Kreport > articles > Ο Κινέζος Ιανός

Ο Κινέζος Ιανός

Του Πλάμεν Τόντσεφ (*)

Η κινεζική κυβέρνηση διαψεύδει κατηγορηματικά το πρόσφατο δημοσίευμα των Financial Times, το οποίο επικαλείται πληροφορίες των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, για το αίτημα που φέρεται να υπέβαλε η Ρωσία στο Πεκίνο για την παροχή στρατιωτικής βοήθειας. Δεν αποκλείεται η διαρροή αυτή να είναι μέρος της διαπραγματευτικής τακτικής των ΗΠΑ, οι οποίες τονίζουν με κάθε ευκαιρία την επαμφοτερίζουσα στάση της Κίνας και την πιέζουν να αποστασιοποιηθεί από τον Πούτιν.

Θεωρείται δεδομένο ότι το μενού της συνάντησης Jake Sullivan – Yang Jiechi στην Ρώμη περιείχε και αυτό το θέμα, μεταξύ πολλών άλλων. Η Κίνα δεν μπορεί να αγνοήσει τις προειδοποιήσεις που λαμβάνει από τις ΗΠΑ να μην παράσχει βοήθεια στην Ρωσία – όχι μόνο γιατί αναλογίζεται τις επιπτώσεις περαιτέρω όξυνσης της αντιπαράθεσης με την Ουάσιγκτον, αλλά γιατί ήδη καταβάλλει σημαντικό τίμημα για την αμφισημία της.

Το Κόστος του Πολέμου για την Κίνα

Το Πεκίνο μπορεί να βλέπει την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ως μια προσωρινή ανακούφιση, στον βαθμό που η προσοχή της Δύσης είναι στραμμένη στην Ευρώπη κι όχι στον Ινδο-Ειρηνικό. Ωστόσο, η κινεζική ηγεσία δεν είναι ευχαριστημένη με την τροπή που έχει πάρει ο πόλεμος στην Ουκρανία. Ενώ όλα δείχνουν πως το Πεκίνο ήταν ενήμερο για την επικείμενη «ειδική επιχείρηση» της Ρωσίας, οι Κινέζοι ιθύνοντες σίγουρα αιφνιδιάστηκαν με την ένταση και την διάρκεια των εχθροπραξιών. Οι εικόνες της καταστροφής στην Ουκρανία αυξάνουν το πολιτικό και διπλωματικό κόστος για την Κίνα, η οποία έχει κάνει την «εδαφική ακεραιότητα» και την «μη ανάμειξη σε υποθέσεις άλλων χωρών» ακρογωνιαίους λίθους της εξωτερικής πολιτικής της, έστω και σε επίπεδο ρητορείας.

Επιπροσθέτως, η κινεζική ηγεσία σημειώνει την αποφασιστική απάντηση της Δύσης και την εντυπωσιακή σύσφιξη των διατλαντικών σχέσεων μετά από πολυετείς διαφωνίες και αψιμαχίες στο «κλινικά νεκρό ΝΑΤΟ», κατά την γνωστή έκφραση του Μακρόν. Στο Πεκίνο δεν μπορούν παρά να λάβουν υπόψη τους την ταχύτητα και την ομοψυχία με την οποία αντέδρασε η συνήθως κατακερματισμένη ΕΕ, όπως και την πρωτοβουλία για την επίσκεψη τριών Ευρωπαίων πρωθυπουργών στο Κίεβο εν μέσω βομβαρδισμών από τα στρατεύματα του Πούτιν.

Η κινεζική ηγεσία επιδιώκει να διατηρήσει ομαλές σχέσεις με την ΕΕ που είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της. Το 2021, ο όγκος των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ της Κίνας και της ΕΕ ανήλθε στα 740 δισ. ευρώ, ποσό εξαπλάσιο της αξίας του σινο-ρωσικού εμπορίου (123 δισ. ευρώ). Από πλευράς γεωπολιτικής δε η Κίνα προτιμά να έχει τους Ευρωπαίους στο πλευρό της παρά στο στρατόπεδο των ΗΠΑ, που αποτελούν τον υπ’ αριθμόν ένα αντίπαλο του Πεκίνου.

Ούτε μπορεί η Κίνα να παραβλέψει το άνευ προηγουμένου πακέτο των δυτικών κυρώσεων και τις παραλυτικές επιπτώσεις τους στην ρωσική οικονομία. Οι Κινέζοι ιθύνοντες παρακολουθούν πολύ προσεκτικά την αντίδραση της Δύσης στην ουκρανική κρίση και την ενσωματώνουν στα σενάρια για την περίπτωση που το Πεκίνο αποφασίσει να προβεί σε απόβαση στην Ταϊβάν. Κι αυτό διότι η οικονομία, άλλοτε το βαρύ πυροβολικό της Κίνας, διανύει περίοδο εύθραυστης και αβέβαιης ανάκαμψης.

Το 8,1% ανάπτυξης που κατέγραψε η Κίνα το 2021 ήταν αποτέλεσμα του rebound όλων των χωρών πέρυσι και σε καμία περίπτωση δεν είναι αντιπροσωπευτικό της πραγματικής δυναμικής της κινεζικής οικονομίας. Φέτος έχει τεθεί ο στόχος του 5% έως 5,5% που, πρώτον, κρίνεται αμφίβολος και, δεύτερον, θα είναι ο χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης της Κίνας τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες – αν εξαιρέσει κανείς το 2,3% του 2020, όταν ξέσπασε η πανδημία και όλη η υφήλιος βυθίστηκε σε ύφεση.

Οι υψηλές διεθνείς τιμές των ενεργειακών πόρων και των τροφίμων ως συνέπεια του πολέμου στην Ουκρανία επίσης προκαλούν μεγάλη ανησυχία στην κινεζική κυβέρνηση. Η μεν κινεζική οικονομία παραμένει εξαιρετικά ενεργοβόρα και εξαρτημένη από εισαγωγές, η δε επισιτιστική ασφάλεια αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα στην χώρα που εξακολουθεί να έχει θύλακες φτώχειας, παρά τις θριαμβευτικές ανακοινώσεις των αρχών για την οικοδόμηση μιας «μετρίως ευημερούσας κοινωνίας».

Σοβαρό πονοκέφαλο προκαλεί και η νέα έξαρση του covid-19 στην Κίνα. Αντιμέτωπη με εκτεταμένα lockdowns που επίσης επιβραδύνουν την ανάκαμψη, η κινεζική ηγεσία φοβάται πιθανές αναταράξεις σε μια χρονιά, κατά την οποία προκρίνεται πρωτίστως η οικονομική και πολιτική σταθερότητα. Τον ερχόμενο Νοέμβριο ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ θα διεκδικήσει την τρίτη συνεχόμενη θητεία του και το τελευταίο που θα επιθυμούσε αυτήν την στιγμή είναι οικονομική καθίζηση της Κίνας. Για όλους αυτούς τους λόγους το Πεκίνο αναγκάζεται να κρατήσει χαμηλούς τόνους στο θέμα της Ουκρανίας και να επιδίδεται σε οφθαλμοφανείς ακροβασίες.

Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας -εσωτερικού;

Σημειώνεται, όμως, ότι ενώ στο εξωτερικό το Πεκίνο πασχίζει να προβάλλει την εικόνα μιας μετριοπαθούς και φιλειρηνικής δύναμης, στο εσωτερικό της χώρας το κυβερνών Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) προωθεί μία ιδιαίτερα σκληρή και κατ’ ουσίαν φιλορωσική γραμμή. Η πληροφόρηση στα αυστηρά ελεγχόμενα κινεζικά ΜΜΕ βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε ρωσικές πηγές. Π.χ. λίγες ώρες μετά την εισβολή στις 24 Φεβρουαρίου, το ταμπλόιντ Global Times αναδημοσίευσε «ρεπορτάζ» του τηλεοπτικού καναλιού Russia Today για χιλιάδες Ουκρανούς στρατιώτες που φέρονται να καταθέτουν τα όπλα τους και να παραδίδονται στους Ρώσους «απελευθερωτές». Δύο μέρες αργότερα το κεντρικό τηλεοπτικό κανάλι της Κίνας CCTV αναμετέδωσε την ρωσική «είδηση» ότι ο Ζελένσκι έχει εγκαταλείψει την Ουκρανία και βρίσκεται στο εξωτερικό. Αμέσως μετά το CCTV δημιούργησε στο Weibo (το αντίστοιχο κινεζικό Twitter) hashtag, το οποίο διαβάστηκε από 510 εκατομμύρια χρήστες και αναπαρήχθη από 163 ιστότοπους στην χώρα. 

Ομοίως, ανακυκλώνονται όλες οι θεωρίες συνωμοσίας που προωθεί το Κρεμλίνο. Π.χ. μεγάλη έκταση έχει δοθεί στην ρωσική εκδοχή για σκηνοθεσία στην περίπτωση της εγκύου γυναίκας στην Μαριούπολη ή στην είδηση για την ανακάλυψη ουκρανικών εργαστηρίων που φέρονται να κατασκευάζουν χημικά και βιολογικά όπλα κατά παραγγελία των ΗΠΑ. Το τελευταίο θέμα διαβάστηκε από 260 εκατομμύρια πολίτες στην ιστοσελίδα της Λαϊκής Ημερησίας που είναι η μεγαλύτερη εφημερίδα στην Κίνα. Τα δε σχόλια των αναγνωστών είναι βιτριολικά για την Ουκρανία ως «αμερικανική αποικία», κατακεραυνώνουν τις ΗΠΑ για «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας», επανέρχονται στην ευρέως διαδεδομένη στην Κίνα πεποίθηση ότι ο κορωνοϊός κατασκευάστηκε από τους Αμερικανούς, κ.λπ.

Τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά, δεδομένου του ότι πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια Κινέζοι πολίτες έχουν γαλουχηθεί με την σκέψη πως οι ΗΠΑ είναι το απόλυτο κακό και ο ορκισμένος εχθρός που επιβουλεύεται την χώρα τους. Ούτε μπορεί το ΚΚΚ εύκολα να κάνει στροφή στο αφήγημα για μια νέα τάξη πραγμάτων που προέβαλε με τόσες τυμπανοκρουσίες μετά την υπογραφή της κοινής σινο-ρωσικής δήλωσης της 4ης Φεβρουαρίου, κατά την επίσκεψη του Πούτιν στο Πεκίνο. Ενώ στο εξωτερικό η Κίνα νοιάζεται πάρα πολύ για την διεθνή εικόνα της ως ήπιας δύναμης, στο εσωτερικό οι αρχές έχουν την πολυτέλεια να ακολουθούν τελείως διαφορετική γραμμή.

Πού θα γείρει η πλάστιγγα;

Το 1971, η ιστορική επίσκεψη του Ρίτσαρντ Νίξον στην Κίνα άνοιξε τον δρόμο για την εξομάλυνση των σινο-αμερικανικών σχέσεων, μια εξέλιξη που απέβλεπε στην διάσπαση του κομμουνιστικού διδύμου Μόσχας-Πεκίνου. Ωστόσο, οι πιθανότητες να επαναληφθεί αυτό μισό αιώνα αργότερα είναι περιορισμένες για τους εξής λόγους:

– Της συμφιλίωσης Ουάσιγκτον-Πεκίνου το 1971 προηγήθηκε ο πόλεμος μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της Κίνας το 1969, κάτι που δεν συμβαίνει τώρα μεταξύ των δύο μερών του σινο-ρωσικού διδύμου.

– Αντίθετα με το 1971, στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα το Πεκίνο δεν ζητά αναγνώριση από την διεθνή κοινότητα και έχει καταστεί ένας από τους οικονομικούς και πολιτικούς πόλους του πλανήτη, έστω και αν υπολείπεται ακόμη των ΗΠΑ σε στρατιωτική ισχύ. 

-Η Κίνα έχει κάνει την στρατηγική συνεργασία με την Ρωσία βασικό πυλώνα της εξωτερικής πολιτικής της, στον βαθμό που και οι δύο χώρες βλέπουν τις ΗΠΑ ως κοινό αντίπαλό τους.

– Χωρίς να είναι ήσσονος σημασίας, ο Σι Τζινπίνγκ και ο Πούτιν μοιράζονται παρόμοιες αντιλήψεις για το σύστημα διακυβέρνησης του μέλλοντος – ένα σύστημα προσωποπαγές και στραμμένο στην σταθερότητα (stabilitocracy) παρά στο δημοκρατικό πολίτευμα (democracy), το οποίο θεωρούν ξεπερασμένο και ακατάλληλο για τις χώρες τους.

Συνεπώς, παρά το βραχυπρόθεσμο κόστος που καλείται να επωμιστεί, το Πεκίνο δεν παύει να ποντάρει στην Ρωσία μεσομακροπρόθεσμα. Δεδομένης της στρατηγικής σημασίας του σινο-ρωσικού διδύμου, το πιθανότερο είναι η Κίνα να μην εγκαταλείψει τον εταίρο του και να συνεχίσει να διευκολύνει την Ρωσία – έστω και διακριτικά, ει δυνατόν και μυστικά.

(*) O Πλάμεν Τόντσεφ είναι Επικεφαλής του Τμήματος Ασιατικών Σπουδών, Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)