Kreport > articles > Η επιτυχημένη διπλωματία φέρνει επιτυχημένη διαμεσολάβηση;

Η επιτυχημένη διπλωματία φέρνει επιτυχημένη διαμεσολάβηση;

Της Πινάρ Ακπινάρ*

Ο πόλεμος Ουκρανίας-Ρωσίας συμπίπτει με μια περίοδο που η Τουρκία είχε αρχίσει να κάνει κάποια πιο ειρηνικά βήματα στην εξωτερική της πολιτική και για το λόγο αυτό έκανε τον διαμεσολαβητικό της ρόλο να βγει στο προσκήνιο. Αν και η πρωτοβουλία για διαμεσολάβηση δεν έχει ακόμη επιτύχει ένα απτό αποτέλεσμα, η πρωτοβουλία σημαίνει πολλά για την Τουρκία. Μάλιστα, δεν θα ήταν υπερβολή να χαρακτηρίσουμε αυτή την πρωτοβουλία ως ένα βήμα της «διορθωτικής πορείας» που έχουμε δει να ακολουθεί η εξωτερική πολιτική τις τελευταίες ημέρες.

Ενώ ο κόσμος ετοιμάζεται να απαλλαγεί επιτέλους από την πανδημία που άφησε το στίγμα της τα τελευταία δύο χρόνια, η ανθρωπότητα κλονίστηκε αυτή τη φορά από τον πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. 

Η σύγκρουση, η οποία μετατράπηκε σε πόλεμο με τη ρωσική εισβολή κατά του Κιέβου στις 24 Φεβρουαρίου 2022, έφερε τον νου πίσω στον Ψυχρό Πολέμου πριν από 30 χρόνια. Τώρα μιλάμε ακόμη και για πυρηνικό πόλεμο. Η επίθεση της Ρωσίας στον πυρηνικό σταθμό της Zaporizhzhia στην Ουκρανία καταγράφηκε ως η πρώτη επίθεση σε πυρηνικό εργοστάσιο από κράτος στην ιστορία.

Μπροστά σε αυτό το σενάριο αποκάλυψης, η απροθυμία της Δύσης να παράσχει στρατιωτική υποστήριξη στην Ουκρανία και η επιμονή της Ρωσίας να καταλάβει το Κίεβο έφεραν ξανά στο προσκήνιο τη διαμεσολάβηση, η οποία είναι ένα από τα ειρηνικά μέσα επίλυσης των συγκρούσεων. Στις λίγες εβδομάδες που πέρασαν από την έναρξη του πολέμου, χώρες όπως η Ινδία, η Νότια Αφρική, η Κίνα και το Ισραήλ ήρθαν στο προσκήνιο με το διαμεσολαβητικό ρόλο που προσπάθησαν να αναλάβουν, ενώ η Τουρκία έγινε η χώρα που έστρωσε ένα τραπέζι διαπραγματεύσεων. Η πρωτοβουλία υλοποιήθηκε με τη μεσολάβηση του υπουργού Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου, στις 10 Μαρτίου 2022, στο πλαίσιο του Διπλωματικού Φόρουμ της Αττάλειας, που διοργανώνει κάθε χρόνο η Τουρκία. Εκεί συναντήθηκαν ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ και ο Ουκρανός υπουργός Εξωτερικών Ντμίτρο Κουλέμπα. 

Εκτός από αυτή τη συνάντηση, πραγματοποιήθηκε μία διμερή συνάντηση Τσαβούσογλου και Λαβρόφ στη Μόσχα στις 16 Μαρτίου, ενώ στο πρόσφατο ειρηνευτικό προσχέδιο 15 σημείων που δημοσιεύτηκε, φιγούραρε και το όνομα της Τουρκίας ως εγγυήτριας χώρας, μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΗΠΑ) και της Αγγλίας. Γεγονός που μπορεί να συμπεριληφθεί στο πλαίσιο της ειρηνευτικής πρωτοβουλίας.

Διαμεσολαβητική πρωτοβουλία Τουρκίας

Αν και η πρωτοβουλία διαμεσολάβησης δεν έχει ακόμη επιτύχει ένα απτό αποτέλεσμα λύσης, η πρωτοβουλία σημαίνει πολλά για την Τουρκία. Μάλιστα, δεν θα ήταν υπερβολή να χαρακτηρίσουμε αυτή την πρωτοβουλία ως ένα βήμα της «διορθωτικής πορείας» που έχουμε δει να ακολουθεί η εξωτερική πολιτική τις τελευταίες ημέρες.

Την περίοδο του πρώην υπουργού Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου, η διαμεσολάβηση ήρθε στο προσκήνιο ως ένα σημαντικό εργαλείο της αρχής «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες», που ειπώθηκε πολλές φορές εκείνη την εποχή και στόχευε στη σταθερότητα και τη συνεργασία στην περιοχή, στο πλαίσιο της «νέας εξωτερικής πολιτικής» της Τουρκίας. 

Η Τουρκία έχει παρουσιαστεί ως ο μόνος παράγοντας που μπορεί να καθίσει στο ίδιο τραπέζι τόσο με τους δυτικούς όσο και με μη δυτικούς και έχει διαδραματίσει μεσολαβητικό ρόλο σε πολλές διαπραγματεύσεις στη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια, τον Καύκασο, την Αφρική και την Ασία. Ειδικά με τις πρωτοβουλίες της στις ειρηνευτικές συνομιλίες Συρίας-Ισραήλ και στις διαπραγματεύσεις για τα πυρηνικά μεταξύ του Ιράν και της Δύσης, η Τουρκία είχε αρχίσει να παρουσιάζεται στη διεθνή σκηνή ως ο  «αμερόληπτος» και «έμπιστος» μεσολαβητής. 

Η διαμεσολάβηση είναι ένας από τους σημαντικούς πυλώνες της «ανθρωπιστικής διπλωματίας» που ευαγγελίζεται η Τουρκία. 

Τα χρόνια που ακολούθησαν, άρχισε να παρατηρείται μια αυξανόμενη τάση για ‘στρατικοποίηση’ της εξωτερικής πολιτικής, ειδικά στη συριακή κρίση, την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου και στις κλιμακούμενες εντάσεις σε περιοχές όπως η ανατολική Μεσόγειος, η Αραβική Χερσόνησος και η Ανατολική Αφρική, καθώς άρχισαν να κερδίζουν σημασία για την Τουρκία. Ως αποτέλεσμα των πολιτικών ασφαλείας της Τουρκίας, πρωτοβουλίες της, όπως η μεσολάβηση στη Σομαλία και η διαδικασία στην Αστάνα/Σότσι με τη Ρωσία και το Ιράν για την επίλυση της συριακής κρίσης επικρίθηκαν ως μεροληπτικές. Ο πόλεμος Ουκρανίας-Ρωσίας, που συμπίπτει με μια περίοδο που άρχισε να κάνει πιο ειρηνικά βήματα στην εξωτερική της πολιτική, έκανε τον διαμεσολαβητικό ρόλο της Τουρκίας να έρθει ξανά στο προσκήνιο. Οι πολιτικοοικονομικές κρίσεις που έχει βιώσει η Τουρκία τα τελευταία χρόνια την οδήγησαν σε μια πιο συγκρατημένη πολιτική και μία προσέγγιση με την Αρμενία, το Ισραήλ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Αίγυπτο και την ΕΕ.

Στην κρίση Ουκρανίας-Ρωσίας, η Τουρκία προτίμησε να ακολουθήσει μια πολιτική ισορροπίας. Οι κύριοι λόγοι για αυτό είναι, αφενός, η ένταξη στο ΝΑΤΟ, που καθιστά την Τουρκία εξαρτημένη από τη Δύση, και η διαδικασία ένταξης στην ΕΕ και, αφετέρου, η σχέση «ασύμμετρης αλληλεξάρτησης» με τη Ρωσία. Σε μια τέτοια εξίσωση, όπου η Τουρκία δεν μπορεί να πάρει άμεσα θέση, ο τερματισμός του πολέμου και η εδραίωση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή θα είναι μια λύση σύμφωνη με τα συμφέροντα της Τουρκίας. Διότι, ακόμη και αυτές τις λίγες εβδομάδες, η απότομη άνοδος των τιμών σε προϊόντα, όπως το φυσικό αέριο, το σιτάρι, το καλαμπόκι και το ηλιέλαιο ήταν ένα νέο πλήγμα για την ήδη εύθραυστη τουρκική οικονομία.

Η καταδίκη των ρωσικών επιθέσεων εκ μέρους της Τουρκίας και η υπογράμμιση του σεβασμού της κυριαρχίας της Ουκρανίας από τη μια πλευρά και η απροθυμία της να υποστηρίξει τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Ρωσία από την άλλη, της επέτρεψαν να ασκήσει μια επιτυχή διπλωματία στο πλαίσιο της πολιτικής ισορροπίας, αλλά αυτό επισκίασε την αμεροληψία της ως διαμεσολαβητής. Στην πραγματικότητα, η Τουρκία έχει σημαντικές σχέσεις συμφέροντος με αυτές τις δύο χώρες, αλλά κυρίως με τη Ρωσία. Παράλληλα, η Τουρκία θα αποφύγει να κάνει επίσης ένα βήμα που θα θέσει σε κίνδυνο την ένταξή της στο ΝΑΤΟ. Είναι γεγονός ότι η ένταξη στο ΝΑΤΟ είναι ένας μηχανισμός που προστατεύει την Τουρκία όχι μόνο από τη ρωσική απειλή, αλλά και από μια απειλή από τη Δύση. 

Σύμφωνα με τις αρχές της διαμεσολάβησης, σπάνια ο διαμεσολαβητής έχει συμφέρον να επιλύσει το ζήτημα. Ωστόσο, σε αυτή την περίπτωση, ο διαμεσολαβητής πρέπει να είναι ένα ισχυρό κράτος και να μπορεί να παρέχει κίνητρα και εγγυήσεις ασφάλειας στα μέρη. Η απόπειρα διαμεσολάβησης των ΗΠΑ μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ το 1978, που κατέληξε στη Συμφωνία του Καμπ Ντέιβιντ, είναι μια τέτοια προσπάθεια. Με αυτή τη συμφωνία, οι ΗΠΑ όχι μόνο ενίσχυσαν τον περιφερειακό τους σύμμαχο, το Ισραήλ, αλλά πέτυχαν και να τραβήξουν την Αίγυπτο από τον σοβιετικό άξονα και να την πάρουν στη δική τους πλευρά. Για να προωθήσει τη συμφωνία, έδωσε εγγυήσεις ασφαλείας στο Ισραήλ. Από την άλλη πλευρά, από το 1978 κι έπειτα στέλνει κάθε χρόνο 1,3 δισεκατομμύρια δολάρια βοήθεια στην Αίγυπτο. Ωστόσο, η Τουρκία δεν είναι σε θέση να δώσει τέτοιες διαβεβαιώσεις στα μέρη, ούτε πολιτικές, ούτε και οικονομικές.

Πρέπει τα κράτη ή οι οργανισμοί να είναι διαμεσολαβητές;

Σύμφωνα με τους Jacob Bercovitch και Scott Sigmund Gartner, οι οποίοι θεωρούνται οι θεωρητικοί της διαμεσολάβησης, μελετώντας πάνω από 3500 διεθνείς υποθέσεις διαμεσολάβησης από το 1945, συνήγαγαν ότι η γεωγραφική και πολιτιστική εγγύτητα με τη σύγκρουση ενός κράτους επηρεάζει τη λύση κατά μεγάλο ποσοστό. 

Από αυτή την άποψη, οι διεθνείς οργανισμοί, με τους τεράστιους πόρους, το υψηλό κύρος και τη στρατηγική τους πολυμορφία, μπορούν να είναι πιο αποτελεσματικοί στην επίλυση διεθνών συγκρούσεων υψηλής έντασης. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η σύγκρουση Ρωσίας-Ουκρανίας μετατράπηκε σε μεγάλη σύγκρουση σε σύντομο χρονικό διάστημα και απέκτησε διεθνή διάσταση, μια τέτοια σύγκρουση για να επιλυθεί απαιτεί κάτι περισσότερο από ένα κράτος-διαμεσολαβητή. Εάν γίνει από έναν διεθνή οργανισμό, όπως τα Ηνωμένα Έθνη που μπορεί να ασκήσει ισχύ, πίεση και στρατηγικές, μπορεί να έχει πιο θετικά αποτελέσματα. 

Λαμβάνοντας επίσης υπόψη το πλαίσιο της πολιτικής ισορροπίας που προσπαθεί να εφαρμόσει η Τουρκία, η προσπάθεια διαμεσολάβησης μπορεί να θεωρηθεί ως μια σοφή διπλωματική κίνηση. Αλλά εάν ο πόλεμος συνεχίσει να κλιμακώνεται, η Τουρκία μπορεί να χρειαστεί να λάβει πιο σκληρή στάση έναντι της Ρωσίας. Στην πραγματικότητα, τα κράτη στην Ευρώπη έχουν ήδη διπλασιάσει τους προϋπολογισμούς τους για άμυνα. 

Η Ουκρανία, από την άλλη, χρησιμοποιεί τουρκικής κατασκευής drones (SİHA και IHA), ενώ από την άλλη πλευρά, η Ρωσία προτίμησε την Κίνα αντί της Τουρκίας για αγορά μη επανδρωμένων αεροσκαφών. 

Οι ΗΠΑ, από την άλλη, ζήτησαν από την Τουρκία να δώσει στην Ουκρανία το προηγμένο σύστημα αεράμυνας S-400 που αγόρασε από τη Ρωσία. Με άλλα λόγια, η περιοχή οδεύει προς το να γίνει ένα πιο στρατιωτικοποιημένο μέρος, όπου οι απειλές ενισχύονται. 

Το ότι η Ρωσία φαίνεται πρόθυμη να καθίσει στο τραπέζι φαίνεται να είναι περισσότερο μία σπατάλη χρόνου παρά μια ειλικρινής προσπάθεια επίλυσης της σύγκρουσης. Φαίνεται πολύ δύσκολο για μια διεθνή σύγκρουση τέτοιας κλίμακας να πετύχει με τη μεσολάβηση μιας χώρας που είναι μέρος στη σύγκρουση.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι ακόμη και η Ελβετία έχει εγκαταλείψει την αρχή της ουδετερότητας, που αποτελούσε την κορωνίδα της εξωτερικής της πολιτικής, είναι αμφίβολο για πόσο καιρό τα κράτη μπορούν να παραμείνουν ουδέτερα σε αυτόν τον πόλεμο. 

Σε αυτή την περίπτωση, παραμένει ερωτηματικό αν η επιτυχημένη διπλωματία της Τουρκίας θα οδηγήσει σε επιτυχημένη διαμεσολάβηση.

*Διευθύντρια Προγράμματος Έρευνας και Δράσης στο τμήμα έρευνας του Πανεπιστημίου Σαμπάντζι. Έλαβε το διδακτορικό της από τη Σχολή Πολιτικών, Διεθνών Σχέσεων και Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Keele με τη διατριβή με τίτλο «Ένας αναδυόμενος διαμεσολαβητής: Η διαμεσολάβηση της Τουρκίας στις διαπραγματεύσεις Συρία-Ισραήλ και Σομαλία». Η Ακπινάρ, η οποία έχει πολλές δημοσιεύσεις πάνω στην τουρκική εξωτερική πολιτική, την επίλυση των συγκρούσεων, τη διεθνή διαμεσολάβηση και διπλωματία, την οικοδόμηση της ειρήνης και την εξωτερική βοήθεια, συνεργάζεται επίσης με πολλές τουρκικές και διεθνείς μη κυβερνητικές οργανώσεις για τα δικαιώματα των γυναικών και τη δημοκρατία.