Kreport > articles > Μια νέα, διαφορετική, ύφεση χτυπά την πόρτα μας

Μια νέα, διαφορετική, ύφεση χτυπά την πόρτα μας

Του Αθανάσιου Ι. Σκορδά (*)

 Ο προϋπολογισμός που ψήφισε η κυβέρνηση για το τρέχον έτος συντάχθηκε – μεταξύ άλλων – με την παραδοχή ότι ο πληθωρισμός θα κινηθεί περί το 1% και η τιμή του πετρελαίου περί των 64 δολαρίων ανά βαρέλι. Βρισκόμενοι στον τρίτο μήνα του έτους, αντιλαμβάνεται και ο πλέον αδαής ότι αυτός ο σχεδιασμός έχει πάει περίπατο. Μία πλευρά της κριτικής είναι η αδυναμία και αποτυχία των αρμοδίων να κάνουν σωστές εκτιμήσεις και να σχεδιάσουν έναν ρεαλιστικό προϋπολογισμό. Όμως το πραγματικά σημαντικό είναι ότι ο περιορισμός της εκτιμώμενης ανάπτυξης, η επιταχυνόμενη ακρίβεια που γεννά πληθωρισμό και η υψηλή ανεργία, ιδίως των νέων, σε συνδυασμό με το ύψος του χρέους, προσδιορίζουν το πλαίσιο και το μέγεθος της παγίδας στην οποία έχουμε πέσει. Μια παγίδα μιας διαφορετικής ύφεσης, αλλά πάντως ύφεσης,  η οποία γίνεται ασφυκτική υπό την πίεση των εξελίξεων στην Ουκρανία και τον τομέα της ενέργειας. Αυτή η ύφεση είναι περίεργη και για άλλον λόγο. Οι υφέσεις είναι συνήθως αποπληθωριστικές. Όχι όμως αυτή που έχουμε μπροστά μας.

 Η κρίση που δοκιμάζει τα όρια και τις αντοχές μας, προσδιορίζει και τη στάση μας απέναντί της. Ορισμένοι, θέλω να πιστεύω οι λιγότεροι, εξαντλούνται στο να αναδείξουν τον κίνδυνο που εγκυμονεί η σημερινή, δύσκολη περίσταση, θεωρώντας τη ως αμιγώς συγκυριακό οικονομικό πρόβλημα. Η κυβέρνηση ανακοινώνει κάποια μέτρα στήριξης των οικονομικά ευάλωτων και ταυτόχρονα εξαγγέλλει την επιδότηση της αντικατάστασης ηλεκτρικών συσκευών στο όνομα της ενεργειακής οικονομίας, αντιμετωπίζοντας την κρίση υπό το πρίσμα της μείωσης των πωλήσεων, των κερδών και των εισοδημάτων, με τον κρυφό πόθο κάποια στιγμή τα πράγματα να επανέλθουν στην προ της κρίσεως κατάσταση, της γενικευμένης ευωχίας και της μεγέθυνσης της οικονομίας με δανεικά. Είναι όμως αυτός ο ενδεδειγμένος τρόπος αντιμετώπισης των προβλημάτων; Τίποτα δεν διδαχθήκαμε από τις κρίσεις της τελευταίας δεκαετίας;

Αντίθετα, όσοι βλέπουμε την κρίση πρωτίστως ως πολιτικό και κοινωνικό φαινόμενο και έπειτα ως οικονομικό, την αντιμετωπίζουμε ως ευκαιρία για μια δομική αναδιάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, που είναι ανάγκη να βασιστεί στην παραγωγή πλούτου, με σκοπό την ανάπτυξη της οικονομίας από την πλευρά της προσφοράς.

Σήμερα, με καταγεγραμμένους ανέργους περί το  1.000.000, είναι ξεκάθαρο ότι ακόμα και στην καλύτερη περίπτωση όπου η οικονομία μας θα γινόταν ξαφνικά τόσο παραγωγική, ώστε να δημιουργεί 100.000 θέσεις εργασίας ετησίως – οριακά τόσες θέσεις δημιούργησε μόνο την χρονιά των ολυμπιακών αγώνων – θα χρειαζόμασταν περίπου μια δεκαετία για να περιορίσουμε το κορυφαίο κοινωνικό πρόβλημα που λέγεται ανεργία σε ανεκτά επίπεδα.

Αυτή η υψηλή ανεργία, σε συνδυασμό με όσα περιέγραψα στην εισαγωγή και την υψηλή φορολογία, μειώνουν καθοριστικά το διαθέσιμο εισόδημα και αλλάζουν με βίαιο τρόπο την συμπεριφορά των πολιτών, όχι μόνο την οικονομική και καταναλωτική αλλά και την κοινωνική και πολιτική.

Συνεπώς, το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι επιστροφή στην προ κρίσεως κατάσταση δεν είναι μόνον ανέφικτη, αλλά κι ανεπιθύμητη. Το δεύτερο είναι ότι περνάμε σε μια νέα εποχή, κι όσοι δεν επιχειρήσουν να την συνδιαμορφώσουν, αλλά απλώς την παρακολουθούν να έρχεται, θα μείνουν αναπόδραστα πίσω, μακριά από τις εξελίξεις και τις νέες ευκαιρίες.

Η αντίληψη της σημερινής εθνικής δοκιμασίας όχι απλώς ως μια οικονομική αναποδιά που δημιούργησαν η επιδημία και ο πόλεμος, αλλά ως ένα βαθύ κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο, θέτει εκ των πραγμάτων ορισμένα ερωτήματα προς όλους μας: Θα μείνουμε προσκολλημένοι σε στρατηγικές και πρακτικές που απέδιδαν την εποχή που είχαμε χαμηλό κόστος χρηματοδότησης και υψηλή κατανάλωση με δανεικά, ή θα διαβάσουμε τη νέα εποχή και θα προσαρμοστούμε παραγωγικά σε αυτήν;

Θα συνεχίσουμε να διογκώνουμε το δημόσιο χρέος ξοδεύοντας άστοχα στην οριζόντια στήριξη κλάδων ή θα πάμε σε μια κατάσταση όπου η επιχειρηματικότητα θα είναι από επιλογή, υγιής και δυναμική και οι κρατικές ενισχύσεις θα στοχεύουν την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και της κοινωνικής συνοχής;

 Θα συνεχίσουμε να τρώμε τις σάρκες μας πνίγοντας με την κάθε λογής φορολογία τους μικρούς, τους μεσαίους αλλά και τους μεγάλους παραγωγούς ή θ’ ανοίξουμε τις προοπτικές των ελληνικών επιχειρήσεων σε νέες αγορές, με εξωστρέφεια κι εμπιστοσύνη για την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων μας;

Η ήδη καταγραφόμενη πτώση της ζήτησης κι η αλλαγή της οικονομικής συμπεριφοράς εκ μέρους των πολιτών, έχουν τη δική τους συμβολή στην επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης. Αναμένουμε περαιτέρω αστάθεια στις τιμές των τροφίμων και της ενέργειας. Σε κάποιο σημείο, αυτή η αστάθεια επηρεάζει την τιμή και άλλων αγαθών και υπηρεσιών. Αυτό είναι σημάδι πιο σοβαρού πληθωρισμού, γι’ αυτό η επαγρύπνηση των αρμοδίων πρέπει να είναι διαρκής.

Στην σημερινή συγκυρία όλοι μπορούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει αν προσθέσουμε το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης, το υψηλό κόστος φορολογίας και ενέργειας, καθώς και την διεθνή άνοδο του κόστους των πρώτων υλών και των μεταφορών. Τα μακροοικονομικά αποτελέσματα όλων αυτών έχουν συνέπειες. Στην αρχή οι άνθρωποι απλώς γκρινιάζουν. Αλλά τελικά, αρχίζουν να αλλάζουν τη συμπεριφορά τους. Αυτό επηρεάζει την εμπιστοσύνη τους και έτσι μειώνουν άλλες δαπάνες. Και επειδή ο πληθωρισμός είναι υψηλότερος από τις αυξήσεις των μισθών τους, νιώθουν ακόμη μεγαλύτερη πίεση. Εάν και οι επενδυτές ομολόγων πιστέψουν ότι ο πληθωρισμός μεταβάλλεται μόνιμα υψηλότερα, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια θα αυξηθούν. Και έχουν κι αυτά συνέπειες. Στην εξυπηρέτηση του χρέους, δημόσιου και ιδιωτικού, στην στέγαση, στις θέσεις εργασίας και την συνολική οικονομική δραστηριότητα. Με μια κουβέντα, η οικονομία μπορεί να προκαλέσει πολύ πόνο ακόμα κι αν δεν βρίσκεται επίσημα σε «ύφεση».

Με αυτά τα αρνητικά δεδομένα, η πολιτική επιδίωξη μείωσης των τιμών, ειδικά σε ό,τι αφορά στα είδη πρώτης ανάγκης για την καθημερινή λειτουργία ενός νοικοκυριού, αποκτά χαρακτηριστικά εθνικού μονόδρομου, γιατί αυτή είναι η μόνη πολιτική που μπορεί να διασφαλίσει την κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη.

Το πολιτικό διακύβευμα της διατήρησης κι ενδυνάμωσης της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης αναδεικνύεται ως το κυρίαρχο της εποχής μας στην Ελλάδα, κι όλοι μας, ο καθένας από το χώρο που υπηρετεί την κοινωνία, οφείλει με πράξεις, όχι μόνο με λόγια, να το επιδιώκει.

Επίσης, στο χώρο της αγοράς πρέπει να αποκατασταθεί με καλή πίστη αλλά και χωρίς χρονοτριβές, ένας ρεαλιστικός διακανονισμός των οφειλών, έτσι ώστε να μην οδηγηθούν κλάδοι της οικονομίας, κυρίως της εγχώριας παραγωγής, σε κατάρρευση λόγω οικονομικής ασφυξίας.

Επειδή και η τρέχουσα χρονιά θα είναι δύσκολη, είναι επιτακτική ανάγκη να εγκύψουμε στο πρόβλημα της ρευστότητας με στόχο την ελαχιστοποίηση των απωλειών. Επίσης, τώρα χρειάζονται περισσότερο από ποτέ, συντονισμένες συνέργειες για την εξωστρέφεια του ελληνικού προϊόντος, ώστε να μην εξαντλούμε τις δυνατότητές μας μόνο στην εγχώρια αγορά.

Η συγκράτηση των spreads και η εξασφάλιση της χρηματοδότησης της χώρας, αποτελούν συγκεκριμένες δράσεις από τις οποίες θα κριθεί η κυβέρνηση αλλά και η συνέχεια της οικονομικής ανάκαμψης της χώρας.

Η επιτυχία της χώρας να υπερβεί την κρίση και να ανοίξει το συντομότερο ένα νέο αναπτυξιακό κύκλο, χωρίς τις παθογένειες του παρελθόντος, εξαρτάται από την ταχύτητα και το εύρος των μεταρρυθμίσεων.

Είναι ανάγκη η κυβέρνηση να εστιάσει στις ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται και η αγορά να επιταχύνει την προσαρμογή της. Εξαρτάται από όλους κι από τον καθένα ξεχωριστά.

Στις μέρες μας, όλους πρέπει να μας ενώνει το πατριωτικό καθήκον να επαναφέρουμε τη χώρα μας στην ομάδα των αληθινά ανεπτυγμένων κρατών, που δημιουργούν και διανέμουν πλούτο, που διασφαλίζουν την κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη.

(*) Ο Αθανάσιος Ι. Σκορδάς είναι πρώην υφυπουργός, στέλεχος επιχειρήσεων και πρόεδρος του Think Tank ΡΕΥΜΑ.