Kreport > articles > Γαλλικές Προεδρικές Εκλογές: Στη σκιά των φαντασμάτων  του παρελθόντος (2/3)

Γαλλικές Προεδρικές Εκλογές: Στη σκιά των φαντασμάτων  του παρελθόντος (2/3)

Του Γιώργου Σεφερτζή

To τοπίο πριν την καταιγίδα 

Μέχρι τα ξημερώματα της προηγούμενης Πέμπτης 24 Φεβρουαρίου η υποτονικότητα των  πολιτικών αντιπαραθέσεων, η αναποφασιστικότητα των ψηφοφόρων και η στασιμότητα των εκλογικών συσχετισμών ήταν τα τρία βασικότερα χαρακτηριστικά του κλίματος που επικρατούσε στην χώρα λίγες μόλις εβδομάδες πριν από την αναμέτρηση του πρώτου γύρου των Γαλλικών προεδρικών εκλογών.

Το ενδιαφέρον που επιδείκνυε η κοινή γνώμη για την έκβασή τους ήταν πρωτοφανώς χαμηλό. Εξίσου πρωτοφανή έμοιαζαν να είναι και τα ποσοστά στα οποία αναμενόταν να κυμανθεί η αποχή σπάζοντας κάθε προηγούμενο ρεκόρ. Μόλις το 65% του εκλογικού σώματος δήλωνε σίγουρο ότι θα έμπαινε στον κόπο να προσέλθει στα εκλογικά τμήματα. Στην καλύτερη περίπτωση οι προβλέψεις έδειχναν πως η συμμετοχή στις εκλογές της 10ης Απριλίου  θα ήταν κατά τουλάχιστον πέντε μονάδες μικρότερη εκείνης του 2017, όταν η αποχή είχε και πάλι φθάσει σε επίπεδα ρεκόρ.

Ενδεικτικό ήταν εξάλλου το γεγονός ότι κανείς εκ των κύριων ανταγωνιστών στις επικείμενες  εκλογές, του σταθερά προπορευόμενου στις δημοσκοπήσεις Μακρόν μη εξαιρουμένου, δεν συσπείρωνε τους ψηφοφόρους που τον είχαν ψηφίσει στις προηγούμενες  εκλογές.

Από τους πολίτες, για παράδειγμα, που είχαν ψηφίσει τότε τον τώρα απερχόμενο Πρόεδρο μόλις κάτι παραπάνω από το  60% εμφανιζόταν να είναι πρόθυμο να τον ψηφίσει και αυτή την φορά. Και αυτό μάλιστα σε πείσμα του γεγονότος ότι το 1/4 των ψηφοφόρων που τότε είχαν προτιμήσει τον φιλελεύθερο κεντροδεξιό αντίπαλό του Φρανσουά Φιγιόν, τώρα εμφανίζονταν έτοιμοι να μετακινηθούν προς το μακρονικό στρατόπεδο στρέφοντας την πλάτη τους στο στρατόπεδο της επίσημης υποψήφιας του κόμματός τους Βαλερί Πεκρές.

Ακόμα μεγαλύτερη ήταν η δυσκολία συσπείρωσης της εκλογικής βάσης της Ακροδεξιάς ευρωσκεπτικίστριας φιναλίστ του 2017 Μαρίν Λε Πεν. Σχεδόν το 1/3 των παλιών της ψηφοφόρων διέρρεαν τώρα προς τον Ερίκ Ζεμμούρ, τον καθαρόαιμο εθνικιστή υποψήφιο της αντι-ισλαμικής Ακροδεξιάς. Η Μαρίν Λε Πεν, συνέχιζε, βέβαια,  να ασκεί ακλόνητη εκλογική επιρροή στους ψηφοφόρους των εργατικών συνοικιών της κομμουνιστικογενούς παραδοσιακής Αριστεράς αποσπώντας μάλιστα το 5% των ψηφοφόρων του νεο-κομμουνιστή Ζαν-Λυκ Μελανσόν. Αυτό, ωστόσο, δεν ήταν αρκετό για να ανακτήσει την δυναμική που εμφάνισε το 2017.  Πολύ δε λιγότερο για να πλησιάσει τα δημοσκοπικά  ποσοστά του Μακρόν σε πείσμα μάλιστα  των προσπαθειών που κατέβαλε για να αποδαιμονοποιήσει την υποψηφιότητά της και να βελτιώσει την κυβερνησιμότητά της.

Ανάλογου μεγέθους ήταν και οι δυσκολίες συσπείρωσης της εκλογικής βάσης του 2017  που αντιμετώπιζε ο επικρατέστερος των υποψηφίων της Αριστεράς, ο νεο-κομμουνιστής Ζαν-Λυκ Μελανσόν. Παρά ή μάλλον εξ αιτίας της στροφής που τελευταία επιχειρούσε να κάνει προς την μετριοπάθεια, μόνο το 40% εκείνων που τον είχαν ψηφίσει το 2017 δήλωναν ότι θα έκαναν το ίδιο και στις επικείμενες εκλογές. Οι υπόλοιποι είτε προβληματίζονταν για την ιδεολογική μεταστροφή του είτε τον εγκατέλειπαν οριστικά στρεφόμενοι οι μεν προς την Λε Πεν, οι δε προς τον άλλοτε σύμμαχό του Φαμπιέν Ρουσέλ, τον σημερινό ανερχόμενο υποψήφιο του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Το μόνο που ο Μελανσόν φαινόταν να κερδίζει αυτή τη φορά ήταν το 7% των ψηφοφόρων που το 2017 είχαν υπερψηφίσει τον Μπενουά Αμόν, τον υποψήφιο του Σοσιαλιστικού Κόμματος (βλ. “Marianne”  26ης Φεβρουαρίου 2022) καθώς και τη δημόσια στήριξη της Σεγκολέν Ρουαγιάλ, της πρώην συζύγου του Φρανσουά Ολάντ και υποψήφιας των σοσιαλιστών  στις εκλογές του 2007 με αντίπαλο τον Νικολά Σαρκοζί.

Σε κάθε πάντως περίπτωση όλοι μπορούσαν, θεωρητικά τουλάχιστον, να διατηρούν ακόμα τις ελπίδες τους για βελτίωση των εκλογικών τους επιδόσεων, δεδομένου μάλιστα ότι οι περισσότεροι εκτιμούσαν πως η πλειονότητα των ψηφοφόρων δεν θα εξέφραζε τις πραγματικές προθέσεις της παρά μόνον όταν ο απερχόμενος Πρόεδρος θα ανακοίνωνε επισήμως την δική του απόφαση  να διεκδικήσει την επανεκλογή του. Άλλοι πάλι εκτιμούσαν ότι η απροσδιοριστία της συμπεριφοράς του εκλογικού σώματος οφειλόταν στην απουσία ουσιαστικού δημοσίου πολιτικού διαλόγου μεταξύ των υποψηφίων που αναλώνονταν σε προεκλογικές εκστρατείες παράλληλων μονολόγων.   

Δυο πάντως πράγματα ήταν βέβαια. Το πρώτο ήταν ότι η αναποφασιστικότητα της πλειονότητας των πολιτών επιτεινόταν μπροστά στο πλήθος των υποψηφίων και των θεματολογιών που ο καθένας τους επέλεγε προκειμένου να εκπέμψει το δικό του διακριτό στίγμα δημιουργώντας μια σύγχυση περί το τελικό και κρισιμότερο εκλογικό διακύβευμα. Το δεύτερο ήταν ότι, παρά τη σύγχυση, για τους περισσότερους το μεγάλο εκλογικό διακύβευμα παρέμενε η διατήρηση της αγοραστικής τους δύναμης υπό συνθήκες αυξανόμενου πληθωρισμού και κόστους ζωής.

Η εισβολή της Ιστορίας

Όλα αυτά όμως ίσχυαν μέχρι τα ξημερώματα της 24ης Φεβρουαρίου. Από εκεί και πέρα η είδηση της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία σήμανε την ταυτόχρονη εισβολή της μεγάλης Ιστορίας στην πολιτική σκηνή, στον δημόσιο χώρο και σε απευθείας μετάδοση.

Το κλίμα μεταβλήθηκε άρδην. Το momentum της προεκλογικής περιόδου άλλαξε αιφνίδια. Τα φώτα της δημοσιότητας στράφηκαν αποκλειστικά στα μέτωπα του ρωσο-ουκρανικού πολέμου. Το ίδιο και τα ενδιαφέροντα της κοινής γνώμης.

Έκτοτε τα γαλλικά ΜΜΕ ασχολούνται σε εικοσιτετράωρη βάση με το θέμα. Στο ίδιο θέμα περιορίζονται πια και οι δημόσιες συζητήσεις. Πλην σποραδικών εξαιρέσεων, οι προεκλογικές εκδηλώσεις κατ’ ουσίαν έχουν ανασταλεί. Οι δημοσκοπήσεις ξεχάστηκαν. Ο δημόσιος λόγος μονοπωλήθηκε σχεδόν από τους ειδικούς που προσπαθούν να  αποκρυπτογραφήσουν τις κινήσεις των παικτών, να διαβλέψουν την τροπή των πραγμάτων την επόμενη ημέρα, να περιγράψουν τις συνέπειες της επιστροφής στην εποχή του ψυχρού πολέμου, να διερευνήσουν τις πιθανότητες μιας νέας σύγκρουσης αυτοκρατοριών.

Από την πρώτη άλλωστε στιγμή, στο διάγγελμα που απηύθυνε στον γαλλικό λαό λίγες ώρες μετά την ρωσική εισβολή, ο Πρόεδρος Μακρόν έκανε λόγο για την επιστροφή των φαντασμάτων του παρελθόντος, μίλησε για καμπή στην ιστορία της Ευρώπης και της Γαλλίας και την μεθεπόμενη ημέρα στην πολύ σύντομη επίσκεψή του στο ετήσιο Αγροτικό Σαλόνι του Παρισιού προειδοποίησε ότι ο πόλεμος θα έχει διάρκεια και οι επιπτώσεις του θα είναι βαριές.

Οι εξελίξεις φαίνεται να τον δικαιώνουν. Οι πιθανότητες ο πόλεμος στην Ουκρανία να μετεξελιχθεί σε έναν μακρόσυρτο ανταρτοπόλεμο, που θα καταστήσει την χώρα ένα ευρωπαϊκό Αφγανιστάν, κάθε μέρα που περνάει αυξάνονται περισσότερο. Η απόφαση του Προέδρου Πούτιν να θέσει την Ρωσία σε κατάσταση πυρηνικού συναγερμού μετέτρεψε αυτόχρημα την ρωσο-ουκρανική κρίση σε πανευρωπαϊκή.  Ο εφιάλτης του πυρηνικού ολέθρου ξαναζωντάνεψε εξήντα χρόνια ακριβώς μετά την κρίση των πυραύλων στην Κούβα.  Ανεξάρτητα από τους λόγους που ώθησαν τον Πρόεδρο Πούτιν να κάνει χρήση της απειλής των ατομικών όπλων, η αναφορά του σε αυτήν έγινε το θέμα των ημερών για την γαλλική κοινωνία που  ξέρει ότι η πατρίδα της αποτελεί τη μοναδική πυρηνική δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα αντίμετρα δε που η τελευταία αποφάσισε με ταχύτητα και συναίνεση εξέπληξαν και την γαλλική κοινή γνώμη, όπως εξέπληξαν όλους, προϊδεάζοντάς την για τις τεκτονικές αλλαγές που επέρχονται προς την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας σε όλα τα επίπεδα. Η βαρυσήμαντη ομιλία του καγκελαρίου Σολτς στην γερμανική Budenstang το βράδυ της περασμένης Κυριακής και η κοσμοϊστορική απόφαση της κυβέρνησής του να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες της Γερμανίας και να συμμετάσχει στην αποστολή όπλων στην Ουκρανία ήρθε αμέσως μετά να προστεθεί επιβεβαιώνοντας όχι μόνον την κρισιμότητα της όλης κατάστασης, αλλά και τη μετατόπιση του γαλλογερμανικού άξονα προς τις θέσεις που ο Γάλλος Πρόεδρος παγίως εξέφραζε επιμένοντας στην ανάγκη για κοινή ευρωπαϊκή πολιτική εξωτερικών, άμυνας και ασφάλειας.

Δεν είχε άλλωστε περάσει απαρατήρητη από το γαλλικό κοινό η διακριτική μεν, αλλά πολύ αιχμηρή κριτική που ασκούσαν τις προηγούμενες ημέρες κυβερνητικοί βουλευτές και έγκυροι σχολιαστές στις παλαιότερες αποφάσεις της Άνγκελα Μέρκελ να σταματήσει τη λειτουργία των γερμανικών πυρηνικών σταθμών, να επιμείνει στην κατασκευή του North Stream 2 και να διαιωνίσει την εξάρτηση της χώρας της  από το ρωσικό φυσικό αέριο. Όπως δεν είχε μείνει καθόλου κρυφή η γαλλική ενόχληση για την αρχική εναντίωση της κυβέρνησης Σολτς στον αποκλεισμό των ρωσικών τραπεζών από το σύστημα των συναλλαγών μέσω SWIFT. 

Τι άραγε μπορούν να σημαίνουν όλα αυτά για τη συνέχεια που θα έχει ο πολιτικός ανταγωνισμός ενόψει των Γαλλικών προεδρικών εκλογών;

Εθνική ενότητα και νέα εκλογικά διακυβεύματα

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τη στιγμή ακριβώς που ο απερχόμενος Πρόεδρος Μακρόν είχε αρχίσει να υφίσταται κριτική περί μη αποτελεσματικότητας των πρωτοβουλιών και των μεσολαβητικών προσπαθειών που κατέβαλε για την αποτροπή της στρατιωτικής εμπλοκής της Ρωσίας στην διένεξή της με την Ουκρανία – με την περίφημη σκηνή της συνάντησής του με τον Πρόεδρο γύρω από το τραπέζι των έξι μέτρων να έχει γίνει μνημειώδης – είδε τις εξελίξεις να τον δικαιώνουν και την θέση του να ενισχύεται τόσο εντός όσο και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Είχε πράγματι επενδύσει πολλά στην γαλλική προεδρία της τελευταίας. Όμως, ούτε ο ίδιος ούτε οι συμπατριώτες του περίμεναν ότι θα βρισκόταν στο επίκεντρο των κοσμογονικών γεγονότων που σήμερα ζει η Ευρώπη και κατ’ επέκταση ο κόσμος.

Ήταν, εξάλλου, χαρακτηριστικό ότι όταν οι Αμερικανοί άρχισαν να κοινοποιούν τις πληροφορίες τους περί των πραγματικών προθέσεων του Προέδρου Πούτιν, η εκτίμηση που γενικώς επικρατούσε στην γαλλική κοινή γνώμη και τους παροικούντες την πολιτική Ιερουσαλήμ ήταν ότι επρόκειτο μάλλον για υπερβολικές, ίσως μάλιστα και πονηρές,  φοβίες.
Δεν είναι, ωστόσο, σίγουρο ότι ο Πρόεδρος Μακρόν ήταν της ίδιας άποψης. Η καθυστέρηση της επίσημης ανακοίνωσης της υποψηφιότητάς του αποδεικνύεται, εκ των υστέρων  τουλάχιστον,  ότι δεν αποτελούσε απλώς ένα στρατήγημα που του επέτρεπε να διατηρήσει έναντι των αντιπάλων του το πλεονέκτημα της εξαίρεσης του Προέδρου που δεν έχει υποβάλει υποψηφιότητα από τους κανόνες της ισοκατανομής του χρόνου προβολής όλων των υποψηφίων.

Σε κάθε πάντως περίπτωση τα πλεονεκτήματα του έχουν τώρα  πολλαπλασιαστεί και οι πιθανότητες της επανεκλογής του αυξάνονται κατακόρυφα. Όχι τόσο εξαιτίας της ενίσχυσης της ηγετικής εικόνας του, όσο κυρίως εξ αιτίας του γεγονότος ότι πλέον μπορεί να λειτουργεί ως η ενσάρκωση του θεσμού που από την φύση του συμβολίζει την ενότητα του έθνους. Πολύ δε περισσότερο που, υπό τις σημερινές περιστάσεις, η ενότητα αυτή αποκτά το νέο περιεχόμενο που της προσδίδουν οι απτοί κίνδυνοι προ των οποίων ξαναβρίσκεται η πατρίδα του και η Ευρώπη.

Καθόλου τυχαία ο Εμανουέλ Μακρόν επενδύει τώρα σε αυτήν την ενότητα περισσότερα ίσως και από αυτά που είχε επενδύσει και δικαιώθηκε στην γαλλική προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης. Την επόμενη του διαγγέλματος με το οποίο ο Πούτιν εκτόξευσε την πυρηνική απειλή έσπευσε αμέσως να καλέσει στο Προεδρικό Μέγαρο προς διαβούλευση τους προκατόχους του Σαρκοζί και Ολάντ. Και την ίδια ημέρα ο Πρωθυπουργός του, Ζαν Καστέξ, κάλεσε προς εκτενή ενημέρωση όλους τους υποψήφιους για την Προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας, ενώ ταυτόχρονα συγκάλεσε σε έκτακτη ολομέλεια την Εθνοσυνέλευση και την Γερουσία, που πραγματοποιήθηκε χθες με την παρουσία του πρέσβη της Ουκρανίας στα θεωρεία.

Το ίδιο βράδυ εμφανίστηκαν και οι πρώτες μετά την ρωσική εισβολή δημοσκοπήσεις με τον απερχόμενο Πρόεδρο να έχει ξεφύγει πολύ μπροστά κερδίζοντας δυο μονάδες μέσα στις λίγες  προηγούμενες ημέρες και  φθάνοντας για πρώτη φορά στο 28% με όλους τους υπόλοιπους αντιπάλους του να καταγράφουν ισόποσες περίπου απώλειες.

Το σημαντικότερο είναι ότι, ενώ πριν από τη ρωσική εισβολή τα ποσοστά των πολιτών  που εξέφραζαν φιλορωσικές θέσεις και τάσσονταν υπέρ μιας μεγαλύτερης γαλλο-ρωσικής προσέγγισης έφταναν και ξεπερνούσαν το 45% του εκλογικού σώματος, τώρα ακόμα και η γνωστή για τις σχέσεις της με την Μόσχα Μαρίν Λε Πεν,  καθώς και ο ακροδεξιός υπερεθνικιστής Ερίκ Ζεμμούρ, που υποστήριζε ότι εκείνο που λείπει από την Γαλλία είναι ένας Πρόεδρος σαν τον Πούτιν, επιχειρούν να ανασκευάσουν τις προηγούμενες τοποθετήσεις τους  χωρίς ωστόσο να πετυχαίνουν να συγκρατήσουν την δημοσκοπική τους πτώση.

Πράγμα που όμως δεν αποκλείει καθόλου το ενδεχόμενο με τα μεγάλα και βασικά πολιτικά ζητήματα να επανέρχονται στο επίκεντρο των δημοσίων συζητήσεων, ο ρόλος της Γαλλίας να αποτελέσει το νέο εκλογικό διακύβευμα χαράζοντας παράλληλα  νέες οριζόντιες διαχωριστικές γραμμές στο γαλλικό πολιτικό σύστημα.

Άλλωστε το μόνο σίγουρο είναι ότι οι συζητήσεις αυτές στην Γαλλία  έχουν ιστορικό βάθος και οι αντίστοιχες πολιτικές διαφωνίες έχουν εξίσου βαθιές κοινωνικές ρίζες. Είναι, εξάλλου, συμπτωματικό ότι ο μεν Ζαν-Λυκ Μελανσόν, ο επιδραστικότερος υποψήφιος της Αριστεράς ξανακάνει σημαία της εκλογικής του εκστρατείας τα παλιά αιτήματα του κινήματος των αδεσμεύτων, ο δε γκωλικός Νικόλα Σαρκοζί, διαφοροποιούμενος από τον σοσιαλιστή Φρανσουά Ολάντ, τοποθετείται υπέρ της εξάντλησης των περιθωρίων συνέχισης του διαλόγου με τον Ρώσο Πρόεδρο. Στην ίδια γραμμή του κατευνασμού κινούνται δημόσια πρόσωπα,  όπως ο πρώην πρωθυπουργός και υπουργός εξωτερικών του Σιράκ Νομινίκ ντε Βιλπέν καθώς και ο πρώην υπουργός εξωτερικών της κυβέρνησης Λιονέλ Ζοσπέν και παλιός σύμβουλος το Μιτεράν Υμπέρ Βεντρίν.

Ποιος είπε ότι η επίτευξη εθνικής ενότητας έγινε ξαφνικά  μια απλή υπόθεση;