Kreport > articles > Ο γαλλικός καθρέφτης

Ο γαλλικός καθρέφτης

Του Παύλου Τσίμα

Μετράμε 24 ημέρες στην φρίκη του πολέμου σήμερα. Μετράμε- πιο σωστά: προσπαθούμε να μαντέψουμε-και τις αλλαγές, τις ανατροπές που ο πόλεμος φέρνει στον κόσμο και στην ζωή μας. Μα έχει ενδιαφέρον, νομίζω, να παρακολουθήσουμε, έστω ως δευτερεύουσα ιστορία, και το καθρέφτισμα του πολέμου στην εσωτερική πολιτική ζωή των ευρωπαϊκών δημοκρατιών. Η Γαλλία είναι ο καλύτερος καθρέφτης. Γιατί έτυχε η έκρηξη του πολέμου να την βρει σε προεκλογική περίοδο.

Την παραμονή της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, το τοπίο εμφανιζόταν κάπως έτσι: Ο Πρόεδρος Μακρόν, η υποψηφιότητα του οποίου δεν είχε επισήμως ανακοινωθεί, ήταν το ακλόνητο φαβορί, αλλά σε μια απρόβλεπτη και δύσκολη μάχη. Απέναντί του είχε τρεις βασικούς αντιπάλους, όλους εκ δεξιών του. Η Λεπέν, που εκπροσωπούσε ένα «ακροδεξιό κατεστημένο», που προσπαθούσε να γίνει λίγο πιο mainstream. Από την μετακίνησή της προσπαθούσε να επωφεληθεί ένας δεύτερος, ομόσταβλος υποψήφιος, ο Ερίκ  Ζεμμούρ, ο ανερχόμενος ριζοσπάστης της ακροδεξιάς, ένα πρόσωπο που είχε γίνει τηλεοπτικός αστέρας σπέρνοντας στο γυαλί ακραίες ρατσιστικές, αντί-ισλμαμικές, ξενοφοβικές και «πατριωτικές» ατάκες. Και, τρίτος αντίπαλος, η Βαλερί Πεκρές, μια πρώην υπουργός που προσπαθούσε να αναστήσει τους «Ρεπουμπλικάνους», το κεντροδεξιό κόμμα του Σαρκοζί, ανταγωνιζόμενη τα δύο αστέρια της ακροδεξιάς στο γήπεδό τους. Από εκεί και πέρα, ένα πλήθος άλλοι υποψήφιοι, ανάμεσά τους και η υποψήφια του κραταιού κάποτε Σοσιαλιστικού κόμματος, περνούσαν δημοσκοπικά απαρατήρητοι.

Κι ύστερα ξέσπασε ο πόλεμος. Ο πόλεμος, μονοπώλησε το ενδιαφέρον και αφαίρεσε όλο το οξυγόνο από την προεκλογική καμπάνια καθώς υποβαθμιζόταν το ενδιαφέρον για την «εσωτερική ατζέντα». Ο Μακρόν επωφελήθηκε από τον ρόλο του αρχιστρατήγου εν καιρώ πολέμου, η δημοτικότητά του και τα δημοσκοπικά του ποσοστά εκτινάχθηκαν. Πολλοί μίλησαν για «σύνδρομο Μαλβίνων», σε ανάμνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ, που  βρέθηκε από την κόλαση στον δημοσκοπικό παράδεισο λόγω του πολέμου στα Φώκλαντς. Η αμφίρροπη μάχη άρχισε να μοιάζει με περίπατο- αλλά μένουν ακόμη τρεις εβδομάδες μέχρι την πρώτη Κυριακή των εκλογών.

Απέναντι στον Μακρόν, η μεν Πεκρές βυθίστηκε, καθώς δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί ούτε τον Μακρόν σε κυβερνητική αξιοπιστία ούτε τους ακροδεξιούς σε ακρότητα. Το δε ακροδεξιό δίδυμο, ιδίως η Λεπέν, βρέθηκαν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση: την αντί-μεταναστευτική τους ρητορική υπονόμευε το κύμα συμπάθειας για τα γυναικόπαιδα που έφευγαν κυνηγημένα από την Ουκρανία και η αντι-ευρωπαϊκή τους ρητορική υπονομευόταν από την αναπάντεχη αντίδραση της Ένωσης. Μα ήταν προπάντων το παρελθόν τους, οι στενές σχέσεις με τον Πούτιν, τις οποίες πρέπει τώρα να κρύβουν, που τους δυσκόλευαν. Η Λεπέν έσβηνε από τα social media γελαστές φωτογραφίες με τον εισβολέα και έκανε μια θεαματική κυβίστηση δίνοντας γραμμή στους ευρωβουλευτές της να ψηφίσουν υπέρ της καταδίκης της ρωσικής εισβολής και εναντίον του ινδάλματός της. Κι αν κάποιος, εκτός του Μακρόν, ωφελήθηκε κάπως, ίσως να είναι ο ριζοσπάστης της αριστεράς Μελανσόν, ο οποίος μπορεί να διατυπώνει μια έκκεντρη, «ουδέτερη»  θέση για τον πόλεμο, χωρίς να φοβάται ότι θα βγούν να τον κυνηγήσουν ρωσικοί σκελετοί από τα ντουλάπια του.

Η εξέλιξη της γαλλικής προεκλογικής μάχης, λοιπόν, προσθέτει ένα ακόμη ενδιαφέρον ερώτημα, δίπλα σε όσα άλλα φέρνει μαζί του ο πόλεμος. Η ρωσική εισβολή έφερε στο προσκήνιο ένα ουκρανικό πατριωτικό αίσθημα, την ύπαρξη του οποίου κανείς δεν υποψιαζόταν. Έγινε αφορμή για μια αναπάντεχα γρήγορη ανασυγκρότηση της «Δύσης», ως ενιαίου στρατηγικού υποκειμένου. Προκάλεσε- κατ’ εφαρμογή του νόμου των ακούσιων συνεπειών- μια ιστορική μετατόπιση της Γερμανίας, και μάλιστα υπό σοσιαλδημοκρατική ηγεμονία, μακριά από την παραδοσιακή «οστ-πολιτίκ» και προς τον επανεξοπλισμό της. Προκαλεί μια μετασεισμική ακολουθία στις διεθνείς ισορροπίες, από την θέση της Κίνας ως την σχέση της Αμερικής με το Ιράν και την Βενεζουέλα, και, πιο κοντά μας, την θέση της Τουρκίας του Ερντογάν στον νέο χάρτη του κόσμου. Ίσως, όμως, πλάι σ όλα αυτά, να είχε μια ακόμη συνέπεια:  Την επιτάχυνση της περιθωριοποίησης μιας λαϊκίστικής, ριζοσπαστικής ακροδεξιάς, η οποία αναδείχθηκε και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού την προηγούμενη δεκαετία και την οποία το σύστημα Πούτιν με όλους τους τρόπους είχε φροντίσει να ενισχύσει και να εκμεταλλευτεί.

Μια εικόνα είναι χαρακτηριστική: Όταν ο Ματέο Σαλβίνι της ιταλικής Λέγκας επισκέφθηκε μια πόλη της Πολωνίας που υποδέχεται πρόσφυγες από την Ουκρανία, ο δήμαρχος τον υποδέχθηκε κρατώντας ένα μπλουζάκι με το πορτρέτο του Πούτιν, για να του θυμίσει ότι ένα όμοιο φορούσε ο Σαλβίνι στην Κόκκινη Πλατεία το 2014, όταν ήταν ακόμη ευρωβουλευτής. Μπορεί, λοιπόν, ο πόλεμος στην Ουκρανία να γίνει για το πολιτικό ρεύμα του ριζοσπαστικού λαϊκισμού ένα σημείο χωρίς επιστροφή; Θα μπορέσουν να επιζήσουν του ηθικού στιγματισμού του προτύπου τους, οι θαυμαστές του α-λα-Πούτιν μοντέλου αυταρχικής, «ισχυρής ηγεσίας»; Και, πιο πεζά, όσοι προσέβλεπαν στο πουγκί και την σοσιαλμιντιακή υποστήριξη του Κρεμλίνου και πρόβαλαν στο ρωσικό μοντέλο, ως αντίπαλο δέος στον «παρακμιακό δυτικό φιλελευθερισμό», μπορούν να επιβιώσουν της ηθικής απαξίωσης, μέσα από τις φριχτές εικόνες του πολέμου, του μοντέλου τους;

Ενδιαφέροντα ερωτήματα. Αλλά δεν ξέρουμε ακόμη την απάντηση. Κανείς δεν μπορεί να μαντέψει το τοπίο μετά τον πόλεμο ή να προβλέψει τις κοινωνικές συνέπειες μιας μεγάλης διάρκειας ενεργειακής και επισιτιστικής κρίσης, στον επίλογο του βρώμικου πολέμου. Αν η «βαθιά Γαλλία» γέννησε ένα κίνημα «κίτρινων γιλέκων» όταν η τιμή του ντίζελ είχε φθάσει 1,50 ευρώ το λίτρο, πώς θα αντιδράσει όταν η τιμή φθάσει τα 3 ευρώ; Κι όσο για εμάς, μια δημοσκόπηση της Euroskopia, μας εμφανίζει ως την ευρωπαϊκή χώρα με τα χαμηλότερα ποσοστά καταδίκης της ρωσικής εισβολής (60%, έναντι 88% στην Ολλανδία ή 86% στην Ισπανία). Καλού κακού, ας κρατήσουμε στην μνήμη μας την δημοσκόπηση, στον αβέβαιο κόσμο που μας ξημερώνει.