Kreport > articles > Ισλαμικά τάγματα: Η στενή σχέση μυστικισμού και εξουσίας 7 αιώνων

Ισλαμικά τάγματα: Η στενή σχέση μυστικισμού και εξουσίας 7 αιώνων

 Η ιστορία και η κοινωνιολογία των ισλαμικών ταγμάτων και κοινοτήτων στην Τουρκία βρίσκει τις ρίζες της στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και εξελίσσονται παράλληλα με τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού εκ μέρους της κεντρικής πολιτικής εξουσίας της αυτοκρατορικής Κωνσταντινούπολης και της κεμαλικής Αγκυρας καθώς και με την ανάδειξη του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία. Τρία είναι τα βασικότερα χαρακτηριστικά των ισλαμικών ταγμάτων (tarikaat) και των κοινοτήτων (cemaat) στην Τουρκία: Η έλξη τους προς την πάλη για εξουσία, η αναμφισβήτητη μυστικιστική και πνευματική τους διάσταση και το γεγονός ότι για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της χώρας ήταν και εν μέρει εξακολουθούν να είναι ο χώρος που σε μια δυτική κοινωνία θα ήταν η κοινωνία των πολιτών. 

 Το ισλαμικό τάγμα των Νακσιμπεντί ιδρύθηκε τον 14ο αιώνα, όταν ο ισλαμικός μυστικισμός βρισκόταν ήδη στο απόγειο του, από τον μυστικιστή Μπαχά-ου-Ντιν-Νακσμπαντ Μπουχαρί που γεννήθηκε το 1318 έξω από την Μπουχάρα στο σημερινό Ουζμπεκιστάν. Βασικά χαρακτηριστικά του τάγματος είναι ο βαθύς μυστικισμός του μέσω της πνευματικής μάχης ενάντια στο «εγώ» με σκοπό ο άνθρωπος να έρθει όσο πιο κοντά γίνεται στον Αλλάχ αλλά και η ενασχόληση του με τα εγκόσμια και την πολιτική και αργότερα ο βαθύς αντιδυτικισμός του. Το ισλαμικό αυτό τάγμα είναι το μόνο τάγμα στον ισλαμικό κόσμο του οποίου η ιερή αλυσίδα διαδοχής των επικεφαλής του (silsila) δεν φτάνει στον Μωάμεθ μέσω του Αλί, που μετά το σχίσμα Σουνιτών-Σιιτών είναι η κεντρική προσωπικότητα για τους Σιίτες, αλλά μέσω του Αμπου Μπακρ, του πρώτου Σουνίτη Χαλίφη. Η νομιμοποίηση αυτή, μέσω του πρώτου Σουνίτη Χαλίφη, κατέστησε το τάγμα των Νακσιμπεντί ιδιαίτερα συμβατό με το ορθόδοξο-σουνιτικό Ισλάμ και πάντα πιο κοντά στην εξουσία και την πολιτική, σε αντίθεση με τα άλλα τάγματα που κράτησαν πάντα μια απόσταση από τα εγκόσμια, την κοσμική εξουσία αλλά και από την σουνιτική ορθοδοξία.

Το τάγμα των Νακσιμπεντί θα εξαπλωθεί σε όλο τον ισλαμικό κόσμο, από το Μαρόκο και την Μαύρη Αφρική μέχρι την Τουρκία και την Ινδονησία και θα διαδραματίσει πολύ μεγάλο ρόλο στην αντίσταση των μουσουλμανικών κοινωνιών στην ευρωπαϊκή αποικιοκρατία από τα τέλη του 18ου αλλά κυρίως από τον 19ο αιώνα.  Το 1809, ο κουρδικής καταγωγής σεΐχης Καλίντ-ι-Μπαγκνταντί από το βόρειο Ιράκ, θα μυηθεί στο τάγμα των Νακσιμπεντί στην Ινδία και θα ιδρύσει το δικό του παρακλάδι των Νακσιμπεντί, το τάγμα των Καλίντια που θα κυριαρχήσει πλέον στην περιοχή της σύγχρονης Τουρκίας και των κουρδικών περιοχών. Βασικά χαρακτηριστικά του τάγματος των Καλίντια είναι η νομιμοφροσύνη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και η αντίσταση σε ότι είναι ευρωπαϊκό. Μετά την διάλυση των Γενίτσαρων που ήταν οργανικά συνδεδεμένοι με το ισλαμικό τάγμα των Μπεκτασί, το 1826 από τον μεταρρυθμιστή Σουλτάνο Μαχμούτ Β, οι Νακσιμπεντί-Καλιντία θα αποκτήσουν για σύντομο διάστημα μεγαλύτερο βάρος και διείσδυση στην οθωμανική διοίκηση. Ωστόσο, το τάγμα θα έρθει σε σύγκρουση με τους μετέπειτα μεταρρυθμιστές Σουλτάνους και αποτελέσει πόλο αντίστασης και αντιδυτικισμού στις προσπάθειες εκδυτικισμού και εκσυγχρονισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά την ισλαμο-εθνική εξέγερση του κουρδικής καταγωγής Νακσιμπεντί σείχ Σαίντ το 1925 στην νοτιοανατολική Τουρκία εναντίον του νεογέννητου τότε κεμαλικού καθεστώτος, τα τάγματα θα απαγορευτούν. Η υπόγεια ωστόσο ζωή και διακλάδωση τους όχι μόνο δεν θα σταματήσουν αλλά θα ενισχυθούν ακόμα περισσότερο. 

Μετά την άνοδο του Μεντερές και την έναρξη του πολιτικού και κομματικού πλουραλισμού το 1950, τα ισλαμικά τάγματα θα βγουν σταδιακά και πάλι στην επιφάνεια της δημόσιας ζωής. Μετά τις δεκαετίες του 70 και του 80, κυρίως μετά το πραξικόπημα του Εβρέν το 1980, το Ισλαμ θα ενισχυθεί από την κεντρική εξουσία ως αντικομμουνιστικό «αντίδοτο» απέναντι στην άνοδο της αριστεράς στην χώρα. Μέσα στο κλίμα αυτό, τα τάγματα, κυρίως αυτό των Καλίντια, και οι ηγετικές τους μορφές θα ενισχυθούν και θα αποτελέσουν καταλυτικά στοιχεία στην πολιτική και ιδεολογική ζωή της χώρας. Το 1958, ο Καλιντί σείχης Μεχμέτ Ζαχίντ Κοτκού θα ονομαστεί ιμάμης στο τζαμί του Ισκεντέρπασα σε μια γειτονιά στην περιοχή Φατίχ της Κωνσταντινούπολης με διαχρονικά κυρίαρχο το ισλαμικό στοιχείο. Ο Κοτκού, μαθητής του επίσης σημαντικού θρησκευτικού ηγέτη Ζιγιουντίν Γκιουμουσχανεβί που είχε μυηθεί στο τάγμα Καλιντια από μαθητή του ίδιου του Καλίντ-ι-Μπαγνταντί, θα λειτουργήσει ως πνευματικός πατέρας του σύγχρονου πολιτικού και κοινωνικού Ισλαμ στην Τουρκία.

Βασικό κήρυγμα του Κοτκού ήταν ότι οι ισλαμιστές πρέπει να αποκτήσουν τεχνολογικές γνώσεις και μια αναπτυσσόμενη οικονομία και βιομηχανοποίηση καθώς μόνο με αυτούς τους τρόπους θα μπορέσουν να αποτινάξουν τον κεμαλικό ζυγό στο εσωτερικό της χώρας και να αποκτήσουν αληθινή ανεξαρτησία και ανωτερότητα απέναντι στην Δύση. Το εμβληματικό σύνθημα του Κοτκού ήταν «bir lokma, bit hikra, bir Mazda”, δηλαδή, «ότι χρειάζεται ο άνθρωπος είναι ένα κομμάτι φαγητό, ένα κομμάτι ρούχο και ένα Μάζντα», με το Μάζντα να εκπροσωπεί την τεχνολογία και την βιομηχανική ανάπτυξη. Ο Κοτκού ήταν ο πνευματικός πατέρας και εμπνευστής του Νετζμετίν Ερμπακάν, ευλογώντας την ίδρυση του ισλαμο-τουρκικού πολιτικού κινήματος της «Εθνικής Αποψης» (Milli Gorus), που αποτέλεσε την μήτρα του πολιτικού Ισλαμ στην Τουρκία καθώς και του πρώτου καθαρά ισλαμικού κόμματος το 1969. Ο Κοτκού ήταν επίσης πνευματικός πατέρας και εμπνευστής του Τουργκούτ Οζάλ και της φιλελεύθερης οικονομικής του πολιτικής καθώς και των ισλαμιστών επιχειρηματιών που αναδείχθηκαν από την δεκαετία του 80 στην κεντρική Τουρκία, τους γνωστούς ως «Τίγρεις της Ανατολίας». Ο Κοτκού και η κοινότητα του Ισκεντέρπασα ήταν τα πρώτα και ισχυρότερα πνευματικά σχολεία ενός πολύ μεγάλου μέρους των σημερινών στελεχών του ΑΚΡ, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Ταγίπ Ερντογάν.

Ο βαθύς αντι-δυτικισμός, σε συνδυασμό με την συστηματική ενίσχυση μιας φιλελεύθερης οικονομίας και πολιτική κινητοποίηση ώστε να καταληφθεί η εξουσία και το κράτος γαλούχησαν τις ιδρυτικές μορφές του ΑΚΡ που σήμερα βρίσκονται στα ινία της Τουρκίας. Το τάγμα των Καλίντια και οι οπαδοί του Κοτκού βρίσκονται στην καρδιά του πολιτικού Ισλαμ καθώς ήταν πάντα υπέρ ενός σαφούς διαχωρισμού ανάμεσα στα ισλαμικά κόμματα και στην κεντροδεξιά ενώ έδωσαν μεγαλύτερη σημασία στην οικονομία και την πολιτική. Παράλληλα με τους Νακσιμπεντί-Καλίντια, αν και πολύ μεταγενέστερη στην ίδρυση της, στην Τουρκία αναπτύχθηκε και μια άλλη σχολή σκέψης, αυτή των Νουρτζού που ιδρύθηκε από τον κουρδικής καταγωγής Νακσιμπεντί σείχη Μπεντιουζαμάν Σαίντ Νουρσί στις αρχές του 20ου αιώνα. Με έντονη την επιρροή των ιδεών των Καλίντια, ο Σαίντ Νουρσί θα ιδρύσει την δική του σχολή διδασκαλίας και ερμηνείας του Κορανίου με βασικό στόχο την εκπαίδευση για την ανατροφή νέων γενιών ισλαμιστών οι οποίες δεν θα έχουν τίποτα να ζηλέψουν από την τεχνογνωσία των δυτικών. Ο Σαίντ Νουρσί και οι οπαδοί δεν δέχονταν τα ισλαμικά τάγματα θεωρώντας ότι τα τάγματα κρατούν τους πιστούς ημιμαθείς και γεμάτους προκαταλήψεις. Το πολύπλοκο βιβλίο του, Ριζαλέ-ι-Νουρ, με βασικό στόχο την ισλαμική αναγέννηση της Τουρκίας θα διαβαστεί από εκατομμύρια οπαδών του σε «κύκλους συζήτησης» οι οποίοι θα αποτελέσουν τους πυρήνες των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων των Νουρτζού, «αυτών που ακολουθούν το Φως». Οι Νουρτζού, μέχρι την άνοδο του ΑΚΡ στην εξουσία, στήριζαν παραδοσιακά τα δεξιά και κεντροδεξιά κόμματα και όχι τα κόμματα του πολιτικού Ισλάμ.  

 Όπως εκτιμούν στην λεπτομερή τους ανάλυση για το ΑΚΡ και τα ισλαμικά τάγματα οι αναλυτές Σβάντε Κονελ και Μεχμέτ Καγιά του Hudson Ιnstitute, το ΑΚΡ ήταν μια σύμπραξη διαφορετικών ισλαμικών ταγμάτων. Εκτός από την κυριαρχούσα  επιρροή των Νακσιμπεντί-Καλιντία μέσω της ομάδας του Ισκεντέρπασα, το ΑΚΡ, σύμφωνα με τους δυο αναλυτές, ήταν μια σύμπραξη της μικρότερης κοινότητας των Σουλεϊμαντζί και του ισλαμικού τάγματος των Μενζίλ, δυο ισλαμικές ομάδες που διακατέχονται από βαθύ αντιδυτικισμό. Μετά το 2009-10 και την σταδιακή στροφή του Ταγίπ Ερντογάν μακριά από την Δύση, η αντιδυτική ιδεολογία των Καλιντί και της ομάδας του τζαμιού του Ισκεντέρπασα άρχισαν να κυριαρχούν στο ιδεολογικό και πολιτικό «καζάνι» του ΑΚΡ. Τάση που ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο μετά την ρήξη του ΑΚΡ με την κοινότητα του φετουλάχ Γκιουλέν και την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016.