Kreport > articles > Το μήλον της έριδος: Ελλάδα, η ταραγμένη δεκαετία 1940-49, του Κρίστοφερ Μ. Γουντχάουζ, Εκδόσεις Μινώας, Αθήνα 2021

Η πτώση του Ίκαρου. Ταξιδεύοντας στην Ελλάδα του Εμφυλίου, του Kevin Andrews, Εκδόσεις Παπαδόπουλου, Αθήνα 2018

Το μήλον της έριδος: Ελλάδα, η ταραγμένη δεκαετία 1940-49, του Κρίστοφερ Μ. Γουντχάουζ, Εκδόσεις Μινώας, Αθήνα 2021

Η πτώση του Ίκαρου. Ταξιδεύοντας στην Ελλάδα του Εμφυλίου, του Kevin Andrews, Εκδόσεις Παπαδόπουλου, Αθήνα 2018

Γράφει ο Αντώνης Παπαγιαννίδης

 Στην πλημμυρίδα των εκδόσεων της περασμένης χρονιάς με αφορμή τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση και την συνακόλουθη πορεία της ελεύθερης/ανεξάρτητης (;) Ελλάδας έως τις ημέρες μας, μια ιδιαίτερη σοδειά (με τα αντίστοιχα αναλυτικά εργαλεία) είχε επικεντρωθεί σε μια φάση της Ελληνικής ιστορίας που είχε διεκδικήσει κάποια στιγμή το φαντασιακό του διεθνούς συστήματος. Πρόκειται για την περίοδο εκείνη, με βάση την καταστροφή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την ακόμη μεγαλύτερη της Κατοχής και εν συνεχεία του Εμφυλίου, η χώρα βρέθηκε μετέωρη και – για νάμαστε ειλικρινείς… – διεκδικούμενη ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή.

Τώρα, τώρα που ο βαρύς βηματισμός της Ιστορίας ακούγεται  ξανά στην άμεση γειτονιά μας και η πραγματικότητα του πολέμου καθώς και των βαθύτερων διχασμών υλοποιείται στην Ουκρανία με φόντο την εκ νέου διαίρεση του κόσμου σε στρατόπεδα (ή: με απόληξη την νέα διαίρεση Δύσης/Ανατολής σε λογική Ψυχρού Πολέμου) έχει αιχμηρό ενδιαφέρον να δει κανείς δυο βιβλία, παράξενα παράλληλα. Που προσεγγίζουν «απέξω» αλλά με εξαιρετική διάθεση κατανόησης την Ελληνική βίαιη πραγματικότητα, τότε.

Ο Κρις Γουντχάουζ από το New College της Οξφόρδης βρέθηκε ως νεαρός εθελοντής στην Ελλάδα της Αντίστασης, έπαιξε ενεργό ρόλος σε Κρήτη και Στερεά, γνώρισε τους πρωταγωνιστές (από Άρη Βελουχιώτη μέχρι Ναπολέοντα Ζέρβα) ενώ μετέσχε στην εμβληματική ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου. ο, επίσης νεαρός, απόφοιτος του Χάρβαρντ Κέβιν Άντριους έρχεται στην Ελλάδα ως υπότροφος της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Σχολής προς τα τέλη του Εμφυλίου, να μελετήσει τα κάστρα της Πελοποννήσου, όμως κατέληξε να ζήσει ένα συνολικό οδοιπορικό στην Ελλάδα που επιχειρούσε να σηκωθεί από τα χαλάσματα.

Αν το βιβλίο του Γουντχάουζ πρωτοεκδόθηκε το 1948, ενώ εκείνο του Άντριους το 1959, και τα δύο προσπαθούν μεν να εξηγήσουν /να διερμηνεύσουν τι συνέβη σ’ έναν τόπο που γνώρισαν και σε ανθρώπους (προπάντων σε ανθρώπους!) που συνάντησαν και προσπάθησαν να καταλάβουν και αγάπησαν. ταυτοχρόνως όμως βλέπουν και αξιολογούν το πώς η τρομερή εμπειρία του Πολέμου αποσυναρμολογεί τις σχέσεις και σκληραίνει τους ανθρώπους. Υπό μιαν έννοια, οι εκρηκτικές πολιτικές εξελίξεις και οι μαύρες σκιές του Εμφυλίου έρχονται ως αναπόδραστη συνέπεια τόσο για το διεθνές σύστημα στο οποίο οι ίδιοι εντάσσονται και μέσα στο οποίο λειτουργούν, όσο και για τους καθημερινούς ανθρώπους με τους οποίους βάδισαν μαζί.

Όταν ο Άντριους γράφει «έβλεπα από την πρύμνη τα βουνά της Αττικής να αποτραβιούνται πέρα από την θάλασσα […] αργότερα, μόλις έπεφτε η νύχτα ο κίνδυνος θα σηκωνόταν σαν παλιρροϊκό κύμα πάνω από την χώρα – στις εργατικές συνοικίες της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης όπου τα αστυνομικά μπλόκα ήταν σχεδόν η καθημερινότητα όπως και τότε με τους Γερμανούς», εκείνο που μεταφέρει είναι μια ανθρώπινη κανονικότητα που βιώνεται σε καθεστώς παγιωμένης εξαίρεσης.

Όταν ο Γουντχάουζ αναλογίζεται πώς «σύντομα μετά την θριαμβευτική απογοήτευση των εκλογών, η τροπαιούχος Δεξιά δοκίμασε την δυσφορία που δοκιμάζει ένας στρατός, ο οποίος προελαύνει για να καταλάβει εγκαταλειμμένες θέσεις» ή όταν αναλογίζεται πώς «η ενσωμάτωση της Ελλάδας στην ΕΣΣΔ, όσο φοβερή κι αν φαίνεται στους φιλέλληνες, στην πραγματικότητα, από λογικής απόψεως, δεν θα ήταν ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο άτοπη από εκείνη της Φινλανδίας ή της Ρουμανίας» δεν κάνει μια πολιτική ή διεθνοπολιτική προσέγγιση: Ζει μαζί με τους καθημερνούς ανθρώπους το δράμα τους.

Υπό την έννοια αυτή, η «Πτώση του Ίκαρου» και «Το μήλον της Έριδος» – που αξίζουν να βρει κανείς την διάθεση, πέρα από τον χρόνο, να τα ξαναδιαβάσει –  λειτουργούν σαν αφύπνιση μνήμης / σαν φακός ανάγνωσης του πώς λειτούργησε στην Ελλάδα η προηγούμενη μεγάλη φάση της Ιστορίας, στα μέσα του 20ου αιώνα. Αλλά και του πώς προσλαμβανόταν από την πιο φιλελληνική διάθεση των «έξω» η πικρή Ελληνική περιπέτεια.