Kreport > articles > Ιστορική απόφαση, βήμα προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση

Ιστορική απόφαση, βήμα προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση

Του Αλέκου Κρητικού (*)

Χθες, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δίνοντας απάντηση στην κρίση που σοβούσε εδώ και καιρό στις σχέσεις της Πολωνίας και Ουγγαρίας με την ΕΕ, δέχθηκε με μια απόφαση –σταθμό ότι είναι επιτρεπτή η περικοπή ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων στα κράτη-μέλη που παραβιάζουν το κράτος δικαίου και απέρριψε τις σχετικές προσφυγές των δύο χωρών. Η απόφαση όμως αυτή δεν δίνει μόνο λύση στην εν λόγω κρίση, αλλά, όπως θα δούμε στη συνέχεια, αποτελεί παράλληλα ένα σημαντικό βήμα προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Δικαιώνεται έτσι για μια ακόμη φορά ο Ζαν Μονέ που προφητικά διέβλεπε ότι «η Ευρώπη θα οικοδομηθεί μέσα από κρίσεις και θα είναι το άθροισμα των λύσεων που θα δοθούν στις κρίσεις αυτές».

Το κράτος δικαίου κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και είναι μία από τις θεμελιώδεις αξίες της Ένωσης, η προστασία των οποίων αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερου άρθρου της Συνθήκης της Λισαβόνας και συγκεκριμένα του άρθρου 7. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, το Συμβούλιο μπορεί να διαπιστώσει την ύπαρξη σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος μέλος των αξιών του άρθρου 2  και να αποφασίσει την αναστολή ορισμένων δικαιωμάτων του κράτους αυτού, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων ψήφου στο Συμβούλιο. Όμως, οι συσχετισμοί δυνάμεων κατά την εποχή της υιοθέτησης της Συνθήκης της Λισαβόνας και οι αντιδράσεις των χωρών που ήταν εν δυνάμει υποψήφιες να υποστούν τέτοιες συνέπειες, οδήγησαν σε θέσπιση διαδικασιών και απαιτούμενων πλειοψηφιών που, πρακτικά, είναι απαγορευτικές για τη λήψη τέτοιων αποφάσεων.

Τα δύο τελευταία χρόνια παρατηρήθηκαν αλλεπάλληλα «κρούσματα» μη σεβασμού των αρχών του κράτους δικαίου, κατά κύριο λόγο από την Πολωνία και την Ουγγαρία, ιδίως μέσα από την αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και ακολούθως την αμφισβήτηση της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου έναντι του εθνικού. Η αδυναμία αποτελεσματικής ενεργοποίησης του άρθρου 7 της Συνθήκης οδήγησε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναζητήσει άλλες λύσεις και συγκεκριμένα τη μείωση ή την πλήρη αναστολή των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων προς τα υπόλογα κράτη μέλη. Έτσι, μετά από πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και μέσα από εκβιαστικού χαρακτήρα αντιρρήσεις της Πολωνίας και Ουγγαρίας, εγκρίθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 2020 ο κανονισμός περί γενικού καθεστώτος αιρεσιμότητος για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης σε περίπτωση παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου στα κράτη μέλη. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, ο κανονισμός επιτρέπει στο Συμβούλιο, κατόπιν πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, να λάβει, μεταξύ άλλων, μέτρα όπως η αναστολή των πληρωμών από τον προϋπολογισμό της Ένωσης.  

Ο κανονισμός αυτός, προϊόν αναγκαίων συμβιβασμών με τις δύο εγκαλούμενες χώρες, φαινόταν να περιορίζει το πεδίο δράσης του μόνο στις περιπτώσεις που οι παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου επηρεάζουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή τα οικονομικά συμφέροντά της. Την κατάσταση επιδείνωσε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου 2020 , που σε μια τελευταία προσπάθεια καθησυχασμού των Πολωνών και των Ούγγρων, είχε προβλέψει  ότι ο κανονισμός θα μπορεί να αρχίσει να εφαρμόζεται μόνο μετά τη θέσπιση, από την Επιτροπή, κατευθυντήριων γραμμών εφαρμογής του. Συνεχίζοντας, όμως, έλεγε ότι αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές δεν επιτρέπεται να θεσπιστούν εάν έχει ασκηθεί προσφυγή κατά του κανονισμού. Όπως ήταν αναμενόμενο, η Ουγγαρία και η Πολωνία άσκησαν αμφότερες προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητώντας την ακύρωση του κανονισμού και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, η εφαρμογή του κανονισμού «μπήκε στο ψυγείο».

Ήλθε, όμως, στη συνέχεια το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που κατέθεσε στο Δικαστήριο της ΕΕ αγωγή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για μη εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού,
υποστηρίζοντας ότι αυτό μπορεί να γίνει και χωρίς να υπάρχουν κατευθυντήριες γραμμές. Και τούτο επειδή η θέσπιση κατευθυντηρίων γραμμών δεν προβλέπεται από τον κανονισμό ούτε από κάποιο άλλο νομικό κείμενο αλλά μόνο από τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τα οποία όμως δεν είναι νομικώς δεσμευτικά. Εν ολίγοις, αδιέξοδο για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Τη λύση έδωσε η χθεσινή ιστορική απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ, με την οποία όχι μόνο απορρίπτονται οι προσφυγές Πολωνίας και Ουγγαρίας αλλά θεσπίζεται και μια κατεύθυνση  νομολογιακού χαρακτήρα για τη στάση που πρέπει να τηρεί η Ένωση έναντι τέτοιων καταστάσεων στο μέλλον.

Η απόφαση, αριστοτεχνικής νομικής δόμησης, περιλαμβάνει θέσεις  που καταρρίπτουν ένα προς ένα τα επιχειρήματα των δύο χωρών και αξίζει να μείνουν στην ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Έτσι, μεταξύ άλλων, το Δικαστήριο, θέτοντας το αξιακό πλαίσιο της απόφασής του, δηλώνει ότι «o σεβασμός των προσδιοριζόμενων και αμοιβαία ενστερνιζόμενων από τα κράτη μέλη κοινών αξιών στις οποίες βασίζεται η Ένωση (…) μεταξύ άλλων των αξιών του κράτους δικαίου και της αλληλεγγύης, δικαιολογεί την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών. Καθόσον ο εν λόγω σεβασμός αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση όλων των δικαιωμάτων που απορρέουν από την εφαρμογή των Συνθηκών σε κράτος μέλος, η Ένωση πρέπει να είναι σε θέση να προασπίσει, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της, τις ως άνω αξίες».

Συνεχίζοντας, υπογραμμίζει ότι «ο προϋπολογισμός της Ένωσης είναι ένα από τα κύρια μέσα για την υλοποίηση, στο πλαίσιο των πολιτικών και των δράσεων της Ένωσης, της θεμελιώδους αρχής της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών και ότι η εφαρμογή της αρχής αυτής, μέσω του προϋπολογισμού, βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη των κρατών μελών για την υπεύθυνη χρήση των κοινών πόρων που εγγράφονται στον προϋπολογισμό». Κατ’ ακολουθίαν, ο κανονισμός αποσκοπεί «στην προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης από τις επιπτώσεις που απορρέουν κατά τρόπο επαρκώς άμεσο από τις παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου» επισημαίνοντας όμως ότι δεν αποβλέπει «στην επιβολή κυρώσεων για τις παραβιάσεις αυτές καθαυτές». Διευκρινίζει εν τούτοις ότι «τα μέτρα προστασίας που μπορούν να ληφθούν πρέπει να είναι αυστηρώς αναλογικά προς τον αντίκτυπο της διαπιστωθείσας παραβίασης στον προϋπολογισμό της Ένωσης».

Όπως και στην αρχή αυτού του σημειώματος επισημάνθηκε, η  αξία της εν λόγω απόφασης δεν περιορίζεται στη διέξοδο που δίνει στη συγκεκριμένη κρίση αλλά έχει μεγάλη σημασία για αυτή καθ’ εαυτή την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η σημασία αυτή ομολογείται από τον ίδιο τον αρχιτέκτονα των επίμαχων διατάξεων στην Πολωνία, τον υπουργό Δικαιοσύνης Ζμπίγκνιεφ Ζιόμπρο, ο οποίος, θεωρώντας ότι την καταγγέλλει, δήλωσε ότι «η απόφαση αυτή χρησιμοποιείται για να μετατραπεί η ΕΕ σε ομοσπονδιακό κράτος που δεν θα επιτρέπει την ύπαρξη εθνικών κρατών» (!).

Αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μέσω της Προέδρου του Ρομπέρτα Μετσόλα, δήλωσε ότι «αναμένει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εφαρμόσει γρήγορα τον μηχανισμό αιρεσιμότητας» διευκρινίζοντας ότι αυτή είναι μια «αδιαπραγμάτευτη θέση». Ανάλογη ήταν η αντίδραση και μιας σειράς κρατών-μελών ενώ ακολούθησαν και οι δηλώσεις της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία χαιρέτισε την απόφαση του Δικαστηρίου αλλά ήταν πιο συγκρατημένη ως προς τη συνέχεια που θα δοθεί, υποσχόμενη την άμεση έκδοση των  κατευθυντήριων γραμμών – που εκκρεμούσαν λόγω των προσφυγών – και «την ανάλυση των αποφάσεων και του πιθανού τους αντικτύπου στα περαιτέρω μέτρα που θα λάβει (η Επιτροπή) δυνάμει του κανονισμού».

Οι επικείμενες εκλογές στην Ουγγαρία στις αρχές Απριλίου μάλλον δεν θα επιτρέψουν την άμεση υλοποίηση των περικοπών χρηματοδοτήσεων για να μη θεωρηθούν ως παρέμβαση στη διεξαγωγή τους. Αμέσως όμως μετά πρέπει να αναμένεται η αξιοποίηση του κανονισμού και της απόφασης του Δικαστηρίου. Το ζήτημα δεν πρέπει να μείνει ανοιχτό και να λειτουργεί τραυματικά για την Ένωση. Αν δεν αντιμετωπισθεί εγκαίρως και επαρκώς, κινδυνεύει να εξελιχθεί σε υπαρξιακό ερώτημα για το σύνολο της ΕΕ.

(*) Ο Αλέκος Κρητικός είναι Ειδικός Σύμβουλος του ΕΛΙΑΜΕΠ,  έχει διατελέσει στέλεχος της ΕΕ και Γεν. Γραμματέας στα υπουργεία Ανάπτυξης και Εσωτερικών.