Kreport > articles > Από τις Βερσαλλίες στο Κίεβο

Από τις Βερσαλλίες στο Κίεβο

Του Παύλου Τσίμα

Τρεις ημέρες πριν ξεκινήσει η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οι N.Y. Times δημοσίευαν ένα άρθρο ενός από τους σημαντικότερους αρθρογράφους τους, του Τόμας Φρίντμαν, με τίτλο: «Αυτός είναι ο πόλεμος του Πούτιν. Αλλά η Αμερική και το ΝΑΤΟ δεν είναι αθώοι θεατές».

Ο Φρίντμαν δεν έψαχνε άλλοθι για το Κρεμλίνο και την εγκληματική απόφαση που είχε ήδη πάρει: «Ο Πούτιν»- έγραφε- «είναι ο πιο ισχυρός και ανεξέλεγκτος Ρώσος ηγέτης μετά τον Στάλιν και η επιλογή του πολέμου αυτού είναι προϊον των δικών του προσωπικών φιλοδοξιών, στρατηγικών στόχων και απωθημένων». Μα σημείωνε πως και η Αμερική είχε μια ευθύνη για την εξέλιξη. Γιατί είχε χειριστεί λάθος την Ρωσία, στα πρώτα χρόνια μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Γιατί είχε αποφασίσει- παρ΄όλο που ο αντίπαλός της είχε αυτοδιαλυθεί και ο ψυχρός πόλεμος είχε ένα τέλος αναίμακτο, βελούδινο- την επέκταση του ΝΑΤΟ. Και γιατί εκείνη η απόφαση επέτρεπε τώρα στον Πούτιν, κυνικά, να κρύβει πίσω από ένα εθνικιστικό προσκλητήριο την παταγώδη αποτυχία της αυταρχικής του διακυβέρνησης.

Το άρθρο επανέφερε στην επιφάνεια μια σοβαρή συζήτηση που είχε γίνει- μα που λίγοι είχαν πάρει στα σοβαρά- όταν η Αμερική έπαιρνε την απόφαση να εντάξει στο ΝΑΤΟ δέκα χώρες της ανατολικής Ευρώπης, ώστε η συμμαχία να φθάσει ως τα σύνορα της Ρωσίας. «Μοιραίο λάθος» είχε χαρακτηρίσει την απόφαση εκείνη ένας από τους πνευματικούς πατέρες της μεταπολεμικής αμερικανικής διπλωματίας, ο Τζορτζ Κέναν. «Θα αναζωπυρώσει τις εθνικιστικές, αντί-δυτικές και μιλιταριστικές τάσεις στην Ρωσία, θα επιδράσει αρνητικά στην ανάπτυξη της Ρωσικής δημοκρατίας, θα επαναφέρει τις σχέσεις Ανατολής-Δύσης στην ατμόσφαιρα του ψυχρού πολέμου και θα ωθήσει την Ρωσική εξωτερική πολιτική προς κατευθύνσεις που ασφαλώς δεν θα μας αρέσουν. Θα κάνει, τέλος, πιο δύσκολη, ίσως αδύνατη, την συνεργασία της Ρωσίας για την μείωση των πυρηνικών οπλοστασίων».

Ο Κέναν τα έγραφε αυτά τον Φεβρουάριο του 1997. Και στις απόψεις του μπορεί κανείς να αναγνωρίσει, εκ των υστέρων, έναν απόηχο των θέσεων που είχε υποστηρίξει ο Κέϋνς το 1919, στο περίφημο βιβλίο του «Οικονομικές συνέπειες της ειρήνης». Πως είχαν κάνει λάθος οι νικητές του Α΄παγκοσμίου πολέμου στις Βερσαλίες όταν επέβαλαν εξοντωτικούς και ταπεινωτικούς όρους στην ηττημένη Γερμανία. Πως η επιβολή στην Γερμανία πολεμικών αποζημιώσεων, που ήταν αδύνατο να πληρώσει, θα υπονόμευε την ευημερία στην Ευρώπη και αργά ή γρήγορα θα οδηγούσε την Γερμανία σε ένα νέο πόλεμο εκδίκησης.

Η πρόβλεψη, όπως όλοι ξέρουμε, επιβεβαιώθηκε. Οι όροι των Βερσαλλιών σκότωσαν την δημοκρατία της Βαϊμάρης και έφεραν τον Χίτλερ στην εξουσία. Γιαυτό και το λάθος δεν επανελήφθη το 1945. Μήπως, όμως, το μάθημα ξεχάστηκε; Μήπως, την δεκαετία του 90, οι νικητές του ψυχρού πολέμου φέρθηκαν, τηρουμένων των αναλογιών, όπως οι νικητές του Α΄παγκοσμίου πολέμου; Μήπως η σταση της Δύσης συνέβαλε ώστε η η Ρωσία- αφού πρώτα καταληστεύθηκε και κύλησε σ ένα σύστημα ολιγαρχικού, κλεπτοκρατικού καπιταλισμού- να καταλήξει σε ένα δικτατορικό καθεστώς, που εξασφαλίζει αναπαραγωγή του κλεπτοκρατικού συστήματος, δια της βίας και του τρόμου; Κι όταν αυτά δεν αρκούν, δια της εθνικιστικής συσπείρωσης απέναντι στην «εχθρική περικύκλωση», στο όνομα του «παλαιού μεγαλείου»;

Τα ερωτήματα και η συζήτηση που γεννούν, είχαν μεγάλη αξία στον καιρό τους, την δεκαετία του ‘90. Η υπόμνησή τους είχε αξία στις παραμονές της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, όταν η διπλωματία έκανε τις τελευταίες, μάταιες όπως αποδείχθηκε, προσπάθειες να την αποτρέψει. Έχει, όμως, ακόμη κάποια αξία να την θυμίζουμε τώρα; Τώρα που έχουμε πια βρεθεί από την ευφορία των πρώτων μεταψυχροπολεμικών χρόνων και την μακαριότητα του «τέλους της ιστορίας», στην φρίκη ενός ακόμη πολέμου στα «ματωμένα χώματα» της Ευρώπης;

Ναι- αν χρειαζόμαστε έναν οδηγό για να αποφευχθούν τα ίδια λάθη όταν έρθει η ώρα να σχεδιαστεί η ειρήνη, να σχηματιστεί ένας καινούργιος χάρτης της Ευρώπης και του κόσμου, μετα τον πόλεμο, μετά την τρέλα του Πούτιν.

Όχι- αν χρησιμοποιείται ως πρόσχημα, ως άλλοθι για να «νερώσουμε» την καταδίκη των ρωσικών εγκλημάτων στην Ουκρανία. Όσο κι αν ο Χίτλερ δικαίωνε τον Κέϋνς στην κριτική του για τις Βερσαλίες, ούτε ο ίδιος, ούτε κανείς άλλος σκέφθηκε να επικαλεστεί τα λάθη των νικητών του προηγούμενου πολέμου ως άλλοθι για να αποφύγει να αντιταχθεί στην ναζιστική φρίκη. Τηρουμένων των αναλογιών, όσο δίκιο κι αν έχει ο Φρίντμαν όταν καταγράφει τα λάθη της δεκαετίας του 90, ούτε εκείνος, φυσικά, τα επικαλείται τώρα, ούτε κανείς άλλος δικαιούται να το κάνει, για να δικαιολογήσει ένα «ναι μεν αλλά» απέναντι στα ρωσικά εγκλήματα στην Ουκρανία.

Ευτυχώς, άλλωστε, αυτό το «ναι μεν αλλά», ακούγεται ήδη όλο και πιο αχνό και αδύναμο. Αυτός ο πόλεμος είναι ο πρώτος που οι εικόνες του φθάνουν ως εμάς όχι μόνον από τις φωτογραφικές μηχανές και τις τηλεοπτικές κάμερες των επαγγελματιών της ενημέρωσης, αλλά και από εκατομμύρια κινητά που συνδέονται στο απέραντο σύμπαν των social media και μεταδίδουν την φρίκη του αδιαμεσολάβητη. Ίσως αυτό να συνιστά έναν ακόμη λάθος υπολογισμό του Πούτιν. Ο άνθρωπος που πρώτος χρησιμοποίησε συστηματικά τα social media ως όπλα σε έναν υβριδικό πόλεμο εναντίον των εχθρών του, υποτίμησε ίσως τον κίνδυνο το όπλο να στραφεί εναντίον του, να ματαιώσει κάθε κλασσική μέθοδο προπαγανδιστικής διαχείρισης του πολέμου και να ξεσηκώσει ένα κύμα αλληλεγγύης προς τα θύματά του, που δεν έχει προηγούμενο στην ταχύτητα εξάπλωσής του.

Ακόμη και εδώ, στα μέρη μας. Στην Ελλάδα, που το 2019 ακόμη, σε μια διεθνή μέτρηση (Pew research), ήταν η δεύτερη μετά την Βουλγαρία χώρα της Ευρώπης, που η κοινή γνώμη της είχε θετική εικόνα για την Ρωσία (58%, ποσοστό διπλάσιο σχεδόν από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο), αλλά και για τον Πούτιν τον ίδιο (52%). Ακόμη κι εδώ, λοιπόν, στην τελευταία δημοσκόπηση της Metron, στο ερώτημα “είστε υπέρ ή κατά της Ρωσίας στον πόλεμο της Ουκρανίας;”, ένα 70% απαντά «κατά», με μόλις 13% υπέρ και 9% ουδέτερο.