Kreport > articles > The Age of Unpeace:  How Connectivity Causes Conflict του Mark Leonard,  Bantam Press, Penguin, London 2021

The Age of Unpeace:  How Connectivity Causes Conflict του Mark Leonard,  Bantam Press, Penguin, London 2021

Γράφει ο Αντώνης Παπαγιαννίδης

Η συγκυρία είναι τέτοια, η επαναφορά δηλαδή – ευθέως – πολεμικών επιχειρήσεων στην Ευρωπαϊκή ήπειρο με την θερμή φάση της κρίσης στην Ουκρανία, ώστε το να γίνεται λόγος για «εποχή της μη-ειρήνης» (σ’ εμάς, αχνές μνήμες του «μη-πολέμου» του Ανδρέα…) ηχεί ταυτόχρονα σαν κάτι εξαιρετικά επίκαιρο και σαν απολύτως ξεπερασμένο.

Γιατί η αλήθεια είναι πως το “The Age of Unpeace” του Mark Leonard (συνιδρυτή του European Council of Foreign Relations, έγκυρης δεξαμενής σκέψης) έπιανε την άκρια του νήματος μιας νέας εποχής εντάσεων που σταματούν ένα-βήμα-πριν-τον-πόλεμο, στο πλέγμα σχέσεων που αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες με βάση το άνοιγμα και την συνδεσιμότητα. Χαρακτηριστικό του φαινομένου αυτού το Ίντερνετ, αλλά και το διεθνές εμπόριο, η κινητικότητα ανθρώπων – από το ένα άκρο,  του τουρισμού, στο άλλο, της μετανάστευσης. Α, ναι, και οι πολυμερείς διεθνείς οργανισμοί, η διασυνδεδεμένη θεσμική εικόνα. Λέμε ότι μια τέτοια πρόσληψη της πραγματικότητας έχει ξεπεραστεί, επειδή η ενορχήστρωση παρέμβασης/επιβολής στην Ουκρανία, χωρίς καθόλου να διαψεύδει την περιγραφή μιας εποχής όπου η επιθετικότητα (και τα εγχειρήματα επιβολής…) δεν χρειάζονται στρατιωτικά μέσα για να εκδηλωθούν, όπου, δηλαδή, θα κυριαρχούσαν υβριδικές επιχειρήσεις (όπως ελαφρώς ξορκίζονταν. Πράγματι, εδώ η Ρωσία και την πρακτική των κυβερνοεπιθέσεων δεν παρέβλεψε εδώ και χρόνια, και τις εμπορικές και (προεχόντως) ενεργειακές ροές κατεξοχήν αξιοποίησε, πλην όμως στο τέλος-τέλος την ένοπλη επίθεση δεν την άφησε «εκτός».

 Όμως εκείνο που βρίσκεται – θαρρούμε – στον πυρήνα της ανάλυσης του Λέοναρντ, δηλαδή το γεγονός ότι η συνδεσιμότητα μεταξύ χωρών, οικονομιών, κοινωνιών που έφερε/μεγέθυνε η παγκοσμιοποίηση, επέτεινε τις εντάσεις (αντί να τις αμβλύνει, όπως πήγαινε να καθιερωθεί η ανάλυση), μπορεί κανείς και να το δει και ως προεισαγωγή σ’ εκείνο που αναδύθηκε ως Ουκρανική κρίση. Για τον Λέοναρντ οι κοινωνίες διχάζονται από τον φθόνο, ενώ οι εθνικές κουλτούρες όσο περισσότερο  έρχονται σε επαφή και γνωρίζονται, τόσο τείνουν να ανακαλύπτουν και την διαφορετικότητά τους. Ταυτόχρονα, σ’ ένα διεθνές επίπεδο, η λειτουργία της ταπείνωσης που προέρχεται από ιστορικές φάσεις υποχώρησης και ξένης επιβολής είναι συχνά πολύ ισχυρή κινητήρια δύναμη.

Άμα κανείς σταθεί και φυλλομετρήσει τις τρεις ζώνες («αυτοκρατορίες») συνδεσιμότητας που παρουσιάζονται στο «Age of Unpeace» – τις Ηνωμένες Πολιτείες ως εξουσία-πυλωρό, την Κίνα ως δύναμη οικοδόμησης σχέσεων, την ΕΕ/τον κόσμο των Βρυξελλών ως πηγή διαμόρφωσης κανόνων – δεν αργεί να παρατηρήσει ότι λείπει, άβολα, η Ρωσία ως κεντρική παρουσία. Η τοποθέτηση του Λέοναρντ ότι «αν συνεχίσουμε την τρέχουσα πορεία μεγαλύτερης συνδεσιμότητας, μεγαλύτερης σύγκρισης και μεγαλύτερου ανταγωνισμού, τότε κινδυνεύουμε να βρεθούμε σε μια εποχή αδιάκοπης σύγκρουσης…», η τοποθέτηση αυτή σαφώς και επιβεβαιώνεται. πλην όμως η άμεση συνέχειά του «…όπου δεν θα υπάρχει επισήμως πόλεμος, αλλά και δεν θα υπάρχει ποτέ ειρήνη, και όπου εν τέλει ουδείς θα θυμάται την βάση των διαφωνιών μας», η συνέχεια αυτή βρήκε στο Ουκρανικό βίαιη διάψευση. Πράγματι, το ότι «οι τεχνολογίες της καταστροφής γίνονται ολοένα και πιο ισχυρές […] οπότε το διακύβευμα αυτής της διηνεκούς σύγκρουσης θα συνεχίσει να μεγαλώνει…» επιβεβαιώθηκε/δικαιώθηκε τόσο, ώστε η κατάληξη «…μέχρι σημείου να παρασύρει τον κόσμο στο βάραθρο» βρέθηκε να δοκιμάζεται δραματικά στην Ουκρανία.