Kreport > Uncategorized > Οι βλαβερές συνέπειες της διπλής γλώσσας

Οι βλαβερές συνέπειες της διπλής γλώσσας

Του Γιώργου Καπόπουλου

Όποιο κι αν είναι το τελικό αποτέλεσμα των γαλλικών εκλογών το βράδυ της Κυριακής 24 Απριλίου, το βέβαιο είναι ότι το πολιτικό σύστημα της χώρας θα έχει υποστεί την τέταρτη,  μέσα στην τελευταία 20ετία, απαξίωση από τους Γάλλους ψηφοφόρους.

Η πρώτη απαξίωση ήταν τον Απρίλιο 2002, όταν ο Λε Πεν πέρασε στο δεύτερο γύρο για να μονομαχήσει με τον τότε απερχόμενο πρόεδρο Σιράκ. Δεύτερη, την άνοιξη 2005 ,όταν απορρίφθηκε σε δημοψήφισμα η Συνταγματική Συνθήκη. Τρίτη απαξίωση το 2017, όταν η Λε Πεν μονομάχησε στο δεύτερο γύρο με τον Μακρόν ο οποίος κατάφερε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να δώσει στην πλειονότητα των ψηφοφόρων μια πολιτικά ορθή διέξοδο για να εκφράσουν την οργή και το θυμό τους, με τους Σοσιαλιστές να εξαερώνονται και την Γκολική Δεξιά να υφίσταται συντριπτική ήττα.

Πώς έφτασε η Γαλλία ως εδώ;

Το Γαλλικό πολιτικό σύστημα είναι σε κρίση από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, από τα πρώτα χρόνια της θητείας του Μιτεράν.

Μετά από δύο χρόνια εθνικοποιήσεων και διαρθρωτικών αλλαγών που είχαν σαν στόχο την «ρήξη με τον καπιταλισμό» την άνοιξη 1983 επέλεξε ένα πρόγραμμα σταθεροποίησης κυριολεκτικά στο παρά πέντε. Ένα χρόνο αργότερα, τον Ιούλιο 1984, ο νέος πρωθυπουργός Φαμπιούς ανήγαγε τον τακτικό ελιγμό σε στρατηγική στροφή: Στόχος δεν ήταν  πλέον η ρήξη με τον καπιταλισμό αλλά η προσαρμογή στα δεδομένα ης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης  και της παγκοσμιοποίησης. Μια στρατηγική στροφή ανομολόγητη καθώς η κυβερνητική ρητορική άφηνε να εννοηθεί ότι, μόλις γίνει η αναγκαία προσαρμογή, η κυβέρνηση της Αριστεράς θα ξανάβρισκε την ψυχή της.

Το 1986 οι Σοσιαλιστές ηττήθηκαν στις βουλευτικές εκλογές και την σκυτάλη πήρε μια κυβέρνηση της Δεξιάς, με πρωθυπουργό τον Σιράκ, η οποία μέχρι τις εκλογές του 1988, όταν επανήλθε η Αριστερά, συνέχισε την πολιτική Φαμπιούς.

Η δεύτερη θητεία Μιτεράν από το 1988 μέχρι το 1995 ήταν αποφασιστική καθώς οι τρείς Σοσιαλιστές πρωθυπουργοί που ακολούθησαν, ο Ροκάρ , η Κρεσόν και ο Μπερογκοβουά, άρχισαν τη συρρίκνωση των κεκτημένων και του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία. Με άλλα λόγια, άρχισαν την κατεδάφιση του Γαλλικού Μοντέλου που ήταν το σημείο αναφοράς για τους Σοσιαλιστές και Κομμουνιστές αλλά και για την Γκολική Δεξιά.

Το 1995 ο Σιράκ εξελέγη Πρόεδρος με μια σχεδόν αριστερίστική ρητορική απαξίωσης της «ανάλγητης παγκοσμιοποίησης», για να την επικαλεσθεί μαζί με την ΟΝΕ τρείς μήνες μετά τις εκλογές όταν επιχείρησε να περάσει περικοπές και μεταρρυθμίσεις σε μορφή θεραπείας σοκ.

Με την πάροδο του χρόνου η πολιτική διαμάχη στην Γαλλία έχανε το ενδιαφέρον της καθώς υπήρχε μία και μοναδική συνταγή κυβερνητικής διαχείρισης, η κατεδάφιση του Γαλλικού Μοντέλου -που έχει ρίζες στον Λουδοβίκο τον 14ο και τον υπουργό Οικονομικών Κολμπέρ- το οποίο διαχρονικά απαξίωναν οι Αγγλοσάξονες, χαρακτηρίζοντάς το «Γαλλική Εξαίρεση», κάτι δηλαδή σαν το ανυπότακτο Γαλατικό Χωριό του Αστερίξ.

Όταν στην μεταπολεμική Δυτική Γερμανία, τέλη της 10ετίας του ’50, οι Σοσιαλδημοκράτες στο Συνέδριο του Μπαντ Γκόντεσμπεργκ εγκατέλειψαν τον μαρξισμό και την ρήξη με τον καπιταλισμό, περιέσωσαν την αξιοπιστία τους ως εναλλακτική πρόταση κυβερνητικής διαχείρισης. Αντίθετα, όταν ο Μιτεράν το 1971 επανίδρυσε το Σοσιαλιστικό κόμμα, στο Συνέδριο του Επινέ, επέλεξε την ακραία ιδεολογική –προγραμματική ριζοσπαστικοποίηση.

Έτσι, επί είκοσι χρόνια, ο Γάλλος ψηφοφόρος βλέπει ένα θέατρο σκιών, όπου Δεξιά και Αριστερά του υπόσχονται, με δεδομένο το πλαίσιο και τους κανόνες της Ε.Ε και κυρίως της Ευρωζώνης, ότι θα συνδυάζουν την αναγκαία προσαρμογή και θα περιφρουρούν τα κεκτημένα της κοινωνικής συνοχής.

Επιπλέον, σε αντίθεση με τους Σαρκοζί και Ολάντ, ο Μακρόν επιχείρησε να ανοίξει έναν στρατηγικό διάλογο – διαπραγμάτευση με την Γερμανία για το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης για να εισπράξει όχι την τοποθέτηση του Βερολίνου αλλά της επιδεικτική σιωπή του. Έτσι, το 2017 φθάσαμε σε ένα σκηνικό όπου ο Μακρόν στο παρά 5’ ματαίωσε τη νίκη της ακροδεξιάς θέτοντας το δίλημμα «εγώ ή η Λεπέν», δίλημμα που θα επαναλαμβάνει στις δύο εβδομάδες που μας χωρίζουν από το δεύτερο γύρο.