Kreport > articles > Αυτοδυναμία ή σταθερότητα;

Αυτοδυναμία ή σταθερότητα;

Του Παύλου Τσίμα

 Η ομίχλη του πολέμου γίνεται όλο και πιο πυκνή, μα ο ελληνικός πολιτικός ορίζοντας, ξαφνικά καθάρισε: Εκλογές θα έχουμε στο τέλος της άνοιξης του 23. Ο εκλογικός νόμος δεν θα αλλάξει. Κι αν ούτε οι δεύτερες εκλογές, με αυτόν τον εκλογικό νόμο, δώσουν αυτοδύναμη πλειοψηφία, τότε δεν θα στήσουμε για τρίτη φορά κάλπες. Θα έχουμε μια κυβέρνηση συνεργασίας «με περισσότερα από ένα κόμματα», όπως  είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο φόρουμ του Οικονομικού Ταχυδρόμου. Ως εδώ θα είχαμε απλώς μια πολιτικά χρήσιμη και θεσμικά ωφέλιμη επιβεβαίωση του αυτονόητου. Αλλά ο πρωθυπουργός πρόσθεσε μία ακόμη μικρή φράση. Πως «στόχος είναι η σταθερότητα, όχι επί τούτω η αυτοδυναμία». Και εσχίσθη το καταπέτασμα του ναού.

Γιατί το είπε; Γιατί αντικατέστησε, ως στόχο, την αυτοδυναμία με την σταθερότητα; Μήπως γιατί βλέπει ότι η αυτοδυναμία είναι αδύνατον να επιτευχθεί; Μήπως για να στριμώξει το ΚΙΝΑΛ, να το εκθέσει σ έναν πρόωρο εκλογικό εκβιασμό και να το αποδυναμώσει; Κι όταν λέει «ο λαός θα μας υποδείξει εάν η χώρα θα κυβερνηθεί από ένα ή από περισσότερα κόμματα», αυτό ισχύει μόνον για τις δεύτερες εκλογές ή θα μπορούσε να έχει εφαρμογή και στις πρώτες, της απλής αναλογικής; Τα ερωτήματα έπεσαν βροχή και ερμηνείες, πολιτικές και πολιτικάντικες, δόθηκαν πολλές. Μα το κρίσιμο ερώτημα είναι απλό. Είναι η αυτοδυναμία η μόνη οδός προς την επιθυμητή πολιτική σταθερότητα; Είναι προϋπόθεσή της; Ή μήπως, αντίθετα, η πολιτική σταθερότητα θα μπορούσε να προκύψει ασφαλέστερα σε συνθήκες κυβερνήσεων συνεργασίας;

Κατά σύμπτωση, την ημέρα που στην Αθήνα το πολιτικό οικοσύστημα προσπαθούσε να μεταβολίσει τις δηλώσεις Μητσοτάκη, στην Λισαβόνα ορκιζόταν η νέα κυβέρνηση του Αντόνιο Κόστα. Είναι η πρώτη πορτογαλική κυβέρνηση με αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία από το 2005. Και η Πορτογαλική εμπειρία ίσως βοηθά, για άλλη μια φορά, να απαντήσουμε και στα δικά μας διλήμματα.

Η Πορτογαλία, λοιπόν, διέσχισε δύο αλλεπάλληλες κρίσεις, από το 2009, είτε με κυβερνήσεις συνεργασίας είτε με κυβερνήσεις μειοψηφίας, που στηρίζονταν στην ανοχή της Βουλής. Και ομολογουμένως δεν τα κατάφερε άσχημα. Διαχειρίστηκε την οικονομική κρίση και την δοκιμασία του μνημονίου ασύγκριτα καλύτερα, σε χρόνο κατά πολύ συντομότερο και με πολύ λιγότερο πόνο, απ ότι εμείς. Μα και στην αντιμετώπιση της πανδημίας, με μια κυβέρνηση «μαραφέτι», όπως την έλεγαν, δύστροπης συνεργασίας των Σοσιαλιστών με δύο κόμματα της Αριστεράς, οι επιδόσεις των Πορτογάλων ήταν αισθητά καλύτερες από τις δικές μας.

Στις τελευταίες, ωστόσο, εκλογές προέκυψε, εντελώς αναπάντεχα, η αυτοδυναμία των Σοσιαλιστών. Ήταν μια έκπληξη. Και ερμηνεύθηκε ως αντίδραση του εκλογικού σώματος στην πρόωρη ανατροπή μιας κυβέρνησης που, γενικά, ήταν εξαιρετικά δημοφιλής. Οι Πορτογάλοι τιμώρησαν στην κάλπη τα κόμματα της Αριστεράς, που χρεώθηκαν την ευθύνη για την διάλυση της κυβερνητικής συνεργασίας. Και έδωσαν αυτοδυναμία στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, επιδιώκοντας πολιτική σταθερότητα. Θρίαμβος. Μα ο νικητής των εκλογών, ήδη από το βράδυ του θριάμβου του, είχε φροντίσει να χαμηλώσει την θερμοκρασία των πανηγυρισμών. «Απόλυτη πλειοψηφία», είχε πει, «δεν σημαίνει απόλυτη εξουσία». Το έκανε ξανά την ημέρα της ορκωμοσίας της νέας κυβέρνησης. «Απόλυτη πλειοψηφία σημαίνει απλώς απόλυτη ευθύνη εκείνων που κυβερνούν, δίχως άλλοθι και δικαιολογίες», είπε. Η νέα σύνθεση της Βουλής υπόσχεται σταθερότητα, αλλά και η νέα κυβέρνηση θα είναι κυβέρνηση διαλόγου και συναίνεσης, όπως η προηγούμενη, η συνεταιρική. Και κάτι ακόμη. Οι εκλογές, είπε, «άλλαξαν την σύνθεση της Βουλής, όχι το Σύνταγμα» και όσα προβλέπει για αυτονομία των θεσμών και διάκριση των εξουσιών. Μεταφρασμένο στα ελληνικά, αυτό σημαίνει ότι ο Κόστα αρκείται να έχει την κυβέρνηση, δεν θέλει “όλη την εξουσία”.

Οι διατυπώσεις θα μπορούσαν να είναι απλώς μια υπόκλιση στην πολιτική ορθότητα ή επίδειξη καλών τρόπων. Αλλά είναι μάλλον κάτι περισσότερο. Είναι αναγνώριση της απλής αλήθειας πως, ειδικά σε καιρούς κρίσεων και αβεβαιότητας, η αυτοδυναμία  θα μπορούσε να αποδειχθεί αντι για ευχή, κατάρα. Θα μπορούσε να εξελιχθεί σε εμπόδιο, που αποτρέπει τις συναινέσεις. Να οδηγήσει σε μια σκλήρυνση των διαχωριστικών γραμμών, πόλωση και αντιπολιτευτική αντί-συσπείρωση, που θα αντιτάσσει σε κάθε πρόβλημα την ένσταση «πλειοψηφία έχετε, βγάλτε μόνοι σας τα κάστανα από την φωτιά». Ο Κόστα, λοιπόν, αυτόν τον κίνδυνο προσπαθεί να προλάβει. Τον κίνδυνο να βρεθεί με μια ισχυρή πλειοψηφία χωρίς ευρύτερη συναίνεση. Μια κυβέρνηση αυτοδύναμη μεν, αλλά λιγότερο αποτελεσματική στην διαχείριση των κρίσεων από την προηγούμενη, ασταθή και εύθραυστη κυβέρνησή του. 

Σε κάθε περίπτωση, η Πορτογαλία είναι πια μια από τις μετρημένες στα δάχτυλα ενός χεριού ευρωπαϊκές χώρες με μονοκομματική κυβέρνηση. Όπως και η Ελλάδα. Στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή, οι αυτοδύναμες πλειοψηφίες δεν είναι ο κανόνας, είναι η εξαίρεση. Η αυτοδυναμία είναι φυσικά ένας θεμιτός πολιτικός στόχος. Αλλά γιατί, ειδικά στην Ελλάδα, αντιμετωπίζεται ως το άγιο δισκοπότηρο της πολιτικής, η αναγκαία και επαρκής συνθήκη της αποτελεσματικής διακυβέρνησης;

Μια δικαιολογία είναι- όπως το είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο ίδιο φόρουμ- ότι “το ελληνικό πολιτικό σύστημα είναι προϊόν μιας μεγάλης, έντονης πόλωσης και διχαστικών γραμμών”. Σωστό. Αλλά γιατί πρέπει να διαιωνίζεται η τοξικότητα και η παραλυτική πόλωση;  Και μάλιστα στο όνομα της διεκδίκησης της αυτοδυναμίας;

Μια δεύτερη, και σημαντικότερη δικαιολογία είναι ότι η ελληνική δημόσια διοίκηση παραμένει υπερβολικά κομματικοποιημένη, «πολιτικοποιημένη» και δυσλειτουργική, υπερβολικά εξαρτημένη από την «πολιτική βούληση» του κόμματος που κερδίζοντας τις εκλογές παίρνει το κράτος ως προίκα. Αλλά ως πότε το πολιτικό σύστημα θα αναπαράγει τον φαύλο κύκλο, θα αναπαράγει τον κομματικό εξανδραποδισμό της δημόσιας διοίκησης και θα τον επικαλείται κατόπιν ως άλλοθι για τις δικές του αδυναμίες- και προπάντων την αδυναμία να εξασφαλίσει ένα ελάχιστο συναίνεσης;