Kreport > articles > Γαλλία: Πυρηνική απειλή και εκλογική συμπεριφορά

Γαλλία: Πυρηνική απειλή και εκλογική συμπεριφορά

Του Γιώργου Σεφερτζή

 Κάποιοι ευρωπαίοι αξιωματούχοι, όπως για παράδειγμα ο Πάουελ Ζέρκα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων, φοβήθηκαν ότι «η συζήτηση για την ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ [που προκάλεσε το δράμα της Ουκρανίας]  θα μπορούσε εύκολα να υπερθερμανθεί, παρέχοντας στους ευρωσκεπτικιστές μια τέλεια ευκαιρία να σκορπίσουν τον φόβο στους ψηφοφόρους».

Εκ πρώτης όψεως τα ανακλαστικά της γαλλικής κοινής γνώμης δεν επιβεβαιώνουν αυτούς τους φόβους. Βέβαια, όσο περνούσαν οι μέρες η ανησυχία της γενικευόταν βυθίζοντάς τη σε μια διαρκώς αυξανόμενη ανασφάλεια.

Κατά μια έννοια ο πόλεμος δεν είχε μόνο επιστρέψει στην γειτονιά της Γηραιάς Ηπείρου. Είχε μπει και στα γαλλικά σπίτια αλλάζοντας όχι μόνον εκλογική ατζέντα, αλλά και την κοινωνική ψυχολογία και μαζί με αυτήν τις τάσεις του εκλογικού σώματος.

Ένα κλίμα εθνικής ενότητας δημιουργήθηκε συσπειρώνοντας γύρω από την υποψηφιότητα του απερχόμενου Προέδρου μια κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων αποτελούμενη από αυτούς που έβλεπαν αφενός τις θέσεις που σταθερά υποστήριζε ο Εμμανουέλ Μακρόν για την άμυνα και το μέλλον  της Ευρώπης να δικαιώνονται, αφετέρου τους αντιπάλους του να αποδυναμώνονται χάνοντας το έδαφος, που πλην της κεντροδεξιάς είχαν κερδίσει, προ της ουκρανικής κρίσης.

Και η κρίση των πυραύλων στην Κούβα το 1962 είχε συνταράξει την Υφήλιο απλώνοντας πάνω της το φάσμα του πυρηνικού ολέθρου. Αλλά τότε η απόσταση από τη Γηραιά Ήπειρο ήταν πολύ μεγαλύτερη, οι ευρωπαϊκοί λαοί ήταν πιο εξοικειωμένοι με την ιδέα ενός νέου πολέμου και η εμφάνιση των σοβιετικών τανκς στους δρόμους της Βουδαπέστης το 1956 τους είχε πρόσφατα θυμίσει ότι ίσχυε η συμφωνία της Γιάλτας και άρα ότι το “σιδηρούν παραπέτασμα” ήταν εκεί για να εμποδίσει την γενίκευση της έντασης και την εμπλοκή της Δυτικής Ευρώπης στις υποθέσεις της Ανατολικής.

Τους Γάλλους άλλωστε τότε βασάνιζαν τα ανοιχτά τραύματα που είχαν αφήσει στην πατρίδα τους  οι δικοί της πόλεμοι στην Ινδοκίνα (1956) πρώτα και στην Αλγερία (1962) έπειτα. Έδιναν, λοιπόν,  προτεραιότητα στην επούλωσή τους απωθώντας κάθε ανάμιξη που  θα διακινδύνευε να ξαναβάλει στα σπίτια τους, που είχαν χάσει χιλιάδες ψυχές, με αφορμή μια νέα κρίση διεθνών διαστάσεων.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, άλλωστε, ο στρατηγός Ντε Γκωλ είχε ταχθεί υπέρ μιας Ευρώπης από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια και είχε εισηγηθεί το νέο αμυντικό δόγμα της πατρίδας του που την καθιστούσε ανεξάρτητη πυρηνική δύναμη εκτός των δυο ευθέως ανταγωνιστικών στρατιωτικών συνασπισμών της ψυχροπολεμικής εποχής.

Τώρα, όμως, το δόγμα αυτό έχει αλλάξει και η Γαλλία, ακόμα και αν ήθελε, δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχη σε μια κρίση που μεταφέρει τον γεωοικονομικοπολιτικοστρατηγικό ανταγωνισμό στην δίκη της άμεση γειτονιά.

Όταν το 1960 ο στρατηγός Ντε Γκωλ θεμελίωνε το γαλλικό πυρηνικό δόγμα, η αρχή του ήταν “ο αδύναμος αντιμετωπίζει τον ισχυρό”. Επί Φρανσουά Μιτεράν η αρχή αυτή άρχισε να αναθεωρείται και επί Σιράκ αντικαταστάθηκε από την αρχή “ο ισχυρός αντιμετωπίζει τον τρελό”.

Υποψήφιοι τρελοί ήταν τότε οι απείθαρχοι περιφερειακοί παίκτες που απειλούσαν τους γείτονές τους με χρήση χημικών και βιολογικών όπλων.

Τώρα που στο ρόλο του τρελού εμφανίστηκε ο Πρόεδρος Πούτιν, κάτοχος του μεγαλύτερου πυρηνικού οπλοστασίου στον κόσμο, στο πίσω μέρος του μυαλού όχι μόνο των γάλλων επιτελών αλλά και των απλών πολιτών υπήρχε η άποψη ότι η αποτρεπτική πυρηνική δύναμη της χώρας μπορεί να χρησιμοποιηθεί όχι μόνο στο πλαίσιο αντιποίνων, αλλά και ως προληπτικό αντίμετρο εναντίον μιας πραγματικής πυρηνικής απειλής κατά τα πρότυπα του αμερικανικού Πενταγώνου.

Εξάλλου από τον Φεβρουάριο του 2020, μία εβδομάδα μετά την επίσημη έξοδο της επίσης πυρηνικής Μεγάλης Βρετανίας από την Ε.Ε., ο πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν είχε για μια ακόμα φορά επικαιροποιήσει σιωπηρά το πυρηνικό δόγμα της Γαλλίας και γι’αυτό  καλούσε τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να συνταχθούν με την Γαλλία , τη μόνη πυρηνική δύναμη που είχε απομείνει στην  Ε.Ε. ούσα ταυτόχρονα και η μόνη από την Ένωση που παρέμενε μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Ήξερε ότι η κοινή ευρωπαϊκή άμυνα θα μπορούσε να βασιστεί  στο γαλλικό πυρηνικό οπλοστάσιο. 

Ο Γάλλος πρόεδρος είχε μάλιστα προειδοποιήσει  τους εταίρους του λέγοντας προφητικά ότι  «οι ευρωπαϊκές χώρες δεν θα μπορούσαν να παραμείνουν θεατές σε μια απειλή για τη συλλογική ασφάλεια της ευρωπαϊκής ηπείρου». Εξού και είχε προτείνει να ανοίξει ένας «στρατηγικός διάλογος» με τα πρόθυμα ευρωπαϊκά κράτη για να «ενισχυθούν οι ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες, η πολιτική αποφασιστικότητα και η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία απέναντι στις αυξανόμενες παγκόσμιες απειλές». Η Ευρώπη, είχε διαβλέψει, δεν θα μπορούσε εφεξής να βασίζεται αποκλειστικά στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη διατλαντική συμμαχία.

Τώρα που οι εξελίξεις επιβεβαίωσαν τις ανησυχίες του, η γαλλική κοινή γνώμη άρχισε να παίρνει πιο σοβαρά την εκτίμηση του Προέδρου Μακρόν ότι “τα χειρότερα έπονται”. Οι φόβοι της, άλλωστε, δεν είχαν πάψει να εντείνονται  από την ώρα που ο ρώσος Πρόεδρος είχε θέσει σε κατάσταση συναγερμού το πυρηνικό οπλοστάσιο της δικής του  χώρας. Πολλώ δε μάλλον που ο γάλλος υπουργός εξωτερικών Λε Ντριάν είχε απαντήσει υπενθυμίζοντας ότι και η Ατλαντική Συμμαχία διαθέτει ένα αντίστοιχο οπλοστάσιο. Κανείς εξάλλου δεν είχε ξεχάσει τις δημόσιες συζητήσεις που είχε πρόσφατα  προκαλέσει η αναφορά του αρχηγού των Γαλλικών Ενόπλων Δυνάμεων στην ανάγκη να υπάρξει προετοιμασία για συγκρούσεις “υψηλής εντάσεως” και ενδεχομένως μακράς διάρκειας.

Επρόκειτο για έναν σαφή υπαινιγμό περί της ανάγκης να συμπληρωθεί ο γαλλικός αμυντικός σχεδιασμός περιλαμβάνοντας σενάρια εκτεταμένου συμβατικού πολέμου επί του πεδίου και άρα σχέδια επαναφοράς της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας και εκπαίδευσης του πληθυσμού των ενηλίκων.

Η ορφανή κεντροδεξιά και η ανθεκτική Ακροδεξιά

 Η εντονότατη ανησυχία που κατέλαβε το γαλλικό εκλογικό σώμα ήταν τουλάχιστον εύλογη και σίγουρα δεν θα μπορούσε καταρχήν να λειτουργήσει ως συντελεστής αύξησης της εκλογικής επιρροής των πρώην και νυν ευρωσκεπτικιστών. Πολλώ δε μάλλον που στα χέρια του κατεξοχήν ευρωπαϊστή Προέδρου Μακρόν βρισκόταν το τιμόνι που στην κρίση του 1962 κρατούσε ο στρατηγός Ντε Γκωλ.

Ο Μακρόν ήταν τώρα ταυτόχρονα ο ηγούμενος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας και ο Αρχηγός του Στρατού με τη μεγαλύτερη  αποτρεπτική ισχύ στην ηπειρωτική Ευρώπη. Αυτός που ταυτόχρονα ενσάρκωνε μια εθνική ενότητα που μετά την Ουκρανική κρίση είχε ξαναγίνει εσωτερικό πολιτικό πρόταγμα.

Προς στήριξή του τώρα έσπευδαν η μια μετά την άλλη ιστορικές προσωπικότητες της δεξιάς και της αριστεράς. Τα 2/3 των πολιτών που στις εκλογές του 2017 είχαν ψηφίσει τον φιλελεύθερο υποψήφιο των Ρεπουμπλικανών Φρανσουά Φιγιόν, δήλωναν τώρα ότι θα ψηφίσουν Μακρόν. Ανάλογα ήταν και τα ποσοστά των ψηφοφόρων που το 2017 είχαν ταχθεί υπέρ του υποψηφίου των σοσιαλιστών Μπενουά Αμόν και τώρα έστεργαν να στηρίξουν δημοσίως αυτόν που είχαν κατηγορήσει για προδοσία του Φρανσουά Ολάντ 

Από αυτή την άποψη η γαλλική κεντροδεξιά είχε μείνει ορφανή. Για την ακρίβεια ούτε η γαλλική δεξιά διέθετε πια έναν στρατηγό Ντε Γκωλ ή, έστω έναν Σιράκ ή έναν Σαρκοζί. Ούτε η γαλλική αριστερά έναν Μιτεράν ή, έστω, έναν Ροκάρ, έναν Μωρουά ή έναν Φαμπιύς.

Παρόλα αυτά οι δυο ακροδεξιοί υποψήφιοι όχι μόνον άντεξαν παραδόξως την πίεση που υπέστησαν εξ αιτίας των  έστω αναθεωρημένων φιλορωσικών τοποθετήσεών τους, αλλά και με οριακές αυξομειώσεις συντήρησαν αμφότεροι τις δυνάμεις τους αντιπροσωπεύοντας περισσότερο από το ένα τρίτο του εκλογικού σώματος. Τι άλλο να σημαίνει άραγε αυτό πέραν του τέλους της παραδοσιακής κεντροδεξιάς,  όσο πρόωρη και αν είναι η αναγγελία του. Με αυτήν την έννοια οι φόβοι του Πάουελ Ζέρκα δεν ήταν αβάσιμοι. Ίσως μάλιστα στο τέλος να αποδειχθούν προφητικοί.