Kreport > articles > Από το Σεράγεβο στο Κίεβο

Από το Σεράγεβο στο Κίεβο

Του Γιώργου Καπόπουλου

 Λίγες μέρες πριν την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, την ώρα που κορυφώνονταν οι ύστατες προσπάθειες αποτροπής του πολέμου, πέρασε σχεδόν  απαρατήρητη η 30η επέτειος υπογραφής της Συνθήκης του Μάαστριχτ στις αρχές Φεβρουαρίου του 1992.

Παρά τον πόλεμο στην Γιουγκοσλαβία που είχε ξεσπάσει τον Ιούνιο του 1991 και είχε προκαλέσει την αντιπαράθεση της Γερμανίας με την Βρετανία και την Γαλλία η πορεία προς το Μάαστριχτ δεν βραχυκυκλώθηκε. Το στερεότυπο ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση επιταχύνεται μέσα από τις κρίσεις έμοιαζε να έχει θριαμβεύσει διπλά.

Έτσι η  Ευρωπαϊκή Κοινότητα των 12 που με την υπογραφή του Μάαστριχτ έγινε Ευρωπαϊκή Ένωση, πρόβαλλε ικανή να διαχειρισθεί την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, την ενοποίηση της Γερμανίας και τη διάλυση της ΕΣΣΔ και, ταυτόχρονα, να κάνει τα πρώτα βήματα προς την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης με απώτερο στόχο την ομοσπονδιακή μετεξέλιξη. Η κακοφωνία των 12 στην διαχείριση της πολεμικής κρίσης στην Γιουγκοσλαβία ήταν η εξαίρεση που δεν αναιρούσε τον κανόνα και κυρίως ήταν βέβαιο ότι θα επιτάχυνε μια αποτελεσματική και χειραφετημένη ευρωπαϊκή αμυντική και εξωτερική πολιτική. Με άλλα λόγια ο αισιόδοξος βολονταρισμός της αυτόματης συνεχούς και μη αντιστρέψιμης προόδου σε όλο του το μεγαλείο.

Πρώτη ψυχρολουσία στην ευρωπαϊκή αισιοδοξία ήταν οι συνεχείς πιέσεις της Ε.Ε στις ΗΠΑ να παρέμβουν στην Γιουγκοσλαβία καθώς οι 12  δεν μπορούσαν και δεν ήθελαν να διαμορφώσουν μια ενιαία στάση απέναντι στην πρώτη μετά το 1945 πολεμική σύγκρουση σε ευρωπαϊκό έδαφος. Αν η ΟΝΕ χρειάστηκε επτά χρόνια διαπραγμάτευσης, η πολιτική ενοποίηση κινήθηκε με βάση την ενότητα του ελάχιστου  κοινού παρονομαστή με την  Σύνοδο Κορυφής στο Άμστερνταμ το 1997 και στην Νίκαια το 2000 να αποδίδουν πενιχρά αποτελέσματα.

Η απόρριψη της Συνταγματικής  Συνθήκης στην Γαλλία στο δημοψήφισμα της Άνοιξης του 2005 και στην συνέχεια η υπογραφή της μινιμαλιστικής Συνθήκης της Λισαβόνας, υπήρξαν μια σιωπηρή παραίτηση από τους φιλόδοξους στόχους του Μάαστριχτ.

Όταν ξέσπασε η Παγκόσμια Χρηματοπιστωτική Κρίση όλοι προσδοκούσαν κοινή θωράκιση της Ευρωζώνης ή έστω δέσμευση σαν τις μαγικές λέξεις του Ντράγκι που τον Ιούλιο 2012 εγγυήθηκε ότι θα γίνει «ό,τι χρειασθεί» για την υπεράσπιση του ευρώ. Χρειάσθηκε η πρόκληση της πανδημίας για να υπάρξει ένα πρώτο δειλό βήμα προς την κατεύθυνση αμοιβαιοποίησης του κινδύνου μέσω του κοινού δανεισμού αλλά και μεταφορά πόρων από τον πλεονασματικό Βορρά στον ελλειμματικό Νότο, με τη Γερμανία να ζητά μέχρι και τις παραμονές της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία, επιστροφή στη δημοσιονομική κανονικότητα του Συμφώνου Σταθερότητας την 1.1.2023.

Η δεύτερη μετά την εμβάθυνση της ΟΝΕ χαμένη ευκαιρία ήταν δίχως αμφιβολία η πολιτική αμυντική χειραφέτηση της Ε.Ε. Με την τελευταία σοβαρή προσπάθεια αμυντικής χειραφέτησης της Ευρώπης να έχει καταγραφεί την Άνοιξη του 2003 με την εναντίωση των Σρέντερ –Σιράκ στην εισβολή των  ΗΠΑ στο Ιράκ, την πρόκληση της Κοινής Άμυνας την επαναφέρει συνεχώς στο προσκήνιο ο Μακρόν από την εκλογή του το 2017 και μετά χωρίς αποτέλεσμα καθώς η σιωπή της Γερμανίας δεν επέτρεψε την έναρξη του διαλόγου, και έτσι ο Μακρόν οριοθετήθηκε σε έναν μονόλογο.

Επί τριάντα χρόνια η μια εξέλιξη, πρόκληση και ανατροπή μετά την άλλη, διαψεύδουν την παραδοχή ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ενισχύεται και προχωρά μέσα από κρίσεις και προκλήσεις.

Η ανασύνταξη του ΝΑΤΟ , και η ενίσχυση της Διατλαντικής Σχέσης θα καλύψουν το κενό συνοχής της Δύσης που προέκυψε από την αδυναμία και την απροθυμία της Ε.Ε να διεκδικήσει δίπλα στους τρείς Μεγάλους – ΗΠΑ , Κίνα και Ρωσία, ρόλο ισότιμου κέντρου ισχύος ικανού να προασπίζεται τα ζωτικά του συμφέροντα. Τριάντα χρόνια μετά την απομυθοποίηση της ευρωπαϊκής δυναμικής αποτρεπτικής παρεμβατικής αξιοπιστίας στο Σεράγεβο η ιστορία επαναλαμβάνεται με σκηνικό το Κίεβο όχι ως φάρσα αλλά ως τραγωδία…

Και ο μεγάλος χαμένος της σύγκρουσης Δύσης-Ρωσίας είναι δίχως αμφιβολία η Γερμανία η οποία μετά την έναρξη της Κρίσης στην Ευρωζώνη την Άνοιξη του 2010 τράβηξε το χειρόφρενο  της εμβάθυνσης με αποτέλεσμα τα δειλά ευρωπαϊκά βήματα προς τα εμπρός να γίνουν βήμα σημειωτόν.