Kreport > articles > Αυτοδύναμες ή ισχυρές κυβερνήσεις;

Αυτοδύναμες ή ισχυρές κυβερνήσεις;

Του Κώστα Καλλίτση

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε τρία σωστά πράγματα την Τρίτη, στο forum του Οικονομικού Ταχυδρόμου. Σωστά είπε ότι δεν πρόκειται να προσφύγει σε πρόωρες εκλογές. Θα εξαντληθεί η 4ετία κι οι εκλογές θα γίνουν στο τέλος της άνοιξης του 2023 –για να κοπεί το καλαμπούρι των εκλογών με «κινητή ημερομηνία». Σωστά είπε ότι δεν θα (ξανα)αλλάξει τον εκλογικό νόμο. Είναι θεσμικά και πολιτικά άτοπο να αλλάζει ο εκλογικός νόμος δεύτερη φορά από την ίδια Βουλή. Τρίτον, πολύ σωστά είπε κάτι που είναι αυτονόητο αλλά (όπως έδειξαν κάποιες αντιδράσεις…) δεν αρέσει σε όλους: Ότι ο ελληνικός λαός είναι αυτός που θα αποφασίσει πώς θέλει να κυβερνηθεί, κι αν από τις εκλογές δεν προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση, ε, δεν θα συρθεί η χώρα σε τρίτη εκλογική αναμέτρηση, αλλά θα σχηματιστεί κυβέρνηση συνεργασίας.

Με αφορμή αυτές τις δηλώσεις: Χρειαζόμαστε «αυτοδύναμες», δήθεν αποτελεσματικές, ή πραγματικά ισχυρές και σταθερές κυβερνήσεις;

Οι «αυτοδύναμες», το έχουμε δει το έργο, πολύ συχνά δεν είναι παρά κυβερνήσεις έρμαιο  θρασύτατων συνιστωσών, ιδιοτελών μηχανισμών διαπλοκής/διαφθοράς και «βαρόνων» που καιροφυλακτούν. Ισχυρές και σταθερές αποδεικνύονται σε όλη την Ευρώπη οι κυβερνήσεις συνεργασίας με σαφές, στιβαρό κοινό πρόγραμμα. Το κυνήγι της αυτοδυναμίας, αντιθέτως, είναι η βαριά αρρώστια που (α) καταδικάζει την Ελλάδα να ‘ναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που το πολιτικό προσωπικό διαπαιδαγωγείται να αποφεύγει συναινέσεις και συμβιβασμούς και που (β) υπονομεύει τις μεταρρυθμίσεις, γιατί εκτρέπει την αναγκαία ή/και αυτονόητη συνεννόηση σε καυγάδες που αποκλείουν συναινέσεις. Αλλά χωρίς  συναινέσεις καμία άξια λόγου μεταρρύθμιση δεν μπορεί να γίνει, κι αν γίνει δεν ευοδώνεται, μένει στη μέση, δεν ολοκληρώνεται.

Παράδειγμα, το έργο του Κυριάκου Πιερρακάκη και των συνεργατών του. Εξηγούμαι:

Με τις ψηφιακές εφαρμογές που έχουν εισάγει, οι πολίτες έχουν γλιτώσει άπειρες ώρες ταλαιπωρίας κι η δημόσια διοίκηση εκατοντάδες χιλιάδες ανθρωποώρες εργασίας, διότι πληθώρα διαδικασίες γίνονται ψηφιακά, χωρίς μεσολάβηση υπαλλήλου. Σε μια κανονική χώρα, αυτό θα πυροδοτούσε αναδιατάξεις και αλλαγές στην αρχιτεκτονική και διάρθρωση του κράτους –που, σε όλο τον κόσμο καλείται να αναλάβει μεγαλύτερα καθήκοντα. Είδατε, μήπως, να καταργείται κάποια υπηρεσία, να αναδιατάσσεται το δυναμικό που έμεινε χωρίς δουλειά, να γίνονται μετακινήσεις από «νεκρές» υπηρεσίες σε άλλες που χρειάζονται ανθρώπους; Όχι, γιατί δεν γίνεται τίποτα. Η αυτοδύναμη κυβέρνηση δεν έχει τη δύναμη ή/και τη διάθεση να μετουσιώσει το επίτευγμα των ψηφιακών εφαρμογών σε πολιτική εκσυγχρονισμού και ανασυγκρότησης του κράτους. Γιατί αυτή προκαλεί συγκρούσεις και «πολιτικό κόστος», που δεν μπορεί/θέλει να αναλάβει.

Αν τελειώνουμε με το  παραμύθι της αποτελεσματικότητας των αυτοδύναμων κυβερνήσεων, ίσως εναρμονιστούμε με την ευρωπαϊκή τάση προς τις δημοκρατίες της συναίνεσης.

Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ευρώπη είναι εξαίρεση οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις και κανόνας οι κυβερνήσεις συνεργασίας. Ότι περίπου 30  χώρες έχουν κυβερνήσεις συνασπισμού – στο Βέλγιο από 7 κόμματα, στην Ιταλία από όλα τα κόμματα πλην φασιστικού, στην Ολλανδία και τη Φινλανδία από 5 κόμματα, σε πολλές άλλες από 6, 4 ή 3 κόμματα. Η Ευρώπη έχει εισέλθει στην εποχή των κυβερνήσεων συνεργασίας, με προαπαιτούμενο (όχι ιδεολογική συγγένεια αλλά) συμφωνίες σε κοινά προγράμματα. Θα ήταν σπουδαίο να συγκλίνουμε σε αυτήν την κατεύθυνση. Τα κόμματα να αρχίσουν να ασχολούνται με την επεξεργασία προγραμμάτων –όχι με ατάκες και συνθήματα. Την πολιτική να φιλοδοξεί να συγκινήσει και να διεκδικήσει πάλι το ενδιαφέρον των πολιτών και  δη των νέων –που τώρα απομακρύνονται από αυτήν. Και, γιατί όχι, την Ελλάδα να αποκτά μια ισχυρή κυβέρνηση συνεργασίας από την πρώτη εκλογική αναμέτρηση, σε 12 μήνες, με το σύστημα της απλής αναλογικής.