Kreport > articles > Στο μυαλό του Ερντογάν

Στο μυαλό του Ερντογάν

Του Παύλου Τσίμα

 Ήταν, πρώτα, εκείνες οι δύο επιστολές της Άγκυρας προς τον ΟΗΕ, τον περασμένο Ιούλιο και Σεπτέμβριο.  Δεν επαναλάμβαναν απλώς τον παλιό, αβάσιμο ισχυρισμό ότι η Ελλάδα δεν δικαιούται, βάσει των συμφωνιών της Λωζάννης και των Παρισίων, να εξοπλίζει τα μεγάλα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, για την άμυνά τους. Προσέθεταν έναν νέο: Πως  η Ελλάδα, εξοπλίζοντας τα νησιά, χάνει τα επ αυτών κυριαρχικά της δικαιώματα. Πως, δηλαδή, η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών είναι προϋπόθεση της ελληνικής κυριαρχίας. Τον ισχυρισμό επανέφερε, με νέα έμφαση, ο υπουργός εξωτερικών Τσαβούσογλου σε μια τηλεοπτική του συνέντευξη στις 10 Φεβρουαρίου, αναγγέλοντας τουρκική «δράση» για το θέμα. Και την περασμένη Τετάρτη το πήρε επάνω του ο ίδιος ο Ερντογάν. Αναγγέλοντας ότι, εφ όσον η Ελλάδα συνεχίζει να εξοπλίζεται, θα φέρει το θέμα στο υψηλότερο επίπεδο»- ό,τι κι αν αυτό σημαίνει.

Ένα ερώτημα είναι γιατί η Άγκυρα επαναφέρει το θέμα κάθε φορά που πρόκειται να αρχίσει ένας γύρος διερευνητικών επαφών με την Ελλάδα. Ένα δεύτερο ερώτημα είναι γιατί η Τουρκία έβγαλε τώρα από το συρτάρι και γυάλισε με νέο- προπαγανδιστικά, όχι νομικά νέο-  λούστρο έναν παλιό ισχυρισμό, τον οποίο ποτέ, δεκαετίες ολόκληρες, κανείς δεν είχε πάρει και πολύ στα σοβαρά. Γιατί αναβαθμίζει και δίνει τέτοια έμφαση σ’ ένα θέμα, για το οποίο σημαντικοί Τουρκοι διπλωμάτες και αναλυτές έχουν κατά καιρούς παραδεχθεί ότι δεν στέκει, η ελληνική θέση είναι νομικά ισχυρή και η τουρκική όχι (έχει καταγραφεί, άλλωστε, από την δεκαετία του 30, μια ρητή αποδοχή του τότε Τούρκου Υπουργού εξωτερικών Ρουστού Αράς, κατά την κύρωση της συνθήκης του Μοντρέ από την Μεγάλη Εθνοσυνέλευση, της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας στα νησιά).

Μα το πιο σημαντικό ερώτημα είναι γιατί, με αυτόν τον τρόπο, ο Ερντογάν επιλέγει να ανοίξει ένα νέο μέτωπο με την Ελλάδα, την στιγμή που καταβάλει, προσωπικά, μεγάλες προσπάθειες να κλείσει όλα τα μέτωπα που ο ίδιος είχε ανοίξει τα τελευταία χρόνια με όλες τις άλλες χώρες της γειτονιάς.

Είναι χαρακτηριστικό: Ο Τούρκος Πρόεδρος έκανε τις δηλώσεις για τα νησιά και την αποστρατιωτικοποίησή τους, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στο Αμπού Ντάμπι. Ήταν η πρώτη του επίσκεψη στα Εμιράτα από το 2013 κι αφού στο μεταξύ με την χώρα αυτή είχε βρεθεί σχεδόν σε εμπόλεμη κατάσταση και την είχε κατηγορήσει μέχρι και για συμμετοχή στην οργάνωση και την χρηματοδότηση του εναντίον του πραξικοπήματος, το 2016. Στην διάρκεια της ίδιας συζήτησης με τους δημοσιογράφους που τον συνόδευαν στο ταξίδι, ο Ερντογάν ανάγγειλε ότι πρόκειται σύντομα να επισκεφθεί και την Σαουδική Αραβία- άλλη μια χώρα με την οποία η Τουρκία ήταν στα μαχαίρια, τουλάχιστον από το 2018, από την δολοφονία Κασόγκι. Εκείνη την ίδια ημέρα, οι απεσταλμένοι του έφθαναν στο Τελ Αβίβ, για να προετοιμάσουν την πρώτη, εδώ και 15 χρόνια, επίσκεψη Ισραηλινού Προέδρου στην Άγκυρα. Και, βεβαίως, συνεχίζονται πάντοτε οι προσπάθειες προσέγγισης με την Αίγυπτο, μια χώρα με την οποία οι γέφυρες είχαν βίαια κοπεί το 2013, λόγω της τουρκικής υποστήριξης προς τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και το καθεστώς Μόρσι.

Γιατί, λοιπόν, η Ελλάδα εξαιρείται από αυτήν την καμπάνια επανόρθωσης λαθών και επούλωσης τραυμάτων; Γιατί ο Ερντογάν επιχειρεί να σβήσει, με θεαματικές «κωλοτούμπες», όλες τις εστίες φωτιάς που ο ίδιος είχε ανάψει τα τελευταία χρόνια, μα την φωτιά με την Ελλάδα την αναζωπυρώνει;

Τις χώρες του Κόλπου, με τις οποίες τον έφερε σε σύγκρουση η φιλοδοξία του να αναστήσει ένα ιδιόμορφο, μεταμοντέρνο «χαλιφάτο», τις έχει ανάγκη για λόγους κυρίως οικονομικούς. Έχει ανάγκη τα κεφάλαιά τους για να κρατήσει όρθια μια οικονομία που δοκιμάζεται σκληρά. Το Ισραήλ το έχει ανάγκη, εκτός των άλλων, και ως προϋπόθεση για την βελτίωση των σχέσεών του με την Ουάσιγκτον. Κι έχει ανάγκη την Αίγυπτο, για χίλιους λόγους- και για να κρατήσει την Τουρκία στο ενεργειακό παιχνίδι στην ανατολική Μεσόγειο. Για κάθε έναν από τους άλλους «εχθρούς» του, ο Ερντογάν έχει ένα ισχυρό κίνητρο συμφιλίωσης. Για την Ελλάδα, όχι. Αντίθετα: Η εκλογική του ανάγκη να φλερτάρει το εθνικιστικό ακροατήριο και η πολιτική ανάγκη για ένα «εθνικό αντιπερισπασμό» στις περιπέτειες της οικονομίας, του δίνουν ένα κίνητρο, βραχυπρόθεσμα, να παίζει το χαρτί της έντασης στο Αιγαίο. Και η στρατηγική της «γαλάζιας πατρίδας»- που υπερβαίνει κατά πολύ τις άμεσες εκλογικές του ανάγκες- δίνει σε αυτό το παιχνίδι της έντασης κάποιο στρατηγικό βάθος.

Δεν ήταν πάντα έτσι. Για μια περίοδο, η επιτυχημένη «στρατηγική του Ελσίνκι» έδινε στην Τουρκία ένα πολύ ισχυρό κίνητρο εξομάλυνσης των σχέσεων με την Ελλάδα- ακόμη και στο Κυπριακό έμοιαζε έτοιμη για λύση. Γιατί η βελτίωση των σχέσεων και η επίλυση των διαφορών με την Ελλάδα ήταν η προϋπόθεση κάθε βήματος που θα αναβάθμιζε τις ευρω-τουρκικές σχέσεις. Η στρατηγική αυτή αφέθηκε να εκπνεύσει και δεν βρέθηκε άλλη να την αντικαταστήσει. Και οι διαφορές με την Ελλάδα μοιάζει να είναι, στο μυαλό του Ερντογάν, το μόνο πεδίο στο οποίο μπορεί, με χαμηλό ρίσκο, να παίζει με την φωτιά. Αυτό είναι που πρέπει να βρούμε τρόπο να αλλάξει.

Έχοντας μπροστά μας, λοιπόν, ένα δύσκολο 2022 για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις- ακόμη και η επέτειος των 100 χρόνων, με τις αντίπαλες αφηγήσεις κάθε πλευράς, παίζει τον ρόλο της- η Ελλάδα δεν έχει, ίσως, πολλά να κάνει, πέρα από το να οργανώσει πειστικά την προβολή των θέσεων της στο διεθνές κοινό και να ενισχύσει την άμυνά της. Μα κάπως πρέπει να αρχίσουμε να επεξεργαζόμαστε μια νέα στρατηγική, που να ξαναδίνει, στο μυαλό του Ερντογάν ή των διαδόχων του, ισχυρό λόγο να εξαιρεί τις ελληνοτουρκικές σχέσεις από την λίστα των στρατηγικών παιγνίων με τα οποία μπορεί ατιμώρητα να παίζει.