Kreport > Uncategorized > New York Times: Οι συνέπειες της κρίσης στην παγκόσμια οικονομία

New York Times: Οι συνέπειες της κρίσης στην παγκόσμια οικονομία

Ακόμα και πριν από το διάγγελμα Πούτιν την περασμένη Δευτέρα, η ανακοίνωση Μπάιντεν για κυρώσεις απέναντι στη Ρωσία είχε ήδη ρίξει τις αγορές κι είχε εκτοξεύσει τις τιμές του φυσικού αερίου. Όσο όμως έντονες και αν είναι οι οικονομικές επιπτώσεις από την ουκρανική κρίση, δεν θα φτάνουν τον καταστροφικό αντίκτυπο που είχαν τα lockdown του 2020 και αυτό γιατί η σε αντίθεση με την Κίνα, η Ρωσία δεν αποτελεί τόσο μεγάλο «παίχτη» στην παγκόσμια οικονομία.

Παράδειγμα, η Ιταλία με τον μισό πληθυσμό από τη Ρωσία και λιγότερους φυσικούς πόρους έχει οικονομία διπλάσια σε μέγεθος. Ο οικονομολόγος του Harvard και πρώην σύμβουλος του Obama, Jason Furman, υπογραμμίζει πως αν εξαιρεθεί το πετρέλαιο και το αέριο η Ρωσία έχει ασήμαντο ρόλο στην παγκόσμια οικονομία και την παραλληλίζει με ένα τεράστιο βενζινάδικο. Βέβαια ένα κλειστό βενζινάδικο θα δημιουργήσει προβλήματα σε αυτούς που εξαρτώνται από αυτό καθώς η Ευρώπη προμηθεύεται το 40% του φυσικού αερίου και το 25% του πετρελαίου από τη Ρωσία και οι τιμές στους λογαριασμούς έχουν ήδη αυξηθεί.

Επί πλέον υπάρχει και το ζήτημα των τιμών των τροφίμων, οι οποίες είναι ήδη στα ύψη λόγω των προβλημάτων που δημιούργησε η πανδημία στην αλυσίδα εφοδιασμού. Θα πρέπει όμως να ληφθεί υπόψιν πως η Ρωσία είναι ο μεγαλύτερος τροφοδότης σιταριού στον κόσμο. Η Τουρκία για παράδειγμα προμηθεύεται πάνω από το 70% του σιταριού της από τη Ρωσία και ενώ ήδη βρίσκεται σε οικονομική κρίση με τις τιμές των τροφίμων και των καυσίμων να έχουν εκτοξευθεί, ένα ενδεχόμενο πρόβλημα στην τροφοδοσία θα επιβαρύνει ακόμα περισσότερο την κατάσταση.

Σύμφωνα με τους αναλυτές που παρακολουθούν τις εξελίξεις στη Ρωσία θεωρούν πως ο αντίκτυπος για τις οικογένειες της αμερικανικής εργατικής τάξης και τους traders της Wall Street θα εξαρτηθεί από το πως θα εξελιχθεί μια ενδεχόμενη εισβολή. Αν, παράδειγμα, τα ρωσικά στρατεύματα παραμείνουν στα σύνορα ή θα επιτεθούν στο Κίεβο καθώς και η διάρκεια που θα έχει μια πολεμική σύγκρουση και η φύση των κυρώσεων που θα επιβληθούν από τη Δύση. Και είναι σαφές πως η αβεβαιότητα και η αστάθεια επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα.

Όσον αφορά την ενέργεια, η Δύση έχει λάβει μέτρα για να αμβλύνει τον αντίκτυπο στην Ευρώπη. Οι ΗΠΑ αύξησαν την παράδοση υγροποιημένου φυσικού αερίου και ζήτησαν από άλλους προμηθευτές όπως το Κατάρ να κάνουν το ίδιο. Σε γενικές γραμμές, οι ΗΠΑ είναι πολύ λιγότερο ευάλωτες από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ρωσίας.

Οι Αμερικανοί, όπως έχει ήδη προειδοποιήσει ο Μπάιντεν, είναι πιθανό να δουν υψηλότερες τιμές της βενζίνης. Επειδή όμως είναι οι ίδιες μεγάλος παραγωγός φυσικού αερίου, αυτές οι αυξήσεις τιμών δεν είναι τόσο απότομες και τόσο εκτεταμένες όσο αλλού.

Η Ευρώπη έχει πολύ περισσότερους δεσμούς με τη Ρωσία και συμμετέχει σε περισσότερες οικονομικές συναλλαγές — συμπεριλαμβανομένης της αγοράς ρωσικού φυσικού αερίου. Πετρελαϊκές εταιρείες όπως η Shell και η Total έχουν κοινοπραξίες στη Ρωσία, ενώ η BP υπερηφανεύεται ότι «είναι ένας από τους μεγαλύτερους ξένους επενδυτές στη Ρωσία». Σύμφωνα με τον διευθυντή του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, Adam Tooze, σοβαρές κυρώσεις που πλήττουν τη Ρωσία έχουν τη δυνατότητα να προκαλέσουν τεράστια ζημιά και στους ευρωπαίους πελάτες της.

Όλο το θέμα «What’s at Stake for the Global Economy as Conflict Looms in Ukraine», μπορείτε να το διαβάσετε στους New York Times,