Kreport > articles > Η ουκρανική ετερογονία των σκοπών

Η ουκρανική ετερογονία των σκοπών

Του Παύλου Τσίμα

Αν η εισβολή στην Ουκρανία ξεκίνησε για να επαναφέρει στην ευρύτερη ρωσική οικογένεια (μαζί με την Λευκορωσία του Λουκασένκο), την άτακτη, παραστρατημένη «αδελφή χώρα», το αποτέλεσμα της επίθεσης είναι, όπως όλα δείχνουν, ευθέως αντίστροφο. Μέσα στην φωτιά του πολέμου φαίνεται να γεννιέται ένα ισχυρότερο εθνικό ουκρανικό αίσθημα και να ανοίγει ένα βαθύτατο χάσμα με την Μόσχα του Πούτιν.

Αν η επιχείρηση σχεδιάστηκε για να αποτρέψει την πολυσυζητημένη «νατοϊκή περικύκλωση» της Ρωσίας, το αποτέλεσμά της δεν είναι δύσκολο να προβλεφθεί: Ό,τι κι αν γίνει στην Ουκρανία την ίδια, η παρουσία του ΝΑΤΟ στην Ευρωπη γενικά, και ειδικά στην ανατολική Ευρώπη, θα ενισχυθεί. Και νέες χώρες, η Φινλανδία και η Σουηδία, θα βρεθούν στο κατώφλι του.

Αν έχουν βάση οι θεωρίες που θέλουν τον Πούτιν να αναζητά στην Ουκρανία μια γρήγορη «πατριωτική νίκη», όπως εκείνη στην Κριμαία το 2014, που θα ενίσχυε την προσωπική του εξουσία, είναι βέβαιο ότι, αφού το σενάριο του «πολέμου-αστραπή» διαψεύστηκε, η επόμενη μέρα κρύβει πολλές δυσκολίες πολιτικής διαχείρισης για τον άρχοντα του Κρεμλίνου.

Αν, τέλος, η όλη επιχείρηση δεν ήταν παρά η ένοπλη εκδοχή μιας μεγάλης διαπραγμάτευσης που βρισκόταν έτσι κι αλλιώς σε εξέλιξη, με στόχο την αναθεώρηση της μετα-ψυχροπολεμικής τάξης πραγμάτων, αν το Κρεμλίνο επεδίωκε, μετά από μια γρήγορη νίκη στην Ουκρανία, να διαπραγματευθεί με την Δύση από ισχυρότερη θέση τις απαιτήσεις του για μια νέα, πιο συμβατή με τα συμφέροντα και τις φιλοδοξίες του, ισορροπία δυνάμεων και αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ευρώπη, η έκβαση της τραγωδίας, όπως κι αν γραφτεί το τέλος της, μπορεί να υποχρεώσει, αντιθέτως, μιαν ηθικά και πολιτικά απομονωμένη και οικονομικά πιεσμένη Μόσχα σε μια διαπραγμάτευση από θέση αδυναμίας. Και να της αποφέρει λιγότερα κέρδη από όσα της είχε εξασφαλίσει, με την μεσολάβηση Μακρόν, η απειλή της εισβολής, πριν την αποτολμήσει.

Πολλοί και σοβαροί αναλυτές και κάποιοι εκ των πρωταγωνιστών της ευρωπαϊκής πολιτικής εκτιμούσαν ότι η απειλή Πούτιν θα έμενε απειλή. Ότι η επίθεση δεν θα ξεκινούσε. Υπολόγιζαν με βάση αυτό που θεωρούσαν λογικό, από την σκοπιά των ρωσικών συμφερόντων. Με την λογική ότι ο Πούτιν μπορούσε να εξασφαλίσει δια της απειλής περισσότερα, και με μηδενικό ρίσκο, από όσα θα επιτύγχανε, με μεγάλο ρίσκο, αν πραγματοποιούσε την απειλή του. Ξαστόχησαν. Μα είναι φανερό ότι μεγαλύτερη αστοχία πρόβλεψης διέπραξε ο ίδιος ο Πούτιν. Δεν εκτίμησε σωστά την αντίδραση της Ουκρανίας, της κοινωνίας μα και της ηγεσίας της. Δεν υπολόγισε την συναισθηματική φόρτιση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, την ένταση της αντίδρασης, της κινητοποίησής της. Δεν εκτίμησε, προπάντων, την πιθανότητα το Βερολίνο να κάνει, ξαφνικά, μια ιστορικών διαστάσεων στροφή, να θρυμματίσει τα δύο ισχυρότερα μεταπολεμικά γερμανικά ταμπού: Να εξαγγείλει, για πρώτη φορά από το 1945, μια θεαματική αύξηση αμυντικών δαπανών και να συμπέσει με την πολιτική Μακρόν για «αμυντική αυτονομία» της Ευρώπης. Και να εγκαταλείψει, με διακομματική συναίνεση μάλιστα, την παραδοσιακή, από τα χρόνια του Μπίσμαρκ, γερμανική «οστ-πολιτίκ», την ειδική σχέση με την Ρωσία, και να προσυπογράψει κυρώσεις που όλοι προεξοφλούσαν ότι το Βερολίνο θα έκανε τα πάντα για να μπλοκάρει.

Κάπως έτσι, με την επιφύλαξη της μεγάλης αβεβαιότητας που η συγκυρία περιέχει και της ασάφειας που εξακολουθεί να καλύπτει τις αληθινές προθέσεις της Μόσχας και τα κίνητρα της εισβολής, το αποτέλεσμα της ουκρανικής τραγωδίας προβάλει ως εντελώς ασύμβατο με τις επιδιώξεις του αρχιτέκτονα της εισβολής, όπως κι αν τις ορίσουμε: Η «Δύση» μοιάζει να ανασυγκροτείται, εκ της τέφρας της σχεδόν, ως πολιτικό υποκείμενο. Η Ευρώπη, υπό την απειλή του φόβου και την πίεση της κοινής γνώμης, κάνει βήματα, ως πριν λιγο αδιανότητα, προς μια ενιαία και ενισχυμένη εξωτερική και αμυντική πολιτική. Και μια «αντι-ρωσική» ατμόσφαιρα ανατολικοευρωπαϊκού τύπου, που η δυτική Ευρώπη δεν έζησε ούτε στις χειρότερες μέρες του ψυχρού πολέμου, φαίνεται να αποκτά ερείσματα και να επιβάλει μια απομόνωση της Ρωσίας ασφυκτική –και, παρεμπιπτόντως, με υψηλό τίμημα και για τις ίδιες τις ευρωπαϊκές χώρες.

Η αλλαγή είναι όντως ιστορικών διαστάσεων. Και κανείς μια εβδομάδα πριν δεν μπορούσε να την προβλέψει. Μα είναι μια αλλαγή ασύμβατη με τις όποιες προθέσεις εκείνου που, με στρατιωτικά μέσα, την προκάλεσε. Ίσως αυτή η τραγωδία, όποια κι αν είναι η τελική της έκβαση, θα μείνει στην ιστορία ως ένα τέλειο παράδειγμα εφαρμογής του νόμου των ακούσιων συνεπειών. Της περίφημης ετερογονίας των σκοπών, για την οποία ο Ηλίας Ηλιού έχει πει, σε άλλα ιστορικά συμφραζόμενα, πως «για άλλον σκοπό ξεκινάει ο αδέξιος φορέας της ιστορικής στιγμής και στο αντίθετο αποτέλεσμα καταλήγει».

Υστερόγραφο ελληνικού ενδιαφέροντος: Όταν ξεκίνησε η ρωσική εισβολή, ο φόβος όλων ήταν ότι αυτή η βίαιη, manu militari απόπειρα αναθεώρησης της ιστορίας και των διεθνών συνθηκών, διόρθωσης του “λάθους του Λένιν”,  θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ενθάρρυνση για τις αντίστοιχες αναθεωρητικές τάσεις της Τουρκίας του Ερντογάν, που φιλοδοξεί να διορθώσει το “λάθος του Κεμάλ”. Η εξέλιξη των πραγμάτων, η ένταση της διεθνούς αντίδρασης, η ασφυκτική απομόνωση της Ρωσίας, μοιάζει να λειτουργεί στην αντίθετη κατεύθυνση, ως αποθάρρυνση τέτοιου είδους περιπετειών. Θα μπορούσε, επιπλέον, να λειτουργήσει και ως ενθάρρυνση, ως ευκαρία για μια ελληνοτουρκική προσέγγιση κορυφής, όπως πρότεινε ο Βενιζέλος, υιοθέτησε ο Τσίπρας και αποδέχθηκε στην Βουλή ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Υπάρχει, άλλωστε, προηγούμενο. Η πρώτη ελληνοτουρκική προσέγγιση, μετά από πολλά χρόνια έντασης και μέσα στο βαρύ κλίμα που είχε προκαλέσει η υπόθεση Οτσαλάν, πραγματοποιήθηκε ακριβώς με αφορμή μια μεγάλη διεθνή κρίση στην περιοχή μας, την επέμβαση του ΝΑΤΟ στο Κόσσοβο, το 1999. Η Ελλάδα τότε άδραξε την ευκαιρία μιας πρώτης συνεννόησης με την Άγκυρα. Η επανάληψη της εμπειρίας εκείνης θα μπορούσε να είναι μια άλλη εκδοχή της ίδιας, ακαταμάχητης ετερογονίας των σκοπών, σε θετική κατεύθυνση μάλιστα.