Kreport > Uncategorized > Ο πόλεμος και η δημοκρατία

Ο πόλεμος και η δημοκρατία

Του Παύλου Τσίμα

Η χρονιά της μεγάλης ρήξης ήταν το 2016. Το δημοψήφισμα του Brexit πρώτα, η εκλογή Τραμπ στην συνέχεια είχαν προκαλέσει ένα πελώριο, διπλό σοκ. Έκπληκτοι συνειδητοποιούσαμε πως, όχι, το «τέλος της ιστορίας» δεν έχει επέλθει, η φιλελεύθερη δημοκρατία των δικαιωμάτων και της ανοχής δεν έχει κυριαρχήσει οριστικά, ούτε καν στις ιστορικές της κοιτίδες, οι ιστορίες του κόσμου μας δεν έχουν πάντα «χάπι εντ». Πως η «μάχη για την δημοκρατία» δεν ήταν μια υπόθεση των εξωτικών άκρων της διεθνούς ζωής, όπου επιβιώνουν αρχαϊκοί ή μεταμοντέρνοι αυταρχισμοί και παλιομοδίτικες δεσποτικές φυσιογνωμίες. Η μάχη έπρεπε να δοθεί στην καρδιά της «δημοκρατικής Δύσης», εκεί, όπου πολλοί πίστευαν ότι έχει για πάντα κερδηθεί. Δεν είχε κερδηθεί. Κάτω από την σχετικά αρυτίδωτη επιφάνεια, οι τεκτονικές κοινωνικές πλάκες κινούνταν, οι μεγάλες και διευρυνόμενες ανισότητες παρήγαγαν βαθιά πολιτιστικά χάσματα, από αυτά που γεννούν μεγάλους, καταστροφικούς πολιτικούς σεισμούς.

Τις πρώτες ημέρες του επόμενου χρόνου, τον Ιανουάριο του 2017, σε μια μικρή, ιστορική Γερμανική πόλη μια Φαιά Διεθνής έκανε πανηγυρικά την εμφάνισή της. Η Μαρίν Λεπέν είχε εμφανιστεί στην Κομπλέντζ με τον Ολλανδό Βίλντερς στο πλευρό της, τον Σαλβίνι της Λέγκας και την Πέτρι της Εναλλακτικής για την Γερμανία. Ως εκπρόσωποι μιας ανερχόμενης ευρωπαϊκής αντιδραστικής δεξιάς είχαν καλέσει τους ψηφοφόρους της ηπείρου μας να «ξυπνήσουν» και να μιμηθούν τους Βρετανούς και Αμερικανούς ψηφοφόρους. Το 2017- είχε εξαγγείλει με αυτοπεποίθηση η Λεπέν- θα είναι η χρονιά όπου η επανάσταση θα μεταφερθεί από τον αγγλοσαξονικό κόσμο στην ηπειρωτική Ευρώπη. Η εξαγγελία πέρασε από ένα τριπλό τεστ στην εκλογική κάλπη, μέσα σε λίγους μήνες. Και διαψεύστηκε τρεις φορές. Πρώτα στην Ολλανδία, όπου το ξενοφοβικό και μισαλλόδοξο κόμμα του Βίλντερς, που προηγούνταν στις δημοσκοπήσεις, υπέστη βαριά ήττα. Έπειτα στην Γαλλία, όπου η Λεπέν έχασε καθαρά στον δεύτερο γύρο, με 34% έναντι 66% του πρωτοεμφανιζόμενου Μακρόν. Τέλος, τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, στην Γερμανία, όπου η ακροδεξιά «Εναλλακτική» έχασε ψήφους και έδρες κι έπεσε στην πέμπτη θέση. Αναστεναγμός ανακούφισης. Και εφησυχασμός.

Ο κίνδυνος πέρασε, πίστεψαν πολλοί. Την πεποίθηση επιβεβαίωσαν οι αμερικανικές εκλογές του 2020, που έκλεισαν το ντροπιαστικό κεφάλαιο Τραμπ. Την επιβεβαίωσε ακόμη περισσότερο η αντοχή των δημοκρατικών θεσμών στην δοκιμασία της πανδημίας. Μέτρα πρωτοφανούς περιορισμού θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως η ελευθερία της μετακίνησης, εφαρμόστηκαν χωρίς να κλονίσουν την νομιμοποίηση της δημοκρατίας, τα συστήματα υγείας, με πολλές απώλειες, άντεξαν την πίεση, το επιστημονικό θαύμα των εμβολίων αξιοποιήθηκε, παρά  τα παρατράγουδα, με τρόπο αποτελεσματικό και δίκαιο. Και- το σημαντικότερο- η επίθεση του αντί-εμβολιαστικού παραλογισμού, με όπλο θεωρίες συνομωσίας που άνθισαν στο προνομιακό τους θερμοκήπιο, το Facebook και τα άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και έγινε συχνά μια εναλλακτική αντί-συστημικότητας και έκφραση μιας διάσπαρτης κοινωνικής δυσαρέσκειας, έπεσαν σε έναν αναπάντεχα στέρεο τοίχο λογικής, κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης. Και ηττήθηκε.

Κι ύστερα ήρθε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Μια ακόμη βεβαιότητα- πως η Ευρώπη έχει αφήσει οριστικά πίσω της τους αιώνες των πολέμων- κλονίστηκε. Απέναντι σε μια τόσο άδικη και αδικαιολόγητη επίθεση, η πρώτη αντίδραση των ευρωπαϊκών δημοκρατιών ήταν ενθαρρυντικά ενιαία, συμπαγής και σφοδρή. Η καταδίκη της εισβολής είχε μια διπλή γραμμή δικαιολόγησης. Η μία, αυτονόητη: Αν η ισχύς μπορούσε ατιμώρητα να εξάγεται manu militari και να επιβάλει ανεμπόδιστα στον αδύναμο την θέληση του ισχυρού, να αλλάζει τα σύνορα, να καταλύει την εθνική κυριαρχία και να επιβάλει καθεστωτική αλλαγή σε μια ανεξάρτητη χώρα, αν αυτό γινόταν ανεκτό, και μάλιστα όχι σε κάποια μακρινή γωνιά του πλανήτη, μα στην Ευρώπη την ίδια, τίποτε δεν θα έμενε όρθιο από το μεταπολεμικό ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας. Η δεύτερη ήταν λιγότερο αυτονόητη μα εξ ίσου ισχυρή: Αν ένα αυταρχικό καθεστώς μπορούσε, με την δύναμη των όπλων του, να καταλύσει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης ενός γειτονικού λαού που, με όλα τα προβλήματα και τις αδυναμίες του πολιτικού του συστήματος, διεκδικεί από το 2013 το δικαίωμα να εκλέγει δημοκρατικά τους ηγέτες του και να επιλέγει τον διεθνή του προσανατολισμό, τότε η δημοκρατία θα υφίστατο μια ήττα όχι μόνον στο Κίεβο, μα στον κόσμο ολόκληρο. Με αυτήν την έννοια ο πόλεμος στην Ουκρανία ήταν, επίσης, ένας πόλεμος για την δημοκρατία, που μας αφορούσε όλους.

Μα καθώς ο πόλεμος μακραίνει και εξελίσσεται- όπως έγραφε ο Φρίντμαν- στον πρώτο αληθινά παγκόσμιο πόλεμο του διασυνδεδεμένου, wired κόσμου μας, καθώς οι οικονομικές του συνέπειες μεγεθύνουν και πολλαπλασιάζουν τις οικονομικές πληγές που είχαν αφήσει πίσω τους δύο χρόνια πανδημίας, τα παλιά κοινωνικά ρήγματα έρχονται στο φως. Τα φαντάσματα επιστρέφουν. Μπορεί οι περισσότεροι πρωταγωνιστές της Φαιάς Διεθνούς του 2017 να έχουν εξαφανιστεί από το προσκήνιο ή να έχουν «ενσωματωθεί», όπως ο Σαλβίνι στην κυβέρνηση Ντράγκι, αλλά ο κίνδυνος που αντιπροσώπευαν είναι παρών. Στην Ουγγαρία, η αναμενόμενη νίκη του αρχέτυπου της «ανελεύθερης δημοκρατίας» Όρμπαν εξελίχθηκε σε αναπάντεχο θρίαμβο. Και στην Γαλλία η απειλή Λεπέν έχει επιστρέψει. Οι δημοσκοπήσεις φέρουν ως βέβαιη την συμμετοχή της στον δεύτερο γύρο των εκλογών και εξαιρετικά αβέβαιη την ήττα της σε αυτόν.

Εκείνη η συζήτηση που είχε ανοίξει το 2016, για τα κοινωνικά ρήγματα όπου γεννιέται ο τραμπισμός ως πολιτικό φαινόμενο, για τις αβυσσαλέες ανισότητες που γενούν πολιτιστικά χάσματα και προκαλούν πολιτικούς σεισμούς, εκείνη η συζήτηση που σταμάτησε πριν καλά-καλά αρχίσει και θάφτηκε κάτω από τον εφησυχασμό που προκάλεσαν οι πρώτες νίκες των δημοκρατικών επί των λαϊκιστών, πρέπει τώρα να ανοίξει ξανά. Γιατί μπορεί ο πόλεμος στην Ουκρανία να είναι και ένας πόλεμος για το δικαίωμα στην δημοκρατία. Αλλά η μοίρα της δημοκρατίας δεν θα κριθεί στα πολεμικά μέτωπα της Ουκρανίας. Θα κριθεί στο εσωτερικό των «δυτικών» κοινωνιών.