Kreport > articles > Ο πόλεμος της γενιάς μας

Ο πόλεμος της γενιάς μας

Του Παύλου Τσίμα

«Η Ρωσία»- είχε πει κάποτε, στα πρώτα μετασοβιετικά χρόνια, ο Brzezinski- «μπορεί να είναι είτε μια αυτοκρατορία είτε μια δημοκρατία, μα δεν μπορεί να είναι και τα δύο μαζί». Ένας σπουδαίος ιστορικός, από την άλλη πλευρά του ιδεολογικού φάσματος, ο Hobsbawm, είχε συμφωνήσει μαζί του. Ο Γκορμπατσόφ είχε δοκιμάσει να εκδημοκρατίσει την σοβιετική αυτοκρατορία. Δεν τα κατάφερε. Ένα πραξικόπημα του στρατού, της KGB και των σκληροπυρηνικών του κόμματος, τον Αύγουστο του 91, έκανε την αποτυχία του οριστική. Κι ήταν εκείνο το βραχύβιο, αλλά μοιραίο πραξικόπημα που προκάλεσε (ή επιτάχυνε) την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Η Ουκρανία κήρυξε την ανεξαρτησία της εκείνον ακριβώς τον Αύγουστο, με αφορμή το πραξικόπημα. Και η Ρωσία η ίδια, έχοντας παραιτηθεί από την φιλοδοξία της αυτοκρατορίας, έζησε ένα σύντομο όνειρο δημοκρατίας. Ένας «κοκκινόμαυρος» συνασπισμός εθνικιστών και νοσταλγών, όχι του κομουνισμού ως ιδεολογίας ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, μα του ισχυρού, συγκεντρωτικού, ανελέητου κράτους που λειτουργούσε στο όνομά του, με την υποστήριξη μιας στρατιάς διεφθαρμένων νέο-ολιγαρχών, που ήθελαν μια ισχυρή αυταρχική εξουσία για να ληστεύουν τον πλούτο της χώρας υπό την προστασία του, επικράτησε και διέλυσε γρήγορα τις όποιες δημοκρατικές ελπίδες. Και τώρα παρακολουθούμε, με κομμένη ανάσα, την τελευταία πράξη του έργου, τριάντα χρόνια αργότερα. Μια Ρωσία που έχει ζήσει ίδια την ήττα της δημοκρατίας και ηγείται μιας μεγάλης, φανερής και υπόγειας, εκστρατείας κατά της φιλελεύθερης δημοκρατίας στον κόσμο, αναβιώνει το όνειρο της αυτοκρατορίας, εισβάλοντας στην Ουκρανία. Για να επιβεβαιώσει και πάλι τον Brzezinski, που έχει πει ότι «η Ρωσία χωρίς την Ουκρανία παύει να είναι αυτοκρατορία».

Το δράμα που εξελίσσεται στην Ουκρανία μπορεί να το δει κανείς, πρώτα, στην γεωπολιτική του διάσταση. Όπου, 32 χρόνια μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, 30 χρόνια μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος του ψυχρού πολέμου, ανακαλύπτουμε ότι η Ευρώπη και ο κόσμος αντί να έχουν κάνει ένα άλμα προς ένα μέλλον ειρήνης και ευημερίας, κινδυνεύουν με μια καταβύθιση στο παρελθόν, από τον 21ο πίσω στον 19ο αιώνα. Ο κυνισμός και η βαρβαρότητα της εισβολής επιβεβαιώνουν εκ των υστέρων όσους- όπως ο Κέναν ή Κίσσινγκερ- προειδοποιούσαν πως αν οι ΗΠΑ συμπεριφερθούν στην μετά-σοβιετική Ρωσία ως νικητές του ψυχρού πολέμου προς ηττημένο, και μάλιστα με τον ταπεινωτικό τρόπο που φέρθηκαν στην Γερμανία οι νικητές του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, τα αποτελέσματα θα είναι ανάλογα, οδυνηρά.

Η Σοβιετική Ένωση του Γκορμπατσόφ είχε επιλέξει να βάλει τέλος σε έναν ψυχρό πόλεμο που την γονάτιζε οικονομικά και είχε ειλικρινά προσφέρει την συνεργασία της για τον τερματισμό του. Υπήρχε, λοιπόν, η ευκαιρία να οργανωθεί μια νέα συνεργατική σχέση των δύο πρώην αντίπαλων κόσμων, σε μια πιο ισότιμη βάση. Η ευκαιρία χάθηκε και η ευθύνη ανήκει πρωτίστως στις αμερικανικές ηγεσίες που διαχειρίστηκαν με αλαζονεία την νέα τάξη πραγμάτων στον κόσμο. Η ευθύνη αυτή δεν ελαφρύνει την θέση του Πούτιν, όπως έχει σωστά ειπωθεί ότι η ευθύνη των συμμάχων για την συνθήκη των Βερσαλλιών δεν αποτέλεσε ποτέ ελαφρυντικό για τα εγκλήματα του Χίτλερ. Ένας νέος ψυχρός πόλεμος- αν η εισβολή στην Ουκρανία εκεί οδηγήσει- θα είναι ευθύνη του Πούτιν. Αλλά η χαμένη ευκαιρία της δεκαετίας του 90, χαμένη κάπου ανάμεσα στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, θα μείνει ως ένα σκληρό μάθημα για το μέλλον.

Το Ουκρανικό δράμα, όμως, μπορεί κανείς να το δει και σε μια άλλη του διάσταση, πέραν της γεωπολιτικής. Μια διάσταση πολιτιστική. Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 90 ήταν χρόνια δημοκρατικής ευφορίας. Οι δημοκρατικοί θεσμοί κέρδιζαν έδαφος στον κόσμο, η δημοκρατία ήταν το διεθνές υπόδειγμα προς μίμηση, ο κόσμος έμοιαζε να έχει εμπεδώσει ως μάθημα από τα χρόνια του ψυχρού πολέμου πως δεν υπάρχει ειρήνη ούτε ευημερία χωρίς δημοκρατική πρόοδο. Τριάντα χρόνια αργότερα, η δημοκρατία είναι σε υποχώρηση. Το ίδρυμα Bertelsman, στην ετήσια έκθεσή του για την κατάσταση της δημοκρατίας στον κόσμο, υπολογίζει ότι το 2021 για πρώτη φορά από τις αρχές της δεκαετίας του 90, τα αυταρχικά καθεστώτα είναι περισσότερα από τις δημοκρατίες (67 έναντι 70). Και το ίδρυμα Freedom house, που ιδρύθηκε το 1941 ως φάρος για την συμμετοχή των ΗΠΑ στον αντιφασιστικό αγώνα, υπολογίζει ότι φέτος ήταν η 16η συνεχόμενη χρονιά υποχώρησης του δείκτη που μετρά το επίπεδο δημοκρατικής ελευθερίας στον κόσμο. Η ελευθερία βρέθηκε σε υποχώρηση σε 60 χώρες του κόσμου, ενώ μόνον 25 χώρες κατέγραψαν πρόοδο. Η εισβολή στην Ουκρανία, ιδίως αν καταγραφεί στην διεθνή συνείδηση ως νίκη του Πούτιν, είναι βέβαιο ότι θα επιδεινώσει την εικόνα.

Τριάντα χρόνια πριν, στην ατμόσφαιρα της μετά-ψυχροπολεμικής ευφορίας, ο Fukuyama είχε διατυπώσει τον περίφημο (και παρεξηγημένο) αφορισμό του για το «τέλος της ιστορίας». Την πρόβλεψη ότι θα ζήσουμε μια μακρά πληκτική περίοδο κυριαρχίας της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην γη. Ο ίδιος αποδίδει την αποτυχία της πρόβλεψής του σε δύο παράγοντες. Υποτίμησα, λέει, δύο στοιχεία: «την δυσκολία, πρώτον, της δημιουργίας όχι μόνο μιας δίκαιης δημοκρατίας, αλλά και ενός σύγχρονου, αμερόληπτου και αδιάφθορου κράτους» στις νέες χώρες. Και, δεύτερον, «την πιθανότητα εσωτερικής παρακμής της δημοκρατίας», και μάλιστα εκεί όπου εμφανιζόταν βαθιά και στέρεα ριζωμένη- στις ΗΠΑ για παράδειγμα.

Είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς τις επιπτώσεις του αδιανόητου που ξεκίνησε στην Ουκρανία τα ξημερώματα της Πέμπτης. Τις επιπτώσεις στις εμπλεκόμενες χώρες τις ίδιες, την Ουκρανία και την Ρωσία. Τις μακροπρόθεσμες συνέπειες της κατάλυσης του μεταπολεμικού υποδείγματος και των κανόνων που κυβερνούσαν τις διεθνείς σχέσεις. Τους κινδύνους μετάδοσης του «αναθεωρητικού» ιού και σε άλλες περιοχές, ακόμη πιο κοντά μας ή τις επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή ασφάλεια ή στην ευρωπαϊκή οικονομία. Μα υπάρχει ένα πεδίο στο οποίο οι επιπτώσεις είναι προβλέψιμες και εξαιρετικά επικίνδυνες: το πεδίο της δημοκρατίας. Ο αγώνας για την ανάσχεση της παρακμής της δημοκρατίας στον κόσμο- αυτός είναι στ αλήθεια «ο πόλεμος της γενιάς μας».-