Kreport > articles > Ο Αναπτυξιακός Νόμος της Ελλάδας 1982-2020: Μια πολυεπίπεδη αξιολόγηση για την καλύτερη αξιοποίηση των πόρων, του Κωνσταντίνου Οικονόμου, Εκδόσεις economia, Αθήνα 2022

Ο Αναπτυξιακός Νόμος της Ελλάδας 1982-2020: Μια πολυεπίπεδη αξιολόγηση για την καλύτερη αξιοποίηση των πόρων, του Κωνσταντίνου Οικονόμου, Εκδόσεις economia, Αθήνα 2022

Γράφει ο Αντώνης Παπαγιαννίδης

Περίπου την ώρα που συζητούσαν στη Βουλή τον νέο αναπτυξιακό νόμο -επέπρωτο να καταγραφεί ως «Νόμος Γεωργιάδη», παρά το γεγονός ότι μεγαλύτερο ρόλο διαδραμάτισε στην τελική ευθεία ο Νίκος Παπαθανάσης, ως υπουργός αναπληρωτής- κυκλοφόρησε το βιβλίο αυτό του Κ. Οικονόμου. To οποίο επιχειρεί να κάνει μια αποτίμηση των (έξι, καλά να ‘μαστε!) νόμων επενδυτικών κινήτρων με τους οποίους, ξεκινώντας το 1982 και καταλήγοντας το 2016 οπότε είχε ψηφισθεί και ο (ήδη) προτελευταίος νόμος, επιχειρήθηκε να τονωθεί η οικονομική δραστηριότητα με το βλέμμα στραμμένο στο φωτεινό όνειρο της ανάπτυξης. (΄Αλλωστε, χαρακτηριστικό, οι σχετικές αρμοδιότητες, αφού περιπλανήθηκαν από το Συντονισμού και το Εθνικής Οικονομίας στο Βιομηχανίας, κατέληξαν στο όσο-γίνεται-πιο-υποδηλωτικό προθέσεων της εποχής Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων).

Η δουλειά του Κ. Οικονόμου, όπως ο ίδιος την έχει στοχοθετήσει, ήταν να συγκεντρώσει και να αναδείξει στοιχεία για το κατά πόσον οι διαδοχικοί αυτοί νόμοι –κυρίως κυβερνήσεων με σοσιαλιστική πρόθεση: Πρώτης εποχής ΠΑΣΟΚ/Ανδρέα Παπανδρέου στο ξεκίνημα το 1982, δυο επί εποχής Κ. Σημίτη (ο ένας, το 2004 υπήρξε επανορθωτικός του άλλου που προηγήθηκε, του 1998), ένας στην αρχή της κρίσης επί ΓΑΠ (το 2011, με διορθωτικό του 2013 επί συγκυβέρνησης με την ιδιαιτερότητα τίτλου «Για την διαμόρφωση φιλικού επενδυτικού περιβάλλοντος»), ο τελευταίος επί ΣΥΡΙΖΑ μετά την προσγείωση (του 2016). Μόνος καθαρά φιλελεύθερης σφραγίδας, ο νόμος του 1990.

Εκείνο, τώρα, που φέρνει στην επιφάνεια ο Κ. Οικονόμου είναι διαισθητικά ή/και «δημοσιογραφικά» γνωστό: Η αποτελεσματικότητα των διαδοχικών αυτών νόμων, όσον αφορά την συμβολή τους στην κεντρική επιδίωξη της ανάπτυξης, αλλά και στους επιμέρους στόχους του καθενός, υπήρξε περιορισμένη. Προς εξαιρετικά περιορισμένη. Από πλευράς δημιουργίας θέσεων εργασίας, που σεμνοπρεπώς διακηρύσσεται πάντα ως προτεραιότητα, δεν προέκυψαν και σπουδαία πράγματα. Από πλευράς περιφερειακής ανάπτυξης/αποκέντρωσης, παρομοίως. Ο συσχετισμός δε με την κλαδική προτίμηση  (ισχυρά καθοδηγούμενη από την αγορά, αυτό αναδείχθηκε ιδιαίτερα στις τελευταίες περιόδους με την αυτονόμηση του τουριστικού κλάδου) θολώνει ακόμη περισσότερο την περιφερειακή επιδίωξη, μπορεί μεν να ενισχύεται εκ πρώτης όψεως η τοπική δραστηριότητα αλλά με τι εναπομένουσα τοπική επίπτωση; Αλλά και σε επίπεδο στήριξης των μικρότερων μονάδων, δηλαδή των συνήθως αναφερομένων στους στόχους ΜμΕ, η επιτυχία υπήρξε περιορισμένη καθώς η ικανότητα των μεγαλύτερη επιχειρήσεων να οργανώνουν και να προωθούν φακέλους επιχορήγησης ανεδείχθη –να το πούμε ευγενικά! – δυσανάλογα μεγαλύτερη απ’ εκείνη των μικρότερων, όσο κι αν αυτές δείχνουν ενδιαφέρον.

Υπάρχει και ένα ακόμη επίπεδο, που με έμφαση επισημαίνει ο συγγραφέας: Η πολυπλοκότητα των διαδικασιών και η «αποστράτευση» του διοικητικού μηχανισμού έγκρισης και ελέγχου στην πράξη: Διόλου τυχαία, αφιερώνει το βιβλίο αυτό «στους δημοσίους υπαλλήλους που εργάστηκαν, εργάζονται και θα εργασθούν μελλοντικά για την εφαρμογή του αναπτυξιακού νόμου».

Θα μπορούσε κανείς, έτσι όπως η στοχοθεσία και η συνολική προσέγγιση του Αναπτυξιακού Νόμου του 2022 αλλά και η συνολική αντίληψη της εποχής δείχνει να «απαντά» σε μερικά από τα παραπάνω – ευθεία εύνοια προς την μεγέθυνση των παραγωγικών μονάδων, έμφαση σε δραστηριότητες που μόνον εντάσεως εργασίας δεν είναι: Συνεπώς…. ειλικρίνεια! – να σκεφτεί ότι ακριβώς τα διδάγματα του παρελθόντος έγιναν, αρνητικά τουλάχιστον, κατανοητά. Όπως δε ο νέος νόμος θα συναρθρώνεται με την λειτουργία του Ταμείου Ανάπτυξης, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επιχειρείται νέα/διαφορετική εκκίνηση με βάση τα διδάγματα αυτά.

Ωστόσο, η δουλειά του Κ. Οικονόμου, με την σάρωση των ευρημάτων από τις αξιολογήσεις και αποτιμήσεις των διαδοχικών νόμων δεν επιτρέπει ιδιαίτερη αισιοδοξία ως προς τον βαθμό ενσωμάτωσης της εμπειρίας από την παλαιότερη εφαρμογή στον σχεδιασμό του μέλλοντος. (Τουλάχιστον ελπίζει κανείς η ανάγκη συμβατότητας με το Ενωσιακό Δίκαιο να έχει συνειδητοποιηθεί, μετά την εμπειρία παλιότερων νόμων και διατάξεων που – όπως σταχυολογεί ο Κ. Οικονόμου – «ξηλώθηκαν» παλαιότερα από τις Βρυξέλλες. Και τρέχαμε μετά να τα συμμαζέψουμε).

Τελικά, βέβαια, ο συγγραφέας κάνει το μήνυμά του σχετικά με την σοφία των διαδοχικών Αναπτυξιακών Νόμων της Μεταπολίτευσης σαφέστερο παραπέμποντας στον κλασσικό ορισμό των οικονομικών που οφείλουμε στον βαρώνο Lionel Robbins: «Η επιστήμη που μελετά την ανθρώπινη συμπεριφορά ως σχέση στόχων και σπάνιων πόρων, που έχουν και εναλλακτικές χρήσεις». Εδώ ούτε η σπάνις των πόρων συνειδητοποιείται, ούτε οι εναλλακτικές τους χρήσεις λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Όσο δε για τους στόχους…