Kreport > Uncategorized > Η έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας

Η έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας

Οι τιμές στην παγκόσμια αγορά τροφίμων είχαν ήδη αυξηθεί πριν τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, κυρίως εξαιτίας των επιπτώσεων της πανδημίας (έλλειψη εργατικού δυναμικού, δυσκολίες και αυξημένο κόστος μεταφορών, αυξημένες τιμές ενέργειας και δραστική μείωση στην παραγωγή λιπασμάτων). Ο πόλεμος λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής των αρνητικών παραγόντων επειδή Ρωσία και Ουκρανία έχουν σημαντικά μερίδια στις παγκόσμιες εξαγωγές τροφίμων, κυρίως σιτηρών και σπορέλαιων. Η έκθεση του FAO αναλύει τους βασικούς παράγοντες κινδύνου για μια παγκόσμια επισιτιστική κρίση, που θα πλήξει κυρίως τις φτωχότερες χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Μέσης Ανατολής.

Κίνδυνοι προσφοράς

Στην Ουκρανία, η πρόσφατη κλιμάκωση της σύγκρουσης έχει ήδη οδηγήσει σε κλείσιμο λιμανιών, αναστολή των εργασιών σύνθλιψης ελαιούχων σπόρων και την επιβολή περιορισμών στις εξαγωγές για δημητριακά και φυτικά έλαια που θα μειώσουν την προσφορά στις διεθνείς αγορές τους επόμενους μήνες. Είναι επίσης αβέβαιο εάν οι πολεμικές συγκρούσεις θα επιτρέψουν στην Ουκρανία να κάνει φέτος τη συγκομιδή των καλλιεργειών της. Μεγάλη αβεβαιότητα περιβάλλει και τις προοπτικές ρωσικών εξαγωγών, δεδομένων των διεθνών οικονομικών κυρώσεων που έχουν επιβληθεί στη χώρα.

Κίνδυνοι τιμών

Προσομοιώσεις του FAO, που εκτιμούν τις πιθανές επιπτώσεις μιας ξαφνικής και απότομης μείωσης στις εξαγωγές σιτηρών και ηλιόσπορων από τις δύο εμπόλεμες χώρες, δείχνουν ότι αυτές οι ελλείψεις θα μπορούσαν να αντισταθμιστούν μόνο εν μέρει από εναλλακτικές πηγές κατά την περίοδο 2022/23. Η ικανότητα πολλών από τις χώρες προέλευσης να ενισχύσουν την παραγωγή και τις εξαγωγές τους ενδέχεται να εμποδίζονται από το υψηλό κόστος παραγωγής. Το παγκόσμιο χάσμα προσφοράς-ζήτησης που προκύπτει θα μπορούσε να ωθήσει τις διεθνείς τιμές των τροφίμων και των ζωοτροφών κατά 8 έως 22% πάνω από τα ήδη αυξημένα επίπεδά τους.

Εάν η σύγκρουση κρατήσει τις τιμές του αργού πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα και παρατείνει τη μείωση στις παγκόσμιες εξαγωγές των δύο χωρών μετά τη σεζόν 2022/23, θα επέτεινε το σημαντικό κενό προσφοράς στην παγκόσμια αγορά σιτηρών και ηλιόσπορων, ακόμη και αν οι εναλλακτικές χώρες παραγωγής αυξήσουν την παραγωγή τους ωθούμενες από τις υψηλότερες τιμές. Αυτό θα διατηρούσε τις διεθνείς τιμές υψηλές πολύ πάνω από τα επίπεδα βάσης.

Κίνδυνοι επιμελητείας  

Στην Ουκρανία, υπάρχουν επίσης ανησυχίες ότι η σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει σε ζημιές στις υποδομές χερσαίων μεταφορών και τα λιμάνια, καθώς και στις υποδομές αποθήκευσης και επεξεργασίας. Ανησυχίες υπάρχουν και για αύξηση των ασφαλίστρων, για πλοία που θα ελλιμενιστούν στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, γεγονός που θα  επιβαρύνει το ήδη αυξημένο κόστος των θαλάσσιων μεταφορών, αυξάνοντας περαιτέρω το τελικό κόστος εισαγωγής τροφίμων.

Κίνδυνοι παραγωγής

Οι προοπτικές πρώιμης παραγωγής για τις χειμερινές καλλιέργειες 2022/23 είναι ευνοϊκές τόσο στην Ουκρανία όσο και στη Ρωσική Ομοσπονδία, αλλά στην Ουκρανία ο πόλεμος μπορεί να εμποδίσει τους αγρότες να φροντίσουν τα χωράφια τους, να κάνουν τη συγκομιδή και εμπορία των καλλιεργειών τους, ενώ οι διαταραχές στην λειτουργία βασικών δημόσιων υπηρεσιών θα μπορούσαν επίσης να επηρεάσουν αρνητικά τις γεωργικές δραστηριότητες.

Η προκαταρκτική αξιολόγηση του FAO δείχνει ότι εξαιτίας του πολέμου, το 20 έως 30% των εκτάσεων στην Ουκρανία στις οποίες καλλιεργούνται χειμερινά δημητριακά, καλαμπόκι και ηλιοτρόπια είτε δεν θα φυτευτούν καθόλου είτε δεν θα γίνει η συγκομιδή τους την περίοδο 2022/23, ενώ και οι στρεμματικές αποδόσεις αυτών των καλλιεργειών πιθανόν να επηρεαστούν αρνητικά.

Στην περίπτωση της Ρωσίας, αν και δεν υπάρχει σημαντική διαταραχή στις καλλιέργειες, υπάρχουν αβεβαιότητες σχετικά με τον αντίκτυπο που θα έχουν οι διεθνείς κυρώσεις στις εξαγωγές τροφίμων. Μεσοπρόθεσμα, η απώλεια των εξαγωγικών αγορών θα μπορούσε να πλήξει τα γεωργικά εισοδήματα, επηρεάζοντας αρνητικά τις μελλοντικές αποφάσεις παραγωγής.

Ανθρωπιστικοί κίνδυνοι

Η σύγκρουση εκτός από την ανθρωπιστική κρίση στο εσωτερικό της Ουκρανίας, θα επιδεινώσει και την κατάσταση εκατομμυρίων ανθρώπων που πριν από την  ρωσική επίθεση είχαν ήδη εκτοπιστεί, ή χρειάζονταν στήριξη λόγω της σύγκρουσης που υπήρχε για περισσότερο από 8 χρόνια στο ανατολικό τμήμα της χώρας (Ντονμπάς). Με τον άμεσο περιορισμό της αγροτικής παραγωγής, τον περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητας και την αύξηση των τιμών, ο πόλεμος θα υποβαθμίσει περαιτέρω την αγοραστική δύναμη των τοπικών πληθυσμών, οδηγώντας σε αυξημένη επισιτιστική ανασφάλεια και υποσιτισμό.

Αυξάνονται επίσης οι ανθρωπιστικές ανάγκες σε γειτονικές χώρες, όπου οι εκτοπισμένοι πληθυσμοί αναζητούν καταφύγιο.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, εάν η σύγκρουση καταλήξει σε ξαφνική και παρατεταμένη μείωση των εξαγωγών τροφίμων από την Ουκρανία και τη Ρωσία, θα μπορούσε να ασκήσει πρόσθετη ανοδική πίεση στις διεθνείς τιμές των βασικών προϊόντων διατροφής πλήττοντας κυρίως τις οικονομικά πιο ευάλωτες χώρες. Οι προσομοιώσεις του FAO δείχνουν ότι σύμφωνα με ένα τέτοιο σενάριο, ο παγκόσμιος αριθμός των υποσιτισμένων θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 8 έως 13 εκατομμύρια ανθρώπους το 2022/2023, με τις πιο έντονες αυξήσεις να σημειώνονται στην Ασία-Ειρηνικό, ακολουθούμενη από την υποσαχάρια Αφρική, την Εγγύς Ανατολή και Βόρεια Αφρική.

Ενεργειακοί κίνδυνοι

Η Ρωσική Ομοσπονδία είναι επίσης βασικός παράγοντας στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. Ως κλάδος υψηλής έντασης ενέργειας, ειδικά στις ανεπτυγμένες περιοχές, η γεωργία θα επηρεαστεί αναπόφευκτα από την απότομη και έντονη αύξηση των τιμών της ενέργειας που  προκαλεί ο πόλεμος.

Η γεωργία απορροφά υψηλές ποσότητες ενέργειας, άμεσα μέσω της χρήσης καυσίμων, φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, και έμμεσα χρησιμοποιώντας αγροχημικά όπως λιπάσματα, φυτοφάρμακα και λιπαντικά.

Οι αυξήσεις στις τιμές των λιπασμάτων και άλλων ενεργοβόρων προϊόντων, θα μεταφραστούν πρώτα σε υψηλότερο κόστος παραγωγής και τελικά σε υψηλότερες τιμές των τροφίμων και να αυξήσουν  τα επόμενα χρόνια τις απειλές για την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια.

Κίνδυνοι συναλλαγματικών ισοτιμιών, χρέους και ανάπτυξης

Το ουκρανικό νόμισμα έφτασε σε αρνητικό ρεκόρ έναντι του δολαρίου στις αρχές Μαρτίου. Οι πιθανές επιπτώσεις στην ουκρανική γεωργία είναι η αύξηση της ανταγωνιστικότητά της για εξαγωγές και η μείωση της ικανότητάς της για εισαγωγές. Αν και η έκταση των επιπτώσεων παραμένει ασαφής σε αυτό το στάδιο, οι ζημιές που προκαλεί ο πόλεμος   στο παραγωγικό δυναμικό και τις υποδομές της χώρας αναμένεται να εκτοξεύσει και το κόστος ανοικοδόμησης.

Το ρούβλι, λόγω των οικονομικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν στη Ρωσική Ομοσπονδία οδηγήθηκε σε σημαντική υποτίμηση. Αν και αυτό θα καταστήσει τις ρωσικές εξαγωγές γεωργικών προϊόντων πιο ανταγωνιστικές, μια διαρκής υποτίμηση του ρουβλιού θα επηρεάσει αρνητικά τις προοπτικές αύξησης των επενδύσεων και της παραγωγικότητας στη χώρα.

Η αποδυνάμωση της οικονομικής δραστηριότητας και το υποτιμημένο ρούβλι αναμένεται επίσης να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στις χώρες της Κεντρικής Ασίας μέσω της μείωσης των εμβασμάτων, καθώς για πολλές από αυτές τις χώρες τα εμβάσματα αποτελούν σημαντικό μέρος του ΑΕΠ τους.

Η γεωργία είναι η οικονομική ραχοκοκαλιά πολλών αναπτυσσόμενων χωρών, η πλειονότητα των οποίων βασίζονται στο αμερικανικό δολάριο για τις δανειακές τους ανάγκες. Ως εκ τούτου, μια διαρκής ανατίμηση του δολαρίου έναντι άλλων νομισμάτων μπορεί να έχει σημαντικές αρνητικές οικονομικές συνέπειες για αυτές τις χώρες, και τους τομείς αγροδιατροφής τους.

Συστάσεις πολιτικής

Προκειμένου να αποφευχθούν ή να περιοριστούν οι επιζήμιες επιπτώσεις της σύγκρουσης στους τομείς των τροφίμων και της γεωργίας της Ουκρανίας και της Ρωσικής Ομοσπονδίας, θα πρέπει να καταβληθεί κάθε προσπάθεια για να παραμείνει σε πλήρη λειτουργία το διεθνές εμπόριο τροφίμων και λιπασμάτων. Οι αλυσίδες εφοδιασμού θα πρέπει να διατηρούνται πλήρως λειτουργικές, με προστασία των μόνιμων καλλιεργειών, της κτηνοτροφίας, των υποδομών επεξεργασίας τροφίμων και όλων των υλικοτεχνικών συστημάτων.

Προκειμένου να απορροφήσουν κραδασμούς που προκαλούνται από συγκρούσεις και να παραμείνουν ανθεκτικές, οι χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές τροφίμων, από την Ουκρανία και τη Ρωσική Ομοσπονδία, θα πρέπει να διαφοροποιήσουν τις πηγές των προμηθειών τροφίμων τους βασιζόμενοι σε άλλες χώρες εξαγωγής, στα υπάρχοντα αποθέματα τροφίμων ή ενισχύοντας την ποικιλομορφία της εγχώριας παραγωγικής τους βάσης.

Οι επιπτώσεις της σύγκρουσης στην επισιτιστική ασφάλεια των ευάλωτων πληθυσμιακών ομάδων, απαιτούν έγκαιρη παρακολούθηση και καλά στοχευμένες παρεμβάσεις κοινωνικής προστασίας για τον μετριασμό των δυσκολιών που προκαλεί η σύγκρουση. Για να βοηθηθούν οι εσωτερικά εκτοπισμένοι, οι πρόσφυγες και οι ομάδες που επηρεάζονται άμεσα από τη σύγκρουση, η εμβέλεια του εθνικού συστήματος κοινωνικής προστασίας της Ουκρανίας θα πρέπει να επεκταθεί.

Στις χώρες που φιλοξενούν πρόσφυγες, η πρόσβαση στα υπάρχοντα συστήματα κοινωνικής προστασίας και στις ευκαιρίες απασχόλησης θα πρέπει επίσης να διευκολυνθεί με την άρση των νομικών φραγμών πρόσβασης και, όπου χρειάζεται, με την ενίσχυση της ικανότητας των συστημάτων κοινωνικής προστασίας των χωρών υποδοχής να ανταποκριθούν στον πρόσθετο φόρτο.

Οι χώρες που επηρεάζονται από πιθανές διαταραχές, λόγω πολέμου, πρέπει να σταθμίσουν προσεκτικά τα μέτρα που εφαρμόζουν, υπολογίζοντας τις δυνητικά επιζήμιες επιπτώσεις τους στις διεθνείς αγορές, ακόμη και μακροπρόθεσμα. Ειδικότερα, οι περιορισμοί στις εξαγωγές πρέπει να αποφεύγονται, επειδή επιδεινώνουν την αστάθεια των τιμών, περιορίζουν την ικανότητα της παγκόσμιας αγοράς για απορρόφηση των κραδασμών και έχουν αρνητικές επιπτώσεις μεσοπρόθεσμα.

Η διαφάνεια της αγοράς και ο διάλογος για τις εφαρμοζόμενες πολιτικές θα πρέπει να ενισχυθούν, για να ελαχιστοποιηθούν οι διαταραχές, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι διεθνείς αγορές θα συνεχίσουν να λειτουργούν σωστά και το εμπόριο τροφίμων και γεωργικών προϊόντων να ρέει ομαλά.