Kreport > articles > Οι έκτακτες συνθήκες απαιτούν έκτακτα και έγκαιρα μέτρα

Οι έκτακτες συνθήκες απαιτούν έκτακτα και έγκαιρα μέτρα

Του Δημήτρη Λιάκου(*)

 Σε συνθήκες κρίσεων επιβάλλεται να αναζητούνται λύσεις που μειώνουν την ένταση των προβλημάτων. Η ανάλυση των δεδομένων και η πρόβλεψη της εξέλιξης μιας κατάστασης ευνοούν στην κατανόηση των προβλημάτων και στην αποτελεσματικότητα των προτεινόμενων λύσεων. Ιδανικά σε τέτοιες συνθήκες επιβάλλεται ο δημόσιος διάλογος, με κατάληξη την σύνθεση απόψεων.

Η κατάσταση που βιώνουμε τα τελευταία δυο χρόνια θα επέβαλε μια παρόμοια προσέγγιση ωστόσο αποτελεί διαπίστωση ότι κάτι τέτοιο δεν βρίσκει ανταπόκριση από την πλευρά των κυβερνητικών αξιωματούχων. Αντίθετα παρατηρείται το φαινόμενο ευτελισμού και απόρριψης των διαφορετικών οπτικών, με την κατηγορία των “επικίνδυνων” ή των “λαϊκίστικων” επαναφέροντας μνήμες αντίστοιχου “πνεύματος” του πρόσφατου παρελθόντος.

Τις τελευταίες ημέρες η κυβερνητική πλευρά κατηγορεί την αντιπολίτευση ότι με τις προτάσεις της θέτει σε κίνδυνο την δημοσιονομική ισορροπία της χώρας. Ταυτόχρονα σε επικοινωνιακό επίπεδο γίνεται η προσπάθεια να δικαιολογηθεί η απόρριψη της πρότασης μείωσης του ΕΦΚ στα καύσιμα, με κυρίαρχα επιχειρήματα τον οριζόντιο, όπως λέγεται, χαρακτήρα και της μεγαλύτερης εύνοιας στους κατόχους (υπερ)πολυτελών αυτοκινήτων. Ας δούμε όμως ποια είναι η πραγματικότητα.

Πρώτον όσον αφορά το δημοσιονομικό σκέλος, οι προτάσεις που έχει καταθέσει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι τεκμηριωμένες και ποσοτικοποιημένες και κινούνται εντός του εύρους των δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας. Συνολικά δεν ξεπερνούν τα 2,5 δισ.€, ή σε όρους ΑΕΠ το 1,4%. Στην υπόθεση εργασίας ότι η παραπάνω δαπάνη θέτει σε κίνδυνο εκτροχιασμού τα δημόσια οικονομικά, τότε είναι προφανές ότι οι ρητορικές κορώνες της κυβέρνησης όπως “δυνατή οικονομία”, “μέρισμα ανάπτυξης”, “αποτελεσματική οικονομική διαχείριση” κ.α., που κυριαρχούσαν στην επικοινωνιακή τακτική της, δεν ανταποκρίνονταν πλήρως στην πραγματικότητα των δεδομένων.

Δεύτερον, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας έχει ανασταλεί και το 2022. Σαφέστατα και ξεκάθαρα αυτό δεν σημαίνει ότι οι απαραίτητες δαπάνες για τη στήριξη της κοινωνίας θα πρέπει να γίνονται άμετρα και αλόγιστα. Ωστόσο είναι δεδομένο ότι η δημοσιονομική προσαρμογή που επιχειρείται φέτος είναι από τις μεγαλύτερες σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το ερώτημα που τίθεται αφορά εάν η συγκεκριμένη προσαρμογή επιβλήθηκε είτε από την Ε.Ε. είτε από τους οίκους αξιολόγησης. Απάντηση σε αυτό μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί.

Τρίτον, η συνολική δημοσιονομική δαπάνη για την αντιμετώπιση της πανδημίας ανήλθε σχεδόν στο 24% του ΑΕΠ τη διετία 2020-21. Αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος των απωλειών του περασμένου έτους να έχει καλυφθεί αλλά όχι στο σύνολο τους. Κρίνοντας από το αποτέλεσμα ουδείς θα μπορούσε να επικαλεστεί απόλυτη ικανοποίηση, αλλά μάλλον προβληματισμό. Ταυτόχρονα το ύψος του δημόσιου χρέους ανήλθε κοντά στα επίπεδα του 200%/ΑΕΠ, γεγονός που ελάχιστα φάνηκε να απασχολεί εγκαίρως τους κυβερνώντες όταν λάμβαναν οριζοντίου χαρακτήρα μέτρα ή όταν προχωρούσαν σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές ελάφρυνσης των υψηλών εισοδημάτων και περιουσιών ή όταν προχωρούσαν σε απευθείας αναθέσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.

Αξίζει να υπογραμμισθεί ότι οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για ενίσχυση των κλάδων υγείας, παιδείας και μεταφορών αφενός ως δημόσια επένδυση θα είχε θετική επίδραση στο ΑΕΠ και αφετέρου θα επέτρεπε την πιο γρήγορη και ασφαλή επανέναρξη της οικονομικής δραστηριότητας σε σύγκριση με τη διάρκεια του περυσινού lock-down. Το γεγονός αυτό θα περιόριζε τις απώλειες του παραγόμενου εθνικού προϊόντος και επομένως θα αύξανε τις δυνατότητες παρέμβασης στις τρέχουσες συνθήκες.

Η πρόταση μείωσης του ΕΦΚ στα καύσιμα σαφώς έχει θετικές επιδράσεις στο σύνολο της κοινωνίας εξ ου και αρκετές χώρες της Ευρώπης προχώρησαν στην εφαρμογή του, ενώ πριν λίγες ημέρες και η Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ δήλωσε ότι το εξετάζει ως ενδεχόμενη λύση. Η μείωση του ΕΦΚ πέραν των προφανών άμεσων έχει και μια σειρά έμμεσων θετικών επιδράσεων. Οι έμμεσες επιπτώσεις μεταξύ άλλων αφορούν το μεταφορικό κόστος, που έχει αυξηθεί σημαντικά το τελευταίο διάστημα και λόγω της μετακύλισης του επί της τελικής τιμής επιβαρύνει το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών.

Παράλληλα επηρεάζει μια κρίσιμη επαγγελματική και κοινωνική τάξη, τους αγρότες, που ειδικά στις σημερινές αντιξοότητες θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Η μείωση στο αγροτικό πετρέλαιο θα συνέβαλε στην συμπίεση του κόστους παραγωγής επομένως και την τιμή του προϊόντος. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα μειωμένη δαπάνη στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, επιπροσθέτως της επίδρασης στο εισόδημα των αγροτών που σύμφωνα με τα στοιχεία οι 9/10 δηλώνουν έως 10 χιλ.€. Με λίγα λόγια, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι και οι έμμεσες επιπτώσεις συμβάλουν στην ενίσχυση του πληθωρισμού, φαινόμενο που πλήττει περισσότερο τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, σύμφωνα με όλες τις σχετικές μελέτες.

Οι έκτακτες συνθήκες απαιτούν έκτακτα και έγκαιρα μέτρα. Στον δημόσιο διάλογο είναι θετικό να καταθέτονται προτάσεις και λύσεις. Βασική προϋπόθεση όμως είναι ο σεβασμός τόσο στην διαφορετική άποψη και στην αλήθεια των δεδομένων όσο και κυρίως στην αγωνία και τα προβλήματα των πολιτών.

(*) Ο Δημήτρης Λιάκος είναι οικονομολόγος, πρώην  υφυπουργός.