Kreport > articles > Γαλλικές προεδρικές εκλογές: H ουκρανική κρίση χαριστική βολή για την παραδοσιακή κεντροδεξιά;  (15/3)  

Γαλλικές προεδρικές εκλογές: H ουκρανική κρίση χαριστική βολή για την παραδοσιακή κεντροδεξιά;  (15/3)  

Του Γιώργου Σεφερτζή

Οι ανεκπλήρωτες προσδοκίες της κεντροδεξιάς

Έναν μήνα ακριβώς πριν από τον πρώτο γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών, βουλευτής του κόμματος των Ρεπουμπλικανών σχολιάζοντας την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η φιλελεύθερη κεντροδεξιά και η υποψήφιά της Βαλερί Πεκρές, έλεγε πικρόχολα ότι «την ψήφο της κυβερνησιμότητας την έχει συγκεντρώσει  ο Μακρόν, την ψήφο των πεποιθήσεων την συγκεντρώνουν ο Ζεμμούρ και ο Μελανσόν και την ψήφο της αγοραστικής δύναμης η Μαρίν Λε Πεν».

Δεν θα μπορούσε να υπάρξει συνοπτικότερη και πιο εύστοχη εξήγηση των λόγων για τους οποίους κατέρρεε δημοσκοπικά η υποψήφια που μόλις πριν από τρεις μήνες είχε κάνει την έκπληξη θριαμβεύοντας στις προκριματικές εκλογές του κόμματος της με το επιχείρημα ότι ήταν η μόνη από την πολιτική οικογένεια της συντηρητικής δεξιάς που θα μπορούσε να νικήσει τον απερχόμενο Πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρον στις προεδρικές εκλογές του προσεχούς Απριλίου.

Όμως, εδώ και δυο μήνες κάθε ημέρα που πέρναγε έδειχνε να χάνει το στοίχημά της διαψεύδοντας τις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει στους οπαδούς της. Επικοινωνιακά αφανιζόταν. Στρατηγικά δεν έβρισκε τη λύση της εξίσωσης που θα της επέτρεπε να εξασφαλίσει μια  πολυσυλλεκτική ισορροπία ανάμεσα στα εθνολαϊκά και τα εκσυγχρονιστικά ακροατήρια της ευρύτερης συντηρητικής παράταξης. Και αυτό σε πείσμα μάλιστα του γεγονότος ότι η συνεχιζόμενη στροφή της κοινωνικής πλειοψηφίας προς τη δεξιά είχε διευρύνει ακόμα περισσότερο τον ζωτικό χώρο στον οποίο η παράταξη αυτή θα μπορούσε να αναπτυχθεί, ενώ αντιστρόφως είχε συρρικνώσει σε ιστορικά πρωτοφανή για την Γαλλία  βαθμό τον ζωτικό χώρο της αριστεράς.

Με κεντρικό θέμα της προεκλογικής εκστρατείας της την προστασία της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, η δεξιά της δεξιάς Μαρίν Λε Πεν έβρισκε πολύ μεγαλύτερη απήχηση στις μικρότερες ηλικίες και τα λαϊκά στρώματα σταθεροποιούμενη στη δεύτερη θέση των προτιμήσεων ενός εκλογικού σώματος  στα μάτια του οποίου είχε καταφέρει να αποδαιμονοποιηθεί και να μην τρομάζει με το ακροδεξιό και ευρωσκεπτικιστικό παρελθόν της, όπως συνέβαινε στις εκλογές του 2017.

Εμμένοντας σε μια ριζοσπαστικότερη και κατεξοχήν ιδεολογική ατζέντα υπερεθνικιστικού, αντιμεταναστευτικού και αντιισλαμικού περιεχομένου ο ακόμα δεξιότερα τοποθετούμενος Ερίκ Ζεμμούρ πετύχαινε από την πλευρά του έναν εντυπωσιακό διεμβολισμό της εκλογικής βάσης της κεντροδεξιάς Βαλερί Πεκρές σείοντας το φόβητρο της “ισλαμοποίησης” της γαλλικής κοινωνίας και της ανατροπής των δημογραφικών συσχετισμών σε βάρος του εγχώριου  χριστιανικού πληθυσμού. Προσέλκυε έτσι με αυξανόμενη επιτυχία το ανδρικό κυρίως κοινό και τα αναστατωμένα από την παρουσία του μουσουλμανικού στοιχείου μεσοστρώματα των ελεύθερων επαγγελματιών και των υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου στελεχών του ιδιωτικού τομέα  εξαντλώντας τις δεξαμενές των συντηρητικών αστών από τις οποίες λιγότερο η Μαρίν Λε Πεν και πολύ περισσότερο η Βαλερί Πεκρές έλπιζε  ότι θα τροφοδοτούσε τα εκλογικά  της αποθέματα. Μετά από ένα μικρό σχετικά διάστημα δημοσκοπικής κάμψης, ο Ζεμμούρ βρέθηκε ξαφνικά παραμονές της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία να έχει υποσκελίσει την Βαλερί Πεκρές, να πλησιάζει σε απόσταση αναπνοής την Λε Πεν, να προσεταιρίζεται επώνυμους παραδοσιακούς συνεργάτες της και να αυξάνει διαρκώς τις πιθανότητες να βρεθεί αυτός στον δεύτερο γύρο απέναντι στον απερχόμενο Πρόεδρο  Μακρόν.

Πολύ δε περισσότερο που ο Ζεμμούρ φαινόταν εξαρχής να έχει δυο σημαντικά πλεονεκτήματα. Το ένα ήταν ότι εμφανίζει τον υψηλότερο δείκτη βεβαιότητας ψήφου με το μεγαλύτερο ποσοστό όσων δηλώνουν ότι θα τον ψηφίσουν να αποκλείουν ότι θα αλλάξουν γνώμη, σε αντίθεση με τους ψηφοφόρους όλων των άλλων υποψηφίων που δεν είναι τόσο κατηγορηματικοί ότι δεν πρόκειται να αλλάξουν προτίμηση. Το άλλο πλεονέκτημα είναι περισσότερο υποθετικό και αφορά στην κρυφή ψήφο. Μεταξύ των ψηφοφόρων όλων των άλλων υποψηφίων οι λιγότερο ειλικρινείς στις δημοσκοπήσεις είναι αυτοί που στην πραγματικότητα θα ψηφίσουν Ζεμμούρ, αλλά δεν το δηλώνουν.

Το χειρότερο, ωστόσο, για την υποψήφια των Ρεπουμπλικανών δεν ήταν τόσο ότι είχε γίνει πια ολοφάνερος ο κίνδυνος να αποκλειστεί άδοξα από τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, όσο ότι γινόταν όλο και πιθανότερο το ενδεχόμενο να τερματίσει πέμπτη, πίσω όχι μόνον από τους δυο ακροδεξιούς ανταγωνιστές της αλλά και από τον νεοκομμουνιστή Ζαν-Λυκ Μελανσόν και μάλιστα σε περίοδο πλήρους πολιτικής καθίζησης της αριστεράς.

Ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν όχι μόνον έκανε για μια ακόμα φορά μια εξαιρετική προεκλογική καμπάνια επιδεικνύοντας την απαράμιλλη ρητορική του δεινότητα, αλλά ήταν και αυτός που,  επωφελούμενος από την απόσυρση της υποψηφιότητας της Κριστίν Τομπιρά, της πρώην Υπουργού Δικαιοσύνης του Φρανσουά Ολάντ και από τον πολυκερματισμό των δυνάμεων των υπολοίπων υποψηφίων της αριστεράς, πρόβαλε πλέον  στην εκλογική της  βάση ως ο «χρησιμότερος» και «καταλληλότερος» εκφραστής των ιδεολογικών της ενστάσεων για την πενταετία Μακρόν και την ανανέωση της προεδρικής του θητείας.  

Η χαριστική βολή

Τα ξημερώματα της 24ης Φεβρουαρίου με το που «έσκασε» η είδηση της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία οι περισσότεροι περίμεναν ότι θα έπληττε πρωτίστως και ίσως ανεπανόρθωτα, και τους φιλορώσους ακροδεξιούς υποψήφιους Μαρίν Λε Πεν και Ερίκ Ζεμμούρ και τον ακροαριστερό υποστηριχτή της εξόδου της Γαλλίας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ Ζαν-Λυκ Μελανσόν δίνοντας στην φιλοατλαντική κεντροδεξιά Βαλερί Πεκρές την ευκαιρία να ενισχύσει  την θέση της έναντι των ανταγωνιστών της και να ξαναμπεί στο παιχνίδι των αουτσάιντερς με πολύ καλύτερες προϋποθέσεις.

Ήταν γνωστό ότι η Λε Πεν χρηματοδοτούνταν από ρωσικές τράπεζες και είχε μακρά φιλία με τον Ρώσο Πρόεδρο. Ο Ερίκ Ζεμμούρ είχε προ πολλού εκτεθεί ισχυριζόμενος ότι εκείνο που έλειπε από την Γαλλία ήταν ένας Πούτιν. Και ο Μελανσόν δεν είχε κρύψει ποτέ τα αντιαμερικανικά του αισθήματα.

Και πράγματι μέσα σε δεκαπέντε ημέρες η Λε Πεν, αν και είχε σπεύσει να αναδιπλωθεί καταδικάζοντας την επιθετικότητα της Ρωσίας, είχε χάσει 2 και πλέον μονάδες πέφτοντας από το 18%+ στο 16%. Ο Ζεμμούρ, που επίσης έσπευσε να πάρει αποστάσεις από το πουτινικό ηγετικό πρότυπό του αρκούμενος να εκθειάζει την ντεγκωλική φιλοσοφία των ίσων αποστάσεων,    φάνηκε προς στιγμή να καταβαραθρώνεται,  στη συνέχεια, όμως, ανέκοψε γρήγορα την πτώση του περιορίζοντας τις απώλειές του στις δυο μονάδες (από το 15% προ κρίσης στο 12% μετά την εισβολή). Ο μόνος από τους αουτσάιντερς που, τοποθετούμενος με πάθος υπέρ μιας αδέσμευτης Γαλλίας,  κράτησε την εκλογική του επιρροή όχι μόνον αλώβητη, αλλά και σε ανοδική τροχιά, ήταν  ο Μελανσόν, που στις 24 Φεβρουαρίου είχε ανεβεί στο 11% και μετά τις 24 Φεβρουαρίου ισοφάρισε την Βαλερί Πεκρές στην περιοχή του 12%.

Παραδόξως, αντί η ουκρανική κρίση να ευνοήσει την Βαλερί Πεκρές πλήττοντας τους ανθυποψηφίους της, της έδωσε την χαριστική βολή βάζοντας άδοξο τέλος στις αγωνιώδεις προσπάθειες να κρατήσει το κεφάλι της έξω από τα νερά των κυμάτων που είχε σηκώσει ο πολιτικός ανταγωνισμός. Ο κατακλυσμός που θα προκαλούσε η μεγαλύτερη γεωπολιτική κρίση μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου θα την παρέσυρε στα τάρταρα εξανεμίζοντας τις ελπίδες της να κερδίσει το στοίχημα που είχε βάλει θριαμβεύοντας στις προκριματικές εκλογές του κόμματός της.

Η Λε Πεν άντεχε υπερασπιζόμενη με επιμονή την σημαία του κόστους ζωής των πολιτών. Ο Ζεμμούρ επέπλεε συνεχίζοντας να κρατά την σημαία της ταυτοτικής καθαρότητας της Γαλλίας ακόμα και στρεφόμενος εναντίον της φιλοξενίας των Ουκρανών προσφύγων. Ο Μελανσόν διασωζόταν και με το παραπάνω κάτω από τη σημαία της Ανυπότακτης Γαλλίας που τώρα την ήθελε και αδέσμευτη.

Μόνο η Πεκρές από την αντιπολίτευση έμεινε χωρίς σημαία και έβλεπε το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια της. Το μόνο που της απέμενε ήταν να επιχειρήσει μια ηρωική έξοδο από τον κλοιό στον οποίο είχε εγκλωβιστεί παίρνοντας το ρίσκο μιας αναμέτρησης με την προσδοκία ότι το αποτέλεσμά της θα μπορούσε να την επαναφέρει στο παιχνίδι των αουτσάιντερς για μια θέση στον δεύτερο γύρο των εκλογών, δεδομένου ότι ο Μακρόν είχε φύγει πολύ μπροστά. Δεν ήταν πλέον το αδιαμφισβήτητο φαβορί των εκλογών, αλλά ο «πατέρας του έθνους» και ο σημαιοφόρος που σήκωνε την σημαία τόσο της δικής του ενότητας όσο και της ενότητας που προς γενική κατάπληξη είχε συσπειρώσει όλη την ευρωπαϊκή οικογένεια προ του κινδύνου που απειλούσε άμεσα την ασφάλειά της.