Kreport > articles > Γαλλικές προεδρικές εκλογές 2022, γύρος δεύτερος: Το μεγάλο παζάρι στο όνομα της «κοινωνικής ευτυχίας» (14/4)

Γαλλικές προεδρικές εκλογές 2022, γύρος δεύτερος: Το μεγάλο παζάρι στο όνομα της «κοινωνικής ευτυχίας» (14/4)

Του Γιώργου Σεφερτζή

 Έντεκα ημέρες πριν το τέλος του δεύτερου γύρου των Γαλλικών προεδρικών εκλογών, η ψαλίδα μεταξύ Μακρόν και Λεπέν φαίνεται να ανοίγει στις 6 μονάδες με τον πρώτο να συγκεντρώνει ένα 53% και τη δεύτερη ένα 47%.

Οι τρεις ημέρες που πέρασαν από το τέλος του πρώτου γύρου μοιάζουν να γλυκαίνουν σιγά σιγά  την πίκρα των ψηφοφόρων του Ζαν-Λυκ Μελανσόν για την παρά 300.000 μόλις ψήφους απώλεια της πρόκρισής του στον δεύτερο γύρο και να τους οδηγούν σε δεύτερες και ψυχραιμότερες σκέψεις για τη στάση που θα πρέπει να κρατήσουν απέναντι στους δυο μονομάχους διεκδικητές του ανώτατου αξιώματος του κράτους. Το 37% δηλώνει ότι θα στραφεί προς τον Μακρόν, το 22% προς την Λεπέν και το 41% προς την αποχή.

Επίσης, το ποσοστό της προβλεπόμενης αποχής στον γενικό εκλογικό πληθυσμό φαίνεται να περιορίζεται ελαφρά στο 24,5%, πράγμα που συνιστά ένδειξη του αυξανόμενου ενδιαφέροντος για την  έκβαση των εκλογών.

Κατά τα αλλά ο ανταγωνισμός μεταξύ των δυο φιναλίστ εντείνεται επικεντρωνόμενος σε ασκήσεις γοητείας επί του διαφιλονικούμενου πεδίου της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Η Λεπέν υιοθετεί τις προτάσεις Μελανσόν για συνταγματική αναθεώρηση, καθιέρωση της απλής αναλογικής και ίδρυση Έκτης Γαλλικής Δημοκρατίας με επαναφορά της επταετούς προεδρικής θητείας και ενίσχυση του ρόλου του κοινοβουλίου και των ενδιάμεσων αντιπροσωπευτικών θεσμών των τοπικών κοινωνιών.

Ο Μακρόν επιδεικνύει την καλή του θέληση να τα συζητήσει όλα αυτά κάνοντας ταυτόχρονα την αυτοκριτική του για το ύφος και το ήθος με το οποίο άσκησε τις υπερεξουσίες του. Κυρίως, όμως, επιχειρεί να μετατρέψει την εκλογική αναμέτρηση της 24ης Απριλίου σε δημοψήφισμα υπέρ ή κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ηγετικού ρόλου που καλείται να παίξει η Γαλλία ενόψει της επιτάχυνσης της πολιτικής ενοποίησής της και της διεκδίκησης της στρατηγικής της αυτονομίας.

Το δήλωσε ευθαρσώς χθες σε περιοδεία του στην Αλσατία παίρνοντας, όμως, ένα ακόμη μεγάλο ρίσκο μετά το ρίσκο που πήρε καθυστερώντας την κάθοδό του στην εκλογική αρένα: Να επανέλθει στην στρατηγική της δαιμονοποίησης της αντιπάλου του  με αιχμή του δόρατος τον εθνικισμό και τον ευρωσκεπτικισμό της.

Το ρίσκο στην πραγματικότητα είναι διπλό. Κατά πρώτο είναι αμφίβολο αν προλαβαίνει μέσα σε δέκα ημέρες να αποδομήσει το προφίλ  της αποδαιμονοποιημένης υποψήφιας Προέδρου που η ίδια έχτιζε και εμπέδωνε όλα τα προηγούμενα  χρόνια. Πολύ δε περισσότερο που με τους ισχύοντες μιντιακούς όρους διαμόρφωσης της κοινής γνώμης δύσκολα εκριζώνεται μια επί μακρόν καλλιεργούμενη ηγετική εικόνα. Κατά δεύτερο διακινδυνεύει να μεταφέρει το εκλογικό παιχνίδι στο γήπεδο της πολιτικής καρικατούρας με τους αντιπάλους του να του προσάπτουν ότι υπήρξε ο “Πρόεδρος των πλουσίων” και τους οπαδούς του να καταλογίζουν στην Μαρίν Λεπέν ότι είναι ο “γαλλικός κλώνος του Όρμπαν”.

Θα είναι ό,τι χειρότερο στα μάτια μιας κοινής γνώμης που ενδιαφέρεται για την αγοραστική της δύναμη περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο. Πολλώ δε μάλλον που εννοεί  να χρησιμοποιήσει την εκλογική της δύναμη για να διαπραγματευτεί από θέσεως μεγαλύτερης ισχύος τη βελτίωση των όρων της ζωής της και τη δέσμευση του όποιου υποψήφιου ένοικου του προεδρικού μεγάρου για την εφαρμογή μιας στρατηγικής που θα επουλώνει τα ανοιχτά τραύματα της λανθάνουσας  κατάθλιψης των κοινωνικών υποκειμένων εξ αιτίας των αλλεπάλληλων κρίσεων που σημάδεψαν την πρώτη θητεία Μακρόν και που μετά την ουκρανική κρίση τείνει να γίνει συλλογική κατάθλιψη.

Το 2019 μελετώντας τις περιπτώσεις 25 ευρωπαϊκών χωρών ο Τζωτζ Γουάρντ του ΜΙΤ κατέληξε σε ένα συμπέρασμα που έκτοτε έγινε υπόθεση εργασίας αρκετών πολιτικών επιστημόνων: ο “δείκτης υποκειμενικής ευτυχίας”, δηλαδή προσωπικής ικανοποίησης από τη ζωή των ατόμων, επηρεάζει την ψήφο πριμοδοτώντας τον εκάστοτε απερχόμενο Πρόεδρο. Πήγαινε μάλιστα την ανάλυσή του πολύ πιο μακριά υποστηρίζοντας ότι ανεξάρτητα της θέσης τους στην απασχόληση, την κοινωνική ιεραρχία και την κοινωνική διαστρωμάτωση,  οι ψηφοφόροι συμπεριφέρονται εκλογικά ανάλογα με το πόσο “προσωπικά ικανοποιημένοι από τη ζωή τους ” νιώθουν.

Μέχρι την ουκρανική κρίση  και ανεξάρτητα από το κοινωνικό status, την περιουσία και το ατομικό  εισόδημα, η πλειοψηφία των “πιο ικανοποιημένων” από τη ζωή πολιτών στρατοπέδευε στον χώρο της πολιτικής νεωτερικότητας που εκπροσωπούσε  ο Μακρόν σε αντίθεση με τους λιγότερο ή τους “καθόλου ικανοποιημένους” που πύκνωναν τις εκλογικές τάξεις της ακροδεξιάς ή της ακροαριστερής αντισυστημικής αντιπολίτευσης.

Με αυτό το κριτήριο το γαλλικό εκλογικό σώμα χωριζόταν σε τρεις διακριτές κατηγορίες. Στην πρώτη συγκαταλέγονταν οι κατά το μάλλον ή ήττον “ευτυχούντες”. Στη δεύτερη οι λίγο ως πολύ “δυστυχούντες”. Στην τρίτη αυτοί που δήλωναν ότι δεν ένιωθαν  “ούτε ευτυχούντες ούτε δυστυχούντες”. Το 46% ανήκε στην πρώτη. Το 14% στη δεύτερη. Το 40% στην τρίτη. 

Πολιτικά κατανεμόμενοι οι “ικανοποιημένοι” αντιπροσώπευαν το 65% της εκλογικής βάσης του Μακρόν, το 52% της αντίστοιχης εκλογικής βάσης της κεντροδεξιάς Πεκρές, το 50% της σοσιαλίστριας Αν Ινταλγκό, όπως και του “πράσινου”  Ζαντό, ενώ οι ‘αντισυστημικοί” Μαρίν Λεπέν, Ζαν-Λυκ Μελανσόν και Ερίκ Ζεμούρ μοιράζονταν αντιστοίχως μόλις το 34%, το 35% και το 38% των “ικανοποιημένων” από τη ζωή.

Και το σημαντικότερο: το 40% των “ευτυχούντων” θεωρούσαν πιθανότερο να ψηφίσουν Μακρόν έναντι μόνο του 10% που σκεφτόταν να ψηφίσει κάποιον άλλο υποψήφιο της αντιπολίτευσης.

Αντιστρόφως, το 25% των “δυστυχούντων” προτίθετο να ψηφίσει τον ακραίο υπερεθνικιστή  Ζεμμούρ, το 16% τη μεταλλαγμένη ακροδεξιά Λεπέν, το 14% τη φιλελεύθερη Πεκρές και μόλις ένα 8% τον ριζοσπάστη της αριστεράς Μελανσόν.

Μένει να φανεί προσεχώς τι έχει απομείνει από το “κεφάλαιο κοινωνικής ευτυχίας” στον Μακρόν, τι μέρισμα “κοινωνικής δυστυχίας” θα εισπράξει η Λεπέν  και κατά πόσο η υπόθεση εργασίας του Γουάρντ θα ισχύσει στις 24 Απριλίου ερμηνεύοντας τη στάση που θα τηρήσουν τελικά  οι μελανσονικοί επιδιαιτητές της μονομαχίας του δεύτερου γύρου.

Αν η υπόθεση Γουάρντ επιβεβαιωθεί, το πιθανότερο είναι ο Μακρόν να επανεκλεγεί ως ο “Πρόεδρος των ευτυχισμένων”. Ούτε ως ο “Πρόεδρος των πλουσίων” ούτε ως πρόεδρος των κρίσεων που διαχειρίστηκε επιτυχώς.