Kreport > articles > Ελλάδα, μια ειδική περίπτωση

Ελλάδα, μια ειδική περίπτωση

Του Κώστα Καλλίτση

Παρότι οι τελικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ληφθούν τον Μάιο, είναι βέβαιο ότι η χαλάρωση των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας θα συνεχιστεί και το 2023, δεν θα ισχύσει ο κανόνας για τη μείωση του χρέους άνω του 60% του ΑΕΠ ούτε ο άλλος για το έλλειμμα. Ο πληθωρισμός που τροφοδοτείται κυρίως από τα καύσιμα, οι αβεβαιότητες που επηρεάζουν κατανάλωση κι επενδύσεις, η -«καλώς» εχόντων των πραγμάτων- επιβράδυνση της ανάκαμψης, λαμβάνονται υπόψη τόσο από την Κομισιόν όσο και από την Κρ. Λαγκάρντ, που (αντίθετα από τον Τζ. Πάουλ) θέλει να αναστείλει την αύξηση επιτοκίων έως το 2023.

Βεβαίως, υπάρχει κι ένα φρέσκο στοιχείο που επηρεάζει την Κομισιόν υπέρ της χαλάρωσης: Είναι οι αποφάσεις για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, με πρωταγωνιστή την Γερμανία. Αυτό που δεν είχε πετύχει κανένας Αμερικανός πρόεδρος μέχρι σήμερα, το πέτυχε ο Πούτιν μέσα σε ελάχιστα 24ωρα: Ο Όλαφ Σολτς αποφάσισε η Γερμανία να δαπανήσει 100 δισ. ευρώ για αμυντικές δαπάνες φέτος και τουλάχιστον 2% του ΑΕΠ της στα επόμενα χρόνια. Επίσης, περαιτέρω αύξηση των αμυντικών δαπανών ανακοίνωσε κι ο Εμμ. Μακρόν την Τετάρτη.

Η Ευρώπη αναλαμβάνει την ευθύνη να στηρίξει την άμυνά της –δείχνει, μάλιστα, έτοιμη να πληρώσει αναδρομικά όσα απέφευγε να πληρώσει μέχρι σήμερα.  Έτσι, τώρα οι Ευρωπαίοι εταίροι μας, θιασώτες της δημοσιονομικής ορθοδοξίας, θα διευκολυνθούν να καταλάβουν τι σημαίνει να είσαι υποχρεωμένος να κάνεις υπέρογκες αμυντικές δαπάνες, όπως η Ελλάδα. Κάπως έτσι όπως, εξαιτίας του Πούτιν, θα διευκολυνθούν να κατανοήσουν πόσο επικίνδυνοι είναι όλοι όσοι υιοθετούν λογικές αναθεωρητισμού στο πεδίο των διεθνών συνθηκών.  

Η παράταση της δημοσιονομικής χαλάρωσης, λοιπόν, είναι μια θετική εξέλιξη, αρκεί να την δούμε ως διευκόλυνση για ταχεία δημοσιονομική προσαρμογή, ώστε να επιτύχουμε άμεσα την αναβάθμιση της πιστοληπτικής μας ικανότητας σε επενδυτική βαθμίδα: Να ξεφύγουν τα ομόλογά μας από την κατηγορία «σκουπίδια», στην οποία βρίσκονται ακόμα μετά από τρία Μνημόνια και μια παρατεταμένη, υπερδεκαετή κρίση. Γιατί τον τελευταίο λόγο δεν τον έχει η Κομισιόν, τον έχουν οι διεθνείς αγορές. Οι οποίες, σήμερα, δεν μας δίνουν ούτε ευρώ. Τα κεφάλαια αναζητούν καταφύγιο σε ασφαλή ομόλογα. Γι΄ αυτό οι αποδόσεις των δικών μας ομολόγων αυξάνονται ενώ των αξιόπιστων μειώνονται.

Άρα, όση χαλάρωση κι αν αποφασίσει η Κομισιόν για την Ευρώπη, είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθήσουμε μια (δίκαιη αλλά πάντως) αυστηρή δημοσιονομική πολιτική. Γιατί είμαστε μια ειδική περίπτωση: Είμαστε η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που τα ομόλογά της δεν έχουν επενδυτική βαθμίδα και που η οικονομία της είναι φτιαγμένη για αίθριο καιρό –με ισχνή παραγωγική βάση. Δεύτερο, έχουμε χάσει πολύ χρόνο, παράδοση που συνεχίστηκε στην τελευταία 3ετία, επειδή στο πολιτικό προσωπικό πολλοί πίστεψαν ότι καλή διαχείριση της κρίσης σημαίνει να μοιράζεις λεφτά σε ό,τι κινείται στην επικράτεια, οριζοντίως, χωρίς κριτήρια. Και ξέχασαν τις μεταρρυθμίσεις. Σε κάποια έκθεση Πισσαρίδη-Βέττα, σε κάποιο συρτάρι.