατατζούμ, ούτε μια από τις δεκάδες χιλιάδες λέξεις που απαγγέλλονται από του σημαιοστόλιστου βήματος δεν αγκιστρώνεται στην μνήμη μας.

Αυτός είναι ο μήνας των συνεδρίων. Άρχισε με το απολύτως προεκλογικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, θα συνεχιστεί σε λίγο με το συνέδριο της ΝΔ και θα κλείσει, τέλος Μαΐου, με το συνέδριο του ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ. Τι θα αφήσει πίσω του αυτός ο μήνας των συνεδρίων; Μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από μια τριπλή επανάληψη, με τριπλή παραλλαγή, της κλασσικής συνταγής; Μπορεί να μας δώσει κάτι περισσότερο από γυμνασμένους κομματικούς μηχανισμούς και γυαλισμένα προεκλογικά συνθήματα;  

Η γρήγορη (και ρεαλιστική) απάντηση είναι: Όχι. Αν ένα πολιτικό κόμμα είναι το άθροισμα μιας οργανωτικής μηχανής κι ενός πολιτικού προγράμματος, είναι παράδοση ισχυρή- κι όχι μόνον ελληνική- τα συνέδρια να ασχολούνται με την μηχανή και να προσπερνούν το πρόγραμμα. Άλλωστε η απάντηση στο ερώτημα «ποιό είναι το πρόγραμμα;» είναι συνήθως ταυτολογική. «Η εξουσία»- είναι το πρόγραμμα. Πολύ περισσότερο στην συγκεκριμμένη συγκυρία.

Έχουμε διανύσει τα τρία τέταρτα, σχεδόν, του κοινοβουλευτικού κύκλου, βρισκόμαστε στην αφετηρία της προεκλογικής περιόδου, τα κομματικά συνέδρια δύσκολα θα μπορούσαν να είναι κάτι περισσότερο από τον ήχο μιας σάλπιγγας, που σημαίνει ταυτόχρονα εσωκομματικό σιωπητήριο (στο όνομα του υπέρτερου, ενοποιητικού σκοπού) και προεκλογικό προσκλητήριο στράτευσης. Ένα προεκλογικό συνέδριο μοιάζει καταδικασμένο να εξελίσσεται ως άσκηση ετοιμότητας του κομματικού μηχανισμού σε περιτύλιγμα προπαγανδιστικής κοινοτοπίας. Κάθε άλλη φιλοδοξία, κάθε άλλη συζήτηση, κάθε προγραμματική αναζήτηση θα έμοιαζε με περιττή, αν όχι επικίνδυνη πολυτέλεια. Με αποπροσανατολισμό.

Κι όμως. Έστω κι έτσι, έστω και σε αυτήν την συγκυρία, τα κομματικά συνέδρια θα έπρεπε να είναι κάτι περισσότερο από αυτό. Γιατί όλοι καταλαβαίνουμε, υποψιαζόμαστε έστω, ότι ο κόσμος άλλαξε δραματικά και ίσως οριστικά από την 24η Φεβρουαρίου κι ύστερα. Ότι ζούμε μια εποχή όπου η «κανονικότητα» είναι η διαδοχή των κρίσεων. Κι ότι- το παράδειγμα των πρόσφατων γαλλικών εκλογών το δείχνει καθαρά- γύρω μας σωρεύεται εκρηκτική ύλη ανισοτήτων, απογοητεύσεων, θυμού, αισθήματος αποκλεισμού που η Πολιτική πρέπει να μεταφράσει και να ανασυνθέσει. Δεν αρκούν παραλλαγές απαντήσεων σε παλιά ερωτήματα. Τα ίδια τα ερωτήματα έχουν αλλάξει. Η ύλη της πολιτικής έχει αλλάξει. Τα πολιτικά κόμματα χρειάζονται νέα εργαλεία κατανόησης της πραγματικότητας. Και δεν έχουν την πολυτέλεια να αναβάλουν την αναζήτησή τους για μετά τις εκλογές, επαναλαμβάνοντας ως τότε τα παλιά δοκιμασμένα στερεότυπα, που οχυρώνουν τον κομματικό λόγο στις παλιές γραμμές αντιπαράθεσης. Και τον καθηλώνουν σε αυτές.

Θα ήταν ουτοπικό, βέβαια, να ζητά κανείς από ένα πολιτικό κόμμα, στην αφετηρία μιας προεκλογικής περιόδου, να μην οργανώνει την αντιπαράθεσή του με τους ανταγωνιστές του, να μην διατυπώνει εκλογικής στόχευσης λόγο. Μα σε έναν κόσμο που αλλάζει τόσο δραματικά και απαιτεί από την χώρα να προσαρμοστεί στην αλλαγή, να αμυνθεί απέναντι στους νέους κινδύνους, ένα πολιτικό κόμμα με φιλοδοξίες συμμετοχής στην διεύθυνση των κοινών, δεν μπορεί να περιορίζεται στην επανάληψη των παλιών του συνθημάτων. Δεν μπορεί να μην δοκιμάζει να διατυπώσει νέες προτάσεις. Κι αν από τα συνέδρια προκύψουν σήμερα νέες προτάσεις, νέες προγραμματικές ιδέες κι όχι μόνον προεκλογικά συνθήματα, θα είναι ευκολότερο αύριο τα κόμματα να οργανώσουν επ’ αυτών των προτάσεων όχι μόνον τον εκλογικό τους ανταγωνισμό αλλά και τον μετεκλογικό τους διάλογο. Αν όχι για τις πολιτικές συνεργασίες που η κάλπη είναι πιθανόν να επιβάλει, τουλάχιστον για τις ελάχιστες συναινέσεις που οι νέες προκλήσεις θα καταστήσουν αναγκαίες.

Τι εμποδίζει μια κίνηση του κόσμου της πολιτικής προς το προφανές; Τι είναι αυτό που κάνει τόσο συντηρητικό και αυτοαναφορικό τον συνεδριακό τους λόγο, όσο μας έδωσε ήδη ως δείγμα το πρώτο από τα τρία συνέδρια; Ίσως η απάντηση να κρύβεται σε μια απλή, σκληρή αλήθεια που είχε διατυπώσει, πριν σαράντα ολόκληρα χρόνια, ένας από τους τελευταίους διανουμένους της πολιτικής. Πως το πρόβλημα της Πολιτικής (και της χώρας) είναι ένας εκφυλισμός των κομμάτων από οργανισμούς που φιλοδοξούν να διαμορφώσουν την πολιτική βούληση του έθνους σε  κάτι σαν ανώνυμες εταιρείες, που ανταγωνίζονται στην αγορά της εξουσίας και έχουν μοναδικό στόχο την διανομή μερίσματος εξουσίας στους «μετόχους» τους. «Τα σημερινά κόμματα», έλεγε ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ σε μια συνέντευξη που μοιάζει εκ των υστέρων με πολιτική διαθήκη, «είναι μηχανές εξουσίας και πελατείας, που έχουν ελάχιστη ή παραποιημένη γνώση της ζωής, των προβλημάτων της κοινωνίας και του κόσμου, που διαθέτουν λίγες και αόριστες ιδέες, ιδανικά και προγράμματα, χωρίς καθόλου αισθήματα και πολιτικό πάθος. Διαχειρίζονται συμφέροντα, τα πιο ετερόκλητα, τα πιο αντιφατικά, κάποτε και ύποπτα…χωρίς να επιδιώκουν το κοινό καλό». Η διατύπωση θα μπορούσε να είναι ένα μέτρο με το οποίο θα έπρεπε να μετρηθούν και να αναμετρηθούν τα εν συνεδρίω κόμματα. Ένας καθρέφτης, στον οποίο θα έπρεπε να μην αναγωρίζουν τον εαυτό τους.