Kreport > articles > Το τελευταίο (προεκλογικό) στοίχημα του Μακρόν

Το τελευταίο (προεκλογικό) στοίχημα του Μακρόν

Του Γιώργου Σεφερτζή 

Ένα παιχνίδι που ξαφνικά έγινε για τρεις 

Σαράντα ημέρες μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και ενώ η Ευρώπη τελούσε εν αναμονή των κρίσιμων για το μέλλον της αποτελεσμάτων των εκλογών στην Ουγγαρία, ο Εμμανουέλ Μακρόν, φορώντας για πρώτη φορά το κοστούμι του υποψηφίου Προέδρου, έμπαινε στη μάχη της τελικής ευθείας του πρώτου γύρου των άλλων κρισιμότατων για τη γηραιά ήπειρο Γαλλικών προεδρικών εκλογών.

Μιλώντας το Σάββατο το βράδυ στην πρώτη και μοναδική ανοικτή συγκέντρωση που επρόκειτο να κάνει, λόγω των λοιπών τρεχουσών και βεβαρημένων προεδρικών του υποχρεώσεων, προσπάθησε να μεταδώσει στους οπαδούς του τον παλμό που, λόγω των έκτακτων διεθνών περιστάσεων,  έλειψε το προηγούμενο διάστημα από όλα τα πολιτικά ακροατήρια. Κυρίως, όμως, έβαλε το στοίχημα μιας νίκης, η οποία μέχρι πρότινος θεωρείτο δεδομένη, αλλά που τελευταία έμοιαζε να γίνεται όλο και πιο δύσκολη, καθώς την εκτίναξη των ποσοστών του την πρώτη  εβδομάδα της ουκρανικής κρίσης, ακολούθησε δημοσκοπική καθίζηση.

Όσο διαρκούσε το σοκ της ρωσικής εισβολής, της απειλής γενίκευσης του πολέμου και του κινδύνου ενός παγκόσμιου πυρηνικού ολέθρου, τόσο ο Πρόεδρος Μακρόν  συσπείρωνε γύρω του μια νέα πλειοψηφία τρομοκρατημένων από τις εξελίξεις  πολιτών.

Όσο περισσότερο ο πόλεμος στην Ουκρανία τραβούσε σε μάκρος, τόσο μετατρεπόταν σε μέρος της καθημερινής ζωής των πολιτών επαναφέροντάς τους στις έγνοιες, τα προβλήματα και τις προτεραιότητες που είχαν μπει προσωρινά στην άκρη. Τόσο περισσότερο ευήκοα γίνονταν τα ώτα των ψηφοφόρων στις κριτικές που ασκούσε η αντιπολίτευση και οι  υποψήφιοί της στον απερχόμενο Πρόεδρο. Και τόσο πλήθαιναν αυτοί που ήθελαν να επιβραβεύσουν την αποδαιμονοποιημένη  και μεταμορφωμένη πλέον σε σοβαρή και μετριοπαθή πολιτική προσωπικότητα αντίπαλό του Μαρίν Λε Πεν  που, παρά την ουκρανική κρίση,  είχε κάνει τη στρατηγική επιλογή να επιμείνει μέχρι τέλους στα ζέοντα προβλήματα της καθημερινότητας, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης των εργαζόμενων και δεσμευόμενη να αλλάξει επί το φιλολαϊκότερο την οικονομική πολιτική του «Προέδρου των πλουσίων», ενώ ταυτόχρονα στρογγύλευε  πλήρως τις παλαιότερες εθνολαϊκιστικές και ευρωσκεπτικιστικές γωνίες που είχαν τρομάξει στις εκλογές του 2017 ακόμα και πολλούς από τους αντισυστημικούς ψηφοφόρους.

Εξίσου, τηρουμένων των αναλογιών, η  επιστροφή στην καθημερινότητα ευνοούσε και τον  υποψήφιο της ριζοσπαστικής αριστεάς Ζαν-Λυκ Μελανσόν. Πολλώ δε μάλλον που αυτός αφενός έκανε καμπάνια για την αποχώρηση της Γαλλίας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ και την αποστασιοποίησή της από το αμερικανικό άρμα, αφετέρου ήταν ο μόνος εκ των υποψηφίων της αριστεράς που είχε μείνει δημοσκοπικά όρθιος και άρα μπορούσε να φανεί «χρήσιμος» σε όλους εκείνους τους οπαδούς του χώρου που είχαν μεν μείνει ορφανοί, αλλά συνέχιζαν να ψάχνουν διακαώς τον κομιστή ενός ισχυρού μηνύματος αποδοκιμασίας στον «Πρόεδρο των πλουσίων».

Έτσι η μεν σταθερά δεύτερη στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων Λε Πεν κέρδιζε κάθε μέρα και από μισή μονάδα μειώνοντας στις 7 την απόστασή της από τον πάντα προπορευόμενο, αλλά με ελαττωμένη δυναμική Μακρόν, ο δε Μελανσόν έβλεπε τώρα τα δικά του  ποσοστά να πολλαπλασιάζονται με μια δυναμική που άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο να κάνει την έκπληξη των εκλογών προκρινόμενος αντί της Λε Πεν στον δεύτερο γύρο.

Το μειονέκτημα του Μελανσόν είναι ότι ο χώρος που εκπροσωπεί είχε συρρικνωθεί σε ποσοστά κατώτερα του 20-22% του εκλογικού σώματος. Το πλεονέκτημα της Λε Πεν είναι ότι για πρώτη φορά θα μπορούσε να αντλήσει συμπληρωματικές δυνάμεις από τη δεξαμενή της ευρύτερης δεξιάς προς την οποία τα τελευταία χρόνια μετατοπιζόταν ένα διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό του εκλογικού σώματος αντιπροσωπεύοντας πλέον το 35% σχεδόν των ψηφοφόρων. 

Σε κάθε πάντως περίπτωση το πολιτικό παιχνίδι είχε μετατραπεί ξαφνικά σε ένα ανοικτό παιχνίδι για τρεις παίχτες. Με άνισες, βέβαια, πιθανότητες επιτυχίας, αλλά όμως από εκεί που μέχρι προ ολίγων ημερών έδειχνε να έχει τελειώσει πριν καν αρχίσει, τώρα άνοιγε και έτεινε να αποκτήσει χαρακτηριστικά διπλού ντέρμπι.

Εκλογές σε φόντο γκρι

Το κλίμα είχε βαρύνει. Η κατήφεια είχε αποστρέψει τα ενδιαφέροντα των πολιτών από τα πολιτικά δρώμενα. Το εκλογικό σώμα είχε ατονήσει. Ο κίνδυνος η αποχή να αποτελέσει διέξοδο για ένα πρωτοφανώς υψηλό ποσοστό ψηφοφόρων αυξανόταν καθημερινά. Η κατάθλιψη είχε κόψει την όρεξή τους για κομματικές κινητοποιήσεις. Η αγωνία τους για το τι άλλο τους επεφύλασσε η άγνωστη επόμενη ημέρα είχε μετασχηματιστεί σε άρρητο εκλογικό διακύβευμα. Δεν ήταν  άλλωστε τυχαία η ανησυχία που εξέφραζε όλο και συχνότερα η γαλλική ψυχιατρική κοινότητα βλέποντας να πολλαπλασιάζονται τα περιστατικά ψυχικών διαταραχών σε απολύτως υγιή άτομα. Η ουκρανική κρίση ήταν απλώς η τελευταία που είχε έρθει να προστεθεί στις προηγούμενες επιβαρύνοντας έτι περαιτέρω τη γενική κοινωνική δυσθυμία.

Ήταν προφανές ότι αυτή η ατμόσφαιρα έτρεφε την αντιπολίτευση, ενίσχυε τη δυναμική των υποψηφίων της, ανέκοπτε τη δική του και επέτρεπε κυρίως στον Μελανσόν και πολύ περισσότερο στην Λε Πεν να παίρνουν τον ανήφορο στις δημοσκοπήσεις. Και ομοίως, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αντιλαμβάνονταν ότι άλλο το 2017 και άλλο το 2022.

Τότε η Λε Πεν είχε μετρηθεί, ζυγιστεί και βρεθεί λιποβαρής. Για την ακρίβεια είχε συντριβεί. Ο λαϊκισμός της είχε αντισυσπειρώσει τότε τη μεγάλη πλειοψηφία των δυνάμεων του γαλλικού  δημοκρατικού τόξου. Ο αντιευρωπαϊσμός της είχε ξεσηκώσει τις αντιδράσεις της γαλλικής φιλελεύθερης κοινής γνώμης. Οι θέσεις της υπέρ της εξόδου της Γαλλίας από την ευρωζώνη είχαν τρομάξει πολύ κόσμο. Πολύ δε περισσότερο που είχαν να την συγκρίνουν με τον άφθαρτο, χαρισματικό, λαμπερό και πολλές μεταρρυθμίσεις υποσχόμενο νεαρό αντίπαλό της με εξαιρετική γνώση της οικονομίας και μεγάλη ικανότητα να εκφράζει τη σφοδρή επιθυμία των συμπατριωτών του να απαλλαγούν από το κατεστημένο της παλιάς, φθαρμένης και αντιπαραγωγικής πολιτικής τάξης.

Τώρα όμως η Λε Πεν τα είχε καταφέρει και είχε προετοιμαστεί καλύτερα. Είχε διδαχθεί από τα λάθη της και είχε βγάλει τα συμπεράσματά της. Είχε αναπροσαρμόσει τη στρατηγική της και είχε αποκτήσει ένα ανταγωνιστικό αλλά όχι απωθητικό προφίλ.

Είχε αφήσει τις εσωτερικές κοινωνικές κρίσεις να δουλέψουν για εκείνη και εκείνη, έμπειρη πια και υπομονετική, έπαιζε με τους ενδοπαραταξιακούς ανταγωνιστές της το παιχνίδι της χελώνας με τον λαγό. Τους άφησε να προκαλούν με τις ακρότητές τους, ενώ η ίδια τους χρησιμοποιούσε για να αναπτυχθεί εξ αντιδιαστολής στον ενδιάμεσο χώρο.

Ήταν μια διαφορετική, αγνώριστη Λε Πεν απέναντι σε έναν Μακρόν που ούτε  αυτός είχε μείνει ίδιος. Δεν εξέπεμπε πια τη λάμψη του άστρου που είχε το 2017, ούτε είχε μείνει αλώβητος από τις κρίσεις που είχε διαχειριστεί, όσα επικοινωνιακά οφέλη και αν είχε αποκομίσει από αυτές.

Αντεπίθεση αισιοδοξίας

Αυτά είχε προφανώς κατά νου ο απερχόμενος Πρόεδρος Μακρόν ανεβαίνοντας το απόγευμα του προχθεσινού Σαββάτου  στην στρογγυλή εξέδρα που είχε στηθεί στη μέση της μεγαλύτερης κλειστής αίθουσας της Ευρώπης.

Επρόκειτο για μια πραγματικά εντυπωσιακή εκδήλωση, αμερικανικού τύπου και εορταστικού χαρακτήρα, που θύμιζε αθλητικό γεγονός και ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με το μουντό κοινωνικό περιβάλλον.

Άρχισε την ομιλία του από αυτό ακριβώς. Αναφέρθηκε στο δράμα της Ουκρανίας και στην στάση της Γαλλίας.  Παρομοίασε την αίθουσα της ομιλίας του με την ίδια την Ευρώπη και συνέχισε πλέκοντας το εγκώμιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αραδιάζοντας τις κατακτήσεις και τα οράματά της.

Ήταν ένας Μακρόν από τα παλιά που ξανασήκωνε τη σημαία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, όπως το έκανε το 2017 απέναντι στους ευρωσκεπτικιστές αντιπάλους του. Μόνο που τώρα υπερασπιζόταν επιθετικότερα τόσο την απόφαση, που είχε ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων, να υψωθεί την ημέρα της ανάληψης της Προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Γαλλία,  η σημαία της Ένωσης στην θέση της γαλλικής  κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου, όσο και όλα όσα κατά καιρούς υποστήριζε περί ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, λέγοντας εμμέσως πόσο δικαιωμένος ένιωθε που τα όσα συνέβησαν μετά την ρωσική  εισβολή στην Ουκρανία επιβεβαίωναν ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να βρεθεί η μικροσκοπική γηραιά ήπειρος στο κέντρο του νέου πολυπολικού κόσμου.

Τα μηνύματά του είχαν πολλούς αποδέκτες. Είχαν πρώτο από όλους τον Ρώσο ομόλογό του. Τον οποίο δεν κατονόμασε, ούτε άφησε τους οπαδούς του να τον σφυρίξουν. Μίλησε όμως για αυτούς που στον 21ο αιώνα ονειρεύονται να ανασυστήσουν Αυτοκρατορίες του 19ου, ξαναβάζοντας την Ευρώπη στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου.

Μίλησε, όμως, και για τους πέραν του Ατλαντικού συμμάχους στέλνοντας στην Ουάσιγκτον το μήνυμα ότι δεν υπάρχει παγκόσμια τάξη που μπορεί να αποκατασταθεί χωρίς η φωνή της Γαλλίας να γίνεται σεβαστή και να ακούγεται δυνατά.

Εξού και ξαναμίλησε για την ανάγκη αύξησης των αμυντικών δαπανών και σύστασης ευρωπαϊκού στρατού, ώστε να ξαναγίνει η Ευρώπη συνώνυμη παγκόσμιας ισχύος, αφού ήδη την κάνουν παγκόσμια δύναμη οι οικουμενικές αξίες της, του διαφωτισμού, της ελευθερίας, της ισότητας, της αδελφότητας, της  ανεξιθρησκείας και πάνω απ’ όλα της Δημοκρατίας.

Με αφορμή την αναφορά του στη «μαρτυρική Μαριούπολη» είπε ότι παριστάμεθα μάρτυρες μιας γενικής απορρύθμισης της παγκοσμιοποίησης, των διεθνών σχέσεων, του καπιταλισμού, που πρέπει να σταματήσουμε. «Η νέα παγκόσμια εποχή και τάξη θα αρχίσει  από την Ευρώπη» τόνισε με έμφαση για να συνεχίσει με ύμνους στα ευρωπαϊκά ιδανικά που πρέπει να ξαναζωντανέψουν και να κυριαρχήσουν. «Είμαστε όλοι εδώ μαχητές  των ιδανικών» ανέφερε στο ακροατήριό του.  «Δεν πρόκειται να δεχθώ ποτέ καμία έκπτωση σε κανένα από τα ιδανικά μας και σε κανένα επίπεδο» πρόσθεσε, αρχίζοντας να εξειδικεύει την αποστροφή ανά τομέα δημοσίων πολιτικών στόχων και προγραμμάτων επιμένοντας, όχι βέβαια τυχαία, στα θέματα της καθημερινότητας, της αγοραστικής δύναμης, της ψυχικής υγείας, των μεταρρυθμίσεων στην παιδεία, την δημόσια υγεία, το συνταξιοδοτικό σύστημα,  το κράτος.

Απαντούσε επί δυο σχεδόν ώρες σε κάθε μια από τις αιτιάσεις των αντιπάλων του μη παραλείποντας να αναφερθεί και στο ζήτημα των συμβουλευτικών οίκων που χρησιμοποιεί η κυβέρνησή του θυμίζοντας τους αγώνες του για την επιβολή φορολογίας στους GAFA και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής  σε ευρωπαϊκή κλίμακα.

Συνέδεσε τις συντάξεις με το χρόνο εργασίας και την πλήρη απασχόληση που έθεσε ως κεντρικό στόχο του για την επόμενη πενταετία.

Έτσι άρχισε  να ξετυλίγει το αφήγημα που δεν είχε μέχρι τώρα διατυπώσει, αναπληρώνοντας το κενό που είχε η επικοινωνιακή στρατηγική του.

Έκανε αυτή τη φορά έναν συναισθηματικά απολογισμό του έργου, συγκινησιακά φορτισμένος ευχαρίστησε τους συνεργάτες, τους φίλους και όσους του στάθηκαν τα προηγούμενα πέντε χρόνια είτε παρέμεναν κοντά του είτε  είχαν φύγει είτε διαφώνησαν.

Ήταν ένας τρόπος να απαντήσει στις μομφές περί αλαζονείας. Και ένας άλλος τρόπος για να αποσείσει από πάνω του την εντύπωση ότι πρόκειται για έναν τεχνοκράτη χωρίς συναισθηματική νοημοσύνη. 

Κανένας μας, πρόσθεσε επίσης όχι τυχαία, δεν είναι ίδιος με το 2017, ούτε εσείς, είπε απευθυνόμενος στο πλήθος των συγκεντρωμένων, ούτε εγώ. Έχουμε όλοι μας πάνω μας τα σημάδια του χρόνου και της κόπωσης. Έχουμε όλοι βγάλει ρυτίδες από τις προσπάθειες και τις θυσίες που κάναμε. Αλλά πλέον «τίποτα δεν μπορεί να γίνει στον κόσμο χωρίς τη Γαλλία!» ήταν το κεντρικό σύνθημα με οποίο συμπύκνωσε την ομιλία του τονώνοντας τον πληγωμένο πατριωτισμό των συμπολιτών του, απαντώντας στους ανταγωνιστές του και δίνοντας στην διεθνή κοινότητα να καταλάβει πώς εννοεί τον ρόλο του.

Μένει τώρα να φανεί το δημοσκοπικό αποτέλεσμα που πήρε.