Kreport > articles > Η ευρωπαϊκή άμυνα και το γερμανικό αίνιγμα

Η ευρωπαϊκή άμυνα και το γερμανικό αίνιγμα

Tου Δημήτρη Τσιόδρα (*)

Ο Φεβρουάριος 2022 αποτελεί, πλέον, ιστορικό σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία κατέστησε σαφές, ότι το πλαίσιο που δημιουργήθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και οι κυρίαρχες παραδοχές μετά το τέλος του «Ψυχρού Πολέμου» δεν υφίστανται πλέον. Οι ευρωπαϊκές χώρες δεν μπορούν να παραμένουν «καταναλωτές ασφάλειας», υπό την ομπρέλα των ΗΠΑ, πρέπει  να φροντίσουν οι ίδιες την άμυνά τους, πάντα σε συνεργασία με την Ουάσιγκτον.

Η κοινή ευρωπαϊκή άμυνα είναι μια εξαιρετικά περίπλοκη υπόθεση και η σχετική συζήτηση δεν είναι νέα. Ξεκίνησε αμέσως μετά τη δημιουργία της  Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, παράλληλα με την συγκρότηση του ΝΑΤΟ. Μετά τον πόλεμο στην Κορέα και υπό τον φόβο μιας ενδεχόμενης σοβιετικής επίθεσης στην Ευρώπη, άρχισε να συζητείται η ανάγκη ενός ευρωπαϊκού αμυντικού συστήματος. Ο Ζαν Μονέ, πρότεινε τη δημιουργία ευρωπαϊκού στρατού και ο τότε Γάλλος υπουργός Άμυνας Ρενέ Πλεβέν, ανέλαβε να επεξεργαστεί το σχέδιο. Μεγάλο αγκάθι, ο ρόλος της Γερμανίας, αφού ουδείς επιθυμούσε τον επανεξοπλισμό της, λίγα χρόνια μετά την «παρέλαση» των γερμανικών μεραρχιών στα κέντρα των ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Το σχέδιο για Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα, κατατέθηκε αλλά απορρίφθηκε το 1954 από το Γαλλικό Κοινοβούλιο.  H συζήτηση ατόνησε.

Μετά το τέλος το τέλος του Ψυχρού Πολέμου την εξάλειψη της σοβιετικής απειλής και την ένταξη μεγάλου μέρους των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, κυρίαρχη άποψη ήταν ότι η ευρωπαϊκή ήπειρος έχει αφήσει πίσω το αιματηρό παρελθόν και βαδίζει σε μια εποχή ειρηνικής συνύπαρξης και ευημερίας.  

Η στενότερη οικονομική και πολιτική συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών δεν προέκυψε μόνο εξαιτίας της φρίκης των δύο πολέμων στη διάρκεια του 20ου αιώνα.  Από τη στιγμή που η Ευρώπη έχασε την παγκόσμια κυριαρχία, έχασαν και οι ενδοευρωπαϊκοί ανταγωνισμοί την κοσμοϊστορική σημασία τους. Την εποχή της παγκόσμιας κυριαρχίας της Ευρώπης οι υπόλοιπες χώρες του πλανήτη συνασπίζονταν με κάποια από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Σήμερα, είναι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις που πρέπει να συνασπιστούν εν όψει των πλανητικών ανταγωνισμών, με κυριότερο εκείνον μεταξύ ΗΠΑ- Κίνας. Οι ενέργειες του Βλ. Πούτιν ήρθαν να διαλύσουν αυταπάτες και να επαναφέρουν το θέμα της ευρωπαϊκής άμυνας στην πρώτη γραμμή.

Είναι πράγματι ιστορική, η αλλαγή του μεταπολεμικού δόγματος της Γερμανίας και η απόφαση να διατεθούν 100 δισ. ευρώ για την άμυνα και 2% του ΑΕΠ ετησίως γι΄ αυτό το σκοπό. Η είδηση έγινε δεκτή με ανάμεικτα συναισθήματα. Παρότι η  Γερμανία, είναι η πιο ισχυρή οικονομικά δύναμη στην Ευρώπη, ουδείς θα ήθελε να τη δει να πρωταγωνιστεί σε στρατιωτικά θέματα.

Οι σκιές του παρελθόντος βαραίνουν τη Γερμανία περισσότερο από κάθε άλλη σημαντική ευρωπαϊκή χώρα. Οι δύο απόπειρες να ασκήσει ηγεμονία μετά την ενοποίησή της το 1871, η πρώτη από την αυτοκρατορική Γερμανία του Κάιζερ και η δεύτερη από το Τρίτο Ράιχ, ήταν καταστροφικές και για την ίδια και για την υπόλοιπη Ευρώπη.

Μετά το 1945, η πρώην Δυτική Γερμανία ήταν ένα ημι-κυρίαρχο κράτος προστατευόμενο στρατιωτικά από τις ΗΠΑ, δίχως δική του εξωτερική πολιτική. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η χώρα να μην διαθέτει ούτε μηχανισμούς, ούτε στρατηγική σκέψη. Η μεγαλύτερη δύναμη της Ευρώπης λειτουργεί ως «απρόθυμος ηγεμόνας», όπως έχουν πει εύστοχα οι Βρετανοί.

Από τη στιγμή που κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν έχει την ισχύ να πραγματοποιήσει υπό τη δική του ηγεμονία μια ιστορικά βιώσιμη Ευρωπαϊκή Ένωση, η τελευταία πρέπει να οικοδομηθεί με ατμομηχανή τη συνεργασία.

Η χώρα που μπορεί να διαδραματίσει προωθητικό ρόλο είναι, ασφαλώς, η Γαλλία. Η Γαλλία μετά την αποχώρηση της Βρετανίας, που ήταν η πιο δυνατή στρατιωτική μηχανή και μπορούσε να λειτουργεί εξισορροπητικά, είναι η  χώρα που έχει όλες τις προϋποθέσεις να πρωταγωνιστήσει. Είναι πυρηνική δύναμη, έχει τον πιο ισχυρό στρατό και η ενίσχυση του ρόλου της δεν παραπέμπει σε αρνητικούς συνειρμούς. Οι όποιες πρωτοβουλίες δεν μπορούν να αναληφθούν δίχως τη συναίνεση της Γερμανίας, όπως γίνεται με όλα τα σημαντικά βήματα στην Ε.Ε. Ο γαλλογερμανικός άξονας, καλείται πλέον να λειτουργήσει και στο πεδίο της άμυνας και της εξωτερικής πολιτικής, σε συνεργασία με τις ΗΠΑ, αλλά και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη.

Η αμυντική ενοποίηση της Ευρώπης, θα συνιστούσε μια αλλαγή κεφαλαιώδους σημασίας για την Ελλάδα, αφού η φράση «τα σύνορα της Ελλάδας αποτελούν και σύνορα της Ευρώπης» θα αποκτούσε πλέον απολύτως πραγματικό περιεχόμενο. Η χώρα μας, μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, δύναμη σταθερότητας στην περιοχή μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Μετέχοντας σε σχήματα συνεργασίας με την Αίγυπτο, το Ισραήλ, τις ΗΠΑ, έχοντας αναπτύξει στενές σχέσεις με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία και ενισχύοντας τις    θέσεις της στα Βαλκάνια, αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα στα ανατολικά σύνορα της Ε.Ε. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει μια καθαρή γραμμή πλεύσης και δεν κινείται στο περιθώριο αλλά στον πυρήνα των ευρωπαϊκών εξελίξεων.

Προφανώς η αμυντική ενοποίηση της Ευρώπης έχει πολύ δρόμο ακόμη μέχρι να επιτευχθεί,  αφού οι εθνικοί ανταγωνισμοί στο εσωτερικό της ΕΕ παραμένουν ισχυροί και τα συμφέροντα διαφέρουν. Αλλά οι καιροί έχουν αλλάξει και οι ανάγκες έχουν γίνει πιεστικές. Αυτό που μέχρι χθες φαινόταν μακρινό, σήμερα αποτελεί επείγουσα ανάγκη.

(*) Ο Δημήτρης Τσιόδρας είναι δημοσιογράφος, διευθυντής του Γραφείου Τύπου του Πρωθυπουργού.