Kreport > articles > Εθνική εικόνα και οικονομική ανάπτυξη του Ανδρέα Μήλιου, Πρόλογος Παν. Λιαργκόβας, Εκδ. ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ, Αθήνα 2022

Εθνική εικόνα και οικονομική ανάπτυξη του Ανδρέα Μήλιου, Πρόλογος Παν. Λιαργκόβας, Εκδ. ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ, Αθήνα 2022

Γράφει ο Αντώνης Παπαγιαννίδης

Τα θέματα της εθνικής ταυτότητας τα βλέπουμε συνήθως να πραγματεύονται ιστορικοί, πολιτικοί επιστήμονες, κοινωνιολόγοι (και να τα αξιοποιούν αναλυτές και πολιτικοί , εν συνεχεία) με μια σεβαστικότητα και βαρύτητα που δεν αποκλείει – το αντίθετο μάλιστα – την ένταση και την ριζική διαφωνία και τις αντεγκλήσεις. Τα θέματα της εικόνας μιας χώρας, πάλι, δηλαδή της πρόσληψης της από τους ξένους και της δόμησής της μεταξύ των κατοίκων της, είναι μια υπόθεση διαφορετική της οποίας, τα τελευταία αρκετά χρόνια με την εν γένει άνθηση των image makers, έχει ανέβει το προφίλ αισθητά.

Και στα δυο αυτά σύμπαντα – της αναζήτησης της ταυτότητας, αλλά και της εντατικής ενασχόλησης με την εικόνα – η χρονιά που πέρασε με την 200ετηρίδα από την Ελληνική Επανάσταση άφησε πίσω ισχυρό αποτύπωμα. Και «πολέμους των ιστορικών»/δική μας εκδοχή της Historikerstreit είδαμε να εκτυλίσσονται (με ινδαλματοποίηση και με βελάκια κατά του «αφηγήματος Στάθη Καλύβα», για να μείνουμε σε ένα μόνο παράδειγμα) αλλά και πιο προσγειωμένες/χρησιμοθηρικές πρωτοβουλίες image-making όπως το Repositioning Greece ή το Entreprise Greece προωθήθηκαν. [Μια διαφορετική υπόθεση ήταν η Επιτροπή Ελλάδα 2021 , που ξεκίνησε σαν ένα ταξίδι το πεδίο της αναζήτησης/σύνθεσης ταυτότητας, ύστερα επέλεξε μάλλον τον δρόμο του image projection – τελικά πάντως «διεσώθη» από την πανδημία καθώς αρκέστηκε σε χαμηλή πτήση].

Η επιλογή που κάνει, στο σύντομο αυτό βιβλίο, ο Ανδρέας Μήλιος έχει ένα ενδιαφέρον στοιχείο που θα χαρακτηρίζαμε «επιλογή του ενδιάμεσου»  – το επισημαίνει και ο προλογίζων Πάνος Λιαργκόβας, με έναν διαφορετικό τρόπο, μιλώντας για «τον ρόλο της εθνικής εικόνας ως στρατηγικού άυλου, δημόσιου κεφαλαιουχικού αγαθού [και] ως μοχλού οικονομικής ανάπτυξης». Τι εννοούμε; Ότι αποφεύγει μεν την υψηλή πτήση μιας συζήτησης περί ταυτότητας – αλλά δεν την αγνοεί. Και ότι γνωρίζει την λογική του brand management, αλλά – προκειμένου περί Ελλάδας , διάβολε! – ενσωματώνει και κάτι από Ελύτη και Σεφέρη και Ελληνικό τοπίο.

Πιστός σε αυτήν την επιλογή, ο συγγραφέας προσεγγίζει την εθνική ταυτότητα εργαλειακά, με αποτέλεσμα για παράδειγμα να προτείνει στον αναγνώστη να εντυπωσιασθεί από το πώς χώρες της Άπω Ανατολής όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα ή η Κίνα μετέτρεψαν την συνεκτική τους ταυτότητα σε στοιχείο επιτυχίας, ενώ σε περιπτώσεις της Μέσης Ανατολής ή της Αφρικής καταγράφεται το αντίθετο, από Συρία και Ιράκ μέχρι Λιβύη και Σουδάν (Πρόδηλα προβληματισμένος με την περίπτωση της Βόρειας Μακεδονίας, ο Α. Μήλιος ανάγει στην «βοήθεια της διεθνούς κοινότητας» το πώς «το ασυνεκτικό και αταυτοτικό κοινωνικό σύνολο του κρατιδίου» κατάφερε «να οικειοποιηθεί το όνομα» κλπ.). Όμως, όταν περνάει στο πιο οικείο στον ίδιο έδαφος της εικόνας, ως σύνθεση «γνωσιακών, συναισθηματικών και συμπεριφορικών στοιχείων», δίνει μια σειρά από εργαλεία και προσεγγίσεις για να καταλήξει στην τόσο διαδεδομένη λογική του branding – όπου φυσικά, αξεπέραστος παραμένει ο ορισμός του Jeff Bezos: «Brand  είναι εκείνο που λέει κάποιος για σένα, όταν εσύ δεν είσαι στο δωμάτιο». (Αληθινά, αξίζει να διερωτηθεί κανείς αν και κατά πόσον διαδοχικές γενεές Ελλήνων διπλωματών και – ακόμη περισσότερο –  υψιπετών Ελλήνων πολιτικών έχουν αληθινά φροντίσει να «ακούσουν» τι λέγεται γι αυτούς, όταν δεν είναι πλέον στο δωμάτιο! Διεθνώς, βέβαια, όχι στον βολικό συμβουλευτικό και μηντιακό μικρόκοσμό τους).

Με μεθοδικότητα που εκπηγάζει από τις σχολές του μάνατζμεντ, ο Α. Μήλιος ξεφυλλίζει case studies – από της Γερμανίας και της Σουηδίας μέχρι τις δειλές απόπειρες της Ελλάδας – και καλές και κακές πρακτικές εθνικής εικόνας, ώστε να βγάλει συμπεράσματα και προτάσεις. Κάνει μια πρωτότυπη επιλογή προσωπικοτήτων της ελληνικής ιστορικής πορείας και της δικής τους ματιάς στην εθνική εικόνα – από Αδαμάντιο Κοραή και Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Μακρυγιάννη και Σολωμό μέχρι Κορνήλιο Καστοριάδη και Παναγιώτη Κονδύλη (για να προσγειωθεί, κάπως απότομα ειν’ αλήθεια, σε Στέλιο Ράμφο και Στάθη Καλύβα…), μη παραλείποντας μεγάλους του πνεύματος – Παπαδιαμάντη, Σεφέρη, Ελύτη, Καζαντζάκη – αλλά φιλοξενώντας και λιγότερο γνωστούς όπως ο Ν. Σπηλιάδης (καποδιστριακός Γραμματέας Επικρατείας) ή ο Γ. Σκληρός (κοινωνιολογικός μελετητής του 19ου/αρχών του 20ου με μαρξιστική προσέγγιση), συνθέτοντας έτσι ένα καλειδοσκόπιο προσεγγίσεων. Το ίδιο και με προσεγγίσεις «των ξένων», από Λόρδο Βύρωνα και Σέλλεϊ μέχρι Τσώρτσιλ και Μιττεράν και Ζισκάρ. (Σχεδόν σαν κατακλείδα, επιστρατεύεται η αυτο-εικόνα της Ελλάδας από σταχυολογημένα τραγούδια).

Ο Μήλιος δείχνει να πιστεύει ότι στην δημιουργία – και προβολή – εθνικής εικόνας, καταλυτικό ρόλο μπορούν να παίξουν (βάσει της πρόσληψης εγχώριων και ξένων ακροατηρίων) οι περίοδοι κρίσης. Από τις οποίες η Ελλάδα γνώρισε, τελευταίως, ουκ ολίγες. Δεν κρύβει τις πολιτικές του προτιμήσεις – θετικές για Κ. Καραμανλή (του παλαιού), για Κ. Μητσοτάκη (πατέρα) και Κ. Σημίτη. αρνητικές για Α. Παπανδρέου, σιωπηλές για Κ. Καραμανλή (του νεότερου), Γ. Παπανδρέου, Αντ. Σαμαρά. καταρριπτικές για ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ. στα όρια του υπερθετικού για Κ. Μητσοτάκη (υιού). Ούτε άλλωστε την εκτίμησή του ότι η διαχείριση της εικόνας της χώρας θα είχε να κερδίσει από την λειτουργία ενός φορέα συντονισμού, για τον οποίο μάλιστα έχει και πρόταση ονομασίας, κάπως βαριάς: «Ακαδημία Διαχείρισης της Εθνικής Εικόνας».

Με δεδομένο, πάλι, ότι την εθνική εικόνα θεωρεί «σημαντικό δημόσιο κεφαλαιουχικό αγαθό και ιδιαίτερα προσοδοφόρο οικονομικό στοιχείο [που απαιτεί] σχέδιο, συνοχή και συνέχεια», λειτουργεί κάπως σαν απότομη προσγείωση η διαφαινόμενη πρότασή του προσκόλλησης της Ακαδημίας στην εκδοχή «παρά τω Πρωθυπουργώ».